Nέα απειλή για τις σεξουαλικές μειονότητες της Πολωνίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Nέα απειλή για τις σεξουαλικές μειονότητες της Πολωνίας

Πώς οι φιλελεύθεροι άφησαν τους LGBTQ χωρίς προστασία
Περίληψη: 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν προς το καλύτερο για τις σεξουαλικές μειονότητες στην Πολωνία. Αλλά τώρα, η όποια πρόοδος είχε συντελεστεί για την προστασία των δικαιωμάτων αυτών των μειονοτήτων, αποδεικνύεται εύθραυστη και ανεπαρκής

Η MARTA FIGLEROWICZ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο Yale και η συγγραφέας των βιβλίων υπό τους τίτλους Flat Protagonists [1] και Spaces of Feeling [2].

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν προς το καλύτερο για τις σεξουαλικές μειονότητες στην Πολωνία. Οι πρώτοι ανοιχτά ομοφυλόφιλοι και τρανσεξουαλικοί πολιτικοί εκλέχθηκαν σε αξίωμα· οι κινηματογραφικές ταινίες και τα μυθιστορήματα της κύριας τάσης άρχισαν να περιγράφουν τους χαρακτήρες LGBTQ (Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender Queer, Questioning) υπό ένα θετικό φως· και το 2001 πραγματοποιήθηκε στην Βαρσοβία η πρώτη πορεία υπερηφάνιας (pride) της χώρας, μετά την οποία οι πορείες αυτές εξαπλώθηκαν σε επαρχιακές πόλεις. Σε μια δημοσκόπηση [3] που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2019, πάνω από το 50% των Πολωνών εξέφρασαν την υποστήριξή τους για τις πολιτικές ενώσεις [ατόμων] του ίδιου φύλου. Όταν έφυγα από την Πολωνία πριν από 15 χρόνια, αυτές οι εξελίξεις ήταν ακόμα αδιανόητες. Ως μια μετανάστρια, παρακολούθησα την χώρα μου από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού με έκπληκτη εκτίμηση.

15082019-1.jpg

Σε μια διαδήλωση ενάντια στην βία κατά των ατόμων LGBTQ στην Βαρσοβία, στην Πολωνία, τον Ιούλιο του 2019. Kacper Pempel / Reuters
----------------------------------------------------------------

Αλλά ακόμα και όταν η πολωνική κοινότητα LGBTQ γιόρταζε τα αποτελέσματα των εκλογών του Φεβρουαρίου του 2019, η παλίρροια στρεφόταν εναντίον τους. Η κατάστασή τους επιδεινωνόταν, με αυξανόμενο βαθμό αναποτρεπτικότητας, από τότε που η σημερινή δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας ανέλαβε την εξουσία το 2015. Από την άνοιξη εκείνη, τα αντι-LGBTQ αισθήματα έχουν γίνει ιδιαίτερα διαδεδομένα και εξαιρετική πολιτική ενέργεια έχει κατευθυνθεί για να τα υποκινεί. Τον Μάρτιο, ο αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS), Jaroslaw Kaczynski, αντιτάχθηκε δημοσίως [4] στις κατευθυντήριες γραμμές της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας για την σεξουαλική παιδεία, κατηγορώντας την ότι «σεξουαλικοποιεί» τα παιδιά και για «αλλαγή της φυσικής ταυτότητας των παιδιών». Και από τον Μάρτιο, 31 δεξιές τοπικές κυβερνήσεις (και αυξάνεται ο αριθμός τους) έχουν ανακηρύξει [5] τις κομητείες και τις πόλεις τους «χωρίς LGBTQ». Εκκλησίες διανέμουν φυλλάδια που κατηγορούν ομοφυλόφιλους για παιδεραστία. Ο εξέχων ακτιβιστής κατά των εκτρώσεων και της ευθανασίας, Kaja Godek, κατηγόρησε τους ομοφυλόφιλους ότι «υιοθετούν παιδιά για να τα βιάσουν και να τα εκμεταλλευθούν». Στα τέλη Ιουλίου, η Gazeta Polska, μια δεξιά εφημερίδα, σχεδίαζε να συμπεριλάβει αυτοκόλλητα «LGBT-free zone» στην κυριακάτικη έκδοσή της, και χρειάστηκε μια δικαστική εντολή για να ακυρωθεί η εκτύπωσή τους. Την περασμένη εβδομάδα, ο Αρχιεπίσκοπος Marek Jedraszewski περιέγραψε τις κοινότητες LGBTQ ως «ουράνιο τόξο της πανούκλας» [7].

Αυτός ο αστερισμός των αντι-LGBTQ δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της Καθολικής Εκκλησίας, των δεξιών ακτιβιστών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και των εθνικών και τοπικών κυβερνήσεων, έχει ερεθίσει τα [επιμέρους] εκλογικά σώματά του και προφανώς πείθει ορισμένους αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Η εκστρατεία έχει ήδη τρομακτικές και ακόμη και τραγικές συνέπειες. Στα τέλη Ιουλίου, μια άλλη δημοσκόπηση [8] έδειξε ότι η στήριξη των Πολωνών για τις ενώσεις [ατόμων] ιδίου φύλου έπεσε στο 44%. Στις 25 Ιουλίου, ο δημοσιογράφος Przemyslaw Witkowski δέχθηκε βίαιη επίθεση στο Βρότσλαβ (Wroclaw) επειδή εξέφρασε την αντίρρησή του σε ομοφοβικά γκράφιτι που είδε στο δρόμο. Όταν η Bialystok, μια μεσαίου μεγέθους επαρχιακή πρωτεύουσα, πραγματοποίησε την πρώτη pride πορεία της στις 20 Ιουλίου, μια εξτρεμιστική ομάδα επιτέθηκε στην παρέλαση, ρίχνοντας πέτρες και μπουκάλια στους παρελαύνοντες και τραυματίζοντας πολλούς ανθρώπους. Ενενήντα δύο φερόμενοι ως δράστες έχουν κατηγορηθεί τώρα -και όμως κυβερνητικοί και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι αποδείχθηκαν αργοί στο να καταδικάσουν την επίθεση. Ένα Καθολικό περιοδικό, το οποίο επίσης λαμβάνει κυβερνητική χρηματοδότηση, δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης υπερασπιζόμενο την βία τους ως «δίκαιη». [9] Ο σημερινός υπουργός Εθνικής Παιδείας, Dariusz Piontkowski, έχει καταγραφεί [10] να προτείνει την απαγόρευση των πορειών υπερηφάνειας (pride) εξαιτίας της ακραία αντίθεσης που εγείρουν.

Η σύγκλιση επίγνωσης (awareness) και διακρίσεων αντικατοπτρίζει ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ του πολιτισμικού και του νομικού καθεστώτος των σεξουαλικών μειονοτήτων της χώρας. Οι Πολωνοί φιλελεύθεροι είναι εν μέρει υπεύθυνοι. Ενώ βρίσκονταν στην εξουσία από το 2007 έως το 2014, αντιμετώπιζαν τους γκέι πληθυσμούς ως ομάδα που εξακολουθούσε να χρειάζεται να αποδείξει την πολιτική της σημασία, αναβάλλοντας αενάως τις περισσότερες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις για την προστασία τους. Με το να έχουν αποτύχει να θέσουν ως προτεραιότητα τα δικαιώματα των LGBTQ, οι Πολωνοί φιλελεύθεροι έχασαν την ευκαιρία να μετατρέψουν σε νόμιμες προστασίες τις προόδους στην κουλτούρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η κουλτούρα της Πολωνίας γενικά άνοιξε -ειδικά στις μεγάλες πόλεις- αλλά πίσω από αυτό το άνοιγμα υπήρξαν ελάχιστες θεσμικές αλλαγές. Τώρα, η κληρονομιά πολλών ετών ακτιβισμού απειλείται σοβαρά.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Το πολιτικό τοπίο της Πολωνίας επί του παρόντος στρέφεται προς τις δυνάμεις της αντίδρασης. Οι εκλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Μάιο πήγαν σε μεγάλο βαθμό στο PiS, τον βασικό φορέα της ακροδεξιάς της Πολωνίας, ακολουθούμενο από την κεντρώα «Πλατφόρμα Πολιτών» (Civic Platform). Η νέα αριστερή πρωτοβουλία του ομοφυλόφιλου ακτιβιστή Robert Biedron, «Wiosna» (Άνοιξη), ήταν το μόνο κόμμα αυτών των τριών που έθεσε τα σεξουαλικά δικαιώματα της μειονότητας σε εξέχουσα θέση στην ατζέντα του και κέρδισε ένα ποσοστό που απέφερε απογοητευτικά τρεις έδρες.