Ο δύσκολος δρόμος της Ιρλανδίας προς την ενότητα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο δύσκολος δρόμος της Ιρλανδίας προς την ενότητα

Μπορούν οι δημογραφικές αλλαγές να ακυρώσουν εκατό χρόνια διαχωρισμού;
Περίληψη: 

Οι πολιτικοί και στα δύο μέρη μιας διαιρεμένης χώρας πιστεύουν ότι η ιρλανδική ενότητα είναι μια αξιόπιστη προοπτική κατά τα επόμενα χρόνια, ανεξάρτητα από το αν θεωρούν ότι η προοπτική είναι ευπρόσδεκτη ή απευκταία.

Ο DANIEL FINN είναι αναπληρωτής συντάκτης της New Left Review. Το βιβλίο του με τίτλο One Man’s Terrorist: A Political History of the IRA, θα δημοσιευθεί από τον οίκο Verso τον Νοέμβριο.

Στον απόηχο της κρίσης του Brexit, η ιδέα μιας ενωμένης Ιρλανδίας επέστρεψε στην πολιτική ατζέντα. Οι πολιτικοί και στα δύο μέρη μιας διαιρεμένης χώρας πιστεύουν ότι η ιρλανδική ενότητα είναι μια αξιόπιστη προοπτική κατά τα επόμενα χρόνια, ανεξάρτητα από το αν θεωρούν ότι η προοπτική είναι ευπρόσδεκτη ή απευκταία. Το Sinn Féin, το κυριότερο εθνικιστικό κόμμα στην Βόρειο Ιρλανδία, ζήτησε να διεξαχθεί δημοψήφισμα μετά το Brexit για την ιρλανδική ενότητα, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο οικονομικής αναταραχής σε μια περιοχή που ψήφισε κατά του Brexit με μεγάλη διαφορά. Ηγετικοί ενωτικοί πολιτικοί έχουν επίσης προειδοποιήσει ότι μια ψηφοφορία για τα σύνορα [στμ: border poll, δημοψήφισμα για την ένωση ή όχι της νήσου] μπορεί να γίνει αναπόφευκτη, αν και εξακολουθούν να ελπίζουν ότι θα νικήσουν σε περίπτωση ψηφοφορίας.

22082019-1.jpg

Αστυνομικοί και ενωτικοί διαδηλωτές στο Μπέλφαστ, τον Δεκέμβριο του 2013. Mariusz Smiejek / VISUM / Redux
----------------------------------------------------------------------

Αν όμως η ιδέα του να ενωθεί η Βόρεια Ιρλανδία με τον νότιο γείτονά της τώρα φαίνεται εύλογη, αυτό οφείλεται σε έναν τελείως διαφορετικό παράγοντα –μια μακρόχρονη δημογραφική αλλαγή, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατόν να φανταστεί κανείς δημοψήφισμα υπέρ της ιρλανδικής ενότητας. Το 1920, όταν εγκαθιδρύθηκε για πρώτη φορά η Βόρεια Ιρλανδία, οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους Καθολικούς με συντριπτική διαφορά: 65% προς 35%. Στην τελευταία απογραφή, που διεξήχθη το 2011, το χάσμα είχε περιοριστεί σε μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες: 48% προς 45%. Ο Καθολικός πληθυσμός έχει επίσης νεολαία στην πλευρά του, με τους Καθολικούς να ξεπερνούν τους Προτεστάντες μεταξύ των ατόμων κάτω των 35 ετών. Όποια και αν είναι η έκβαση της διαδικασίας του Brexit, είναι λογικό να αναμένεται ότι αργά ή γρήγορα η Βόρεια Ιρλανδία θα έχει Καθολική πλειοψηφία, ανοίγοντας την πόρτα στην επανένωση ολόκληρου του νησιού.

Η ΜΑΚΡΑ ΠΟΡΕΙΑ

Στο ιρλανδικό πλαίσιο, οι «Προτεστάντες» και οι «Καθολικοί» μοιάζουν πολύ με τους «Σέρβους» και τους «Κροάτες» στα Βαλκάνια: Μαρτυρούν περισσότερο την εθνική υπηκοότητα παρά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Γενικά, μέλη της Καθολικής κοινότητας ταυτίζονται με το ιρλανδικό έθνος, ενώ οι Προτεστάντες αντίστοιχοί τους με τους Βρετανούς. Με την εθνική ταυτότητα τόσο στενά συνδεδεμένη με την κοινοτική κληρονομιά, ο ρυθμός της αλλαγής τείνει να είναι βαθμιαίος, αν όχι εξαιρετικά αργός. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να φτάσει το σημείο όπου ένα μελλοντικό δημοψήφισμα υπέρ της ιρλανδικής ενότητας να φαίνεται κάπως εύλογο.

Η Βόρεια Ιρλανδία σχεδιάστηκε για να είναι αδιαπέραστη από απαιτήσεις περί συνταγματικής αλλαγής. Σχεδόν πριν από έναν αιώνα, οι Βρετανοί χώρισαν το νησί ως μέρος μιας συμφωνίας που χορήγησε ανεξαρτησία σε ένα νέο ιρλανδικό κράτος. Εκείνη την εποχή, το Ulster -η περιοχή που αποτελεί το βόρειο τμήμα του νησιού- ήταν η μόνη από τις τέσσερις επαρχίες της Ιρλανδίας με προτεσταντική, ενωτική [με την Βρετανία] πλειοψηφία. Ως εκ τούτου, ήταν το μόνο μέρος όπου η βρετανική κυριαρχία θα μπορούσε να αντέξει σε μια εποχή μαζικής δημοκρατικής πολιτικής. Ωστόσο, οι δημιουργοί της Βόρειας Ιρλανδίας δεν το ρίσκαραν: Το Ulster είχε παραδοσιακά εννέα κομητείες, αλλά οι ενωτικοί ηγέτες αποφάσισαν να αποβάλλουν τρεις επαρχίες με μεγάλες Καθολικές πλειοψηφίες, κλειδώνοντας ένα κράτος με μια φαινομενικά ανυπέρβλητη προτεσταντική πλειοψηφία.

Εκείνοι που επεδίωκαν μια ενωμένη Ιρλανδία ποτέ δεν φαντάζονταν ότι η αλλαγή μπορεί να προέρχεται από μέσα. Αντίθετα, προσπάθησαν να ασκήσουν πίεση στην βρετανική κυβέρνηση για να ενεργήσει προσπερνώντας τους ηγέτες της ενωτικής πλειοψηφίας της Βόρειας Ιρλανδίας. Αυτή η πίεση έλαβε μερικές φορές τη μορφή διπλωματικής πίεσης, όπως όταν η ιρλανδική κυβέρνηση ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά του διαχωρισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η οποία χαιρετίστηκε με συντριπτική αδιαφορία από τον υπόλοιπο κόσμο. Έλαβε επίσης τη μορφή ανταρτοπόλεμου, από την αναποτελεσματική Εκστρατεία για τα Σύνορα (Border Campaign) του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (Irish Republican Arm, IRA) την περίοδο 1956-62 μέχρι την πολύ πιο θανατηφόρα εξέγερση της ομάδας που ξεκίνησε το 1971 και κόστισε την ζωή περισσότερων Βρετανών στρατιωτών από όσων στους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Όταν ο IRA ξεκίνησε αυτή την εξέγερση, η δημογραφική εικόνα είχε αλλάξει ελάχιστα από την στιγμή της διαίρεσης: Το 1971, οι Καθολικοί αποτελούσαν μόλις το 37% του πληθυσμού. Το ποσοστό γεννητικότητας τους ήταν υψηλότερο από αυτό της προτεσταντικής πλειοψηφίας, αλλά η καθολική μετανάστευση ήταν επίσης πιο σημαντική: Μεταξύ 1926 και 1981, οι Καθολικοί είχαν διπλάσιες πιθανότητες να εγκαταλείψουν την χώρα από όσες οι Προτεστάντες, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη της κοινότητάς τους εγχωρίως. Τα ποσοστά μετανάστευσης αντανακλούσαν τις αντίθετες οικονομικές προοπτικές που έβλεπαν οι δύο κοινότητες. Πολλοί Καθολικοί ήταν άνεργοι ή είχαν χαμηλόμισθη εργασία. Οι Προτεστάντες είχαν το μερίδιο του λέοντος από εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη πρόσβαση σε επαγγελματικές και διευθυντικές θέσεις.

22082019-2.jpg

Ένας Ιρλανδός στρατιώτης στα σύνορα με την Βόρεια Ιρλανδία, τον Νοέμβριο του 1985. Alain Le Garsmeur / Panos Pictures / Redux
----------------------------------------------