Πώς μπορεί η Ελλάδα να αντιμετωπίσει στρατιωτικές απειλές; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς μπορεί η Ελλάδα να αντιμετωπίσει στρατιωτικές απειλές;

Προς μια αξιόπιστη και αποτελεσματική στρατηγική αποτροπής*
Περίληψη: 

Η Ελλάδα θα πρέπει να καταστήσει σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως διατηρεί το δικαίωμα της προσβολής συγκεντρωμένων δυνάμεων -πολεμικής ετοιμότητας στο επίπεδο που να τις καθιστά ικανές να εκτοξεύσουν επίθεση- απέναντι από τα ελληνικά νησιά ως αμυντική ενέργεια σε επικείμενη επίθεση για την προστασία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΘΕΟΦΑΝΟΥΣ είναι υποστράτηγος ε.α., οικονομολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Εθνική Στρατηγική-Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο», η Β’ έκδοση του οποίου έχει ήδη κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Οι Ελληνοτουρκικές διαφορές αποτελούν ένα διαχρονικό πρόβλημα με σταθερά αυξανόμενη ένταση στα χρόνια της μεταπολίτευσης εξαιτίας των αναβαθμισμένων τουρκικών προκλήσεων-διεκδικήσεων, παρά την κατά διαστήματα ύφεση-εκτόνωση εξαιτίας κυρίως των ελληνικών υποχωρήσεων. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οποία ανέδειξε την αποφασιστικότητα της Τουρκίας στην υποστήριξη των ζωτικών συμφερόντων της και την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεών της να εκτελέσουν με επιτυχία μια τέτοια επιχείρηση, έμελλε να αποτελέσει το κυρίαρχο γεγονός πάνω στο οποίο διαμορφώθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

23082019-1.jpg

Τούρκοι πεζοναύτες ποζάρουν με γυναίκες αξιωματικούς του ναυτικού επί του πλοίου TCG Bayraktar (L-402) μετά από μια αποβατική άσκηση κατά την διάρκεια της ναυτικής άσκησης «Γαλάζια Πατρίδα» στα ανοιχτά της παραλιακής πόλη του Αιγαίου, Φώκαιας, στον κόλπο της Σμύρνης, στην Τουρκία, στις 5 Μαρτίου 2019. REUTERS / Murad Sezer
-------------------------------------------------------------------------------

Η Τουρκία με τον αέρα του νικητή ήγειρε αξιώσεις και στο Αιγαίο και η Ελλάδα πάντα υπό τον φόβο μιας νέας τουρκικής επιχείρησης, αυτή την φορά στο Αιγαίο, επέλεγε τον κατευνασμό. Όλες οι συμφωνίες αποκλιμάκωσης της έντασης που έχουν γίνει καθ’όλο αυτό το διάστημα εμπεριέχουν στοιχεία εξυπηρέτησης των στόχων της, με παραίτησή μας από τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Η κρίση των Ιμίων του 1996, στην οποία η Τουρκία μάς υπενθύμισε την αποφασιστικότητά της και την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεών της, λειτούργησε ουσιαστικά ως εργαλείο συντήρησης αυτού του πλαισίου πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1974 μέχρι σήμερα.

Στην βάση αυτού του πλαισίου εντάσσεται και η τελευταία κρίση με την απόφαση της Τουρκίας να προβεί σε γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, αγνοώντας το διεθνές δίκαιο και τις προτροπές της διεθνούς κοινότητας. Αυτό, όμως, που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι κανείς στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν πιστεύει πως οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα δράσουν για να αποτρέψουν την δημιουργία τετελεσμένων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου, η υποστήριξη των οποίων αποτελεί ζωτικό συμφέρον για την Ελλάδα. Όλοι περιμένουν την άσκηση πίεσης ή και δράση των ΗΠΑ, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το ερώτημα είναι εάν η άποψη αυτή βασίζεται στην απουσία σχετικής πολιτικής βούλησης ή/και στην αντικειμενική αδυναμία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων να εκτελέσουν με επιτυχία μια τέτοια αποστολή.

Σε κάθε περίπτωση, η ενέργεια των Τούρκων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου και των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας δείχνει ξεκάθαρα πως η αποτροπή έχει χαθεί. Ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ, λόγω της αδυναμίας υποστήριξης του δόγματος ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας-Κύπρου με βάση τα διατιθέμενα μέσα και τον υφιστάμενο στρατηγικό σχεδιασμό. Ζήτημα αποτελεσματικής, όμως, αποτροπής δεν τίθεται στην υποστήριξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων μόνο της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας στο Αιγαίο. Οι καθημερινές παραβάσεις του FIR Αθηνών και οι παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου με πτήσεις οπλισμένων τουρκικών πολεμικών αεροσκαφών ακόμη και πάνω από ελληνικά νησιά, οι βόλτες των τουρκικών πολεμικών πλοίων στα χωρικά μας ύδατα εντός των οποίων εκτελέσθηκε ακόμη και βολή στο πλαίσιο άσκησης, ενέργειες τύπου Ίμια, δηλώσεις περί αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης, η μη οριοθέτηση της ΑΟΖ ακόμη και νοτίως της Κρήτης εξαιτίας των τουρκικών διεκδικήσεων, ένα ζήτημα μεγάλου στρατηγικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, και η μη επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας με βάση το δίκαιο της θάλασσας, λόγω της απειλής πολέμου, δηλώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως ένα τμήμα της αποτροπής έχει χαθεί.

Υπάρχει τρόπος αναβάθμισης της αποτροπής σήμερα; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί λαμβάνοντας υπόψη, πέρα των άλλων, πως ειδικά για την Κύπρο, η απόκτηση των μέσων που απαιτούνται για να έρθει πιο «κοντά» στην Ελλάδα ώστε το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου, πέρα από συμβολισμούς, να αποκτήσει περιεχόμενο κι ουσία και να δρα αποτρεπτικά, που είναι το ζητούμενο, δεν είναι εφικτή στο ορατό μέλλον με βάση τα δημοσιονομικά της χώρας.

Η αποτροπή μπορεί να αναβαθμιστεί και να γίνει αποτελεσματική με την υιοθέτηση του δόγματος ολοκληρωτικού πολέμου, υπό την αναγκαία προϋπόθεση εξασφάλισης της απαιτούμενης πολιτικής βούλησης και αλλαγής στον στρατηγικό σχεδιασμό. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά στο δόγμα του ολοκληρωτικού πολέμου θα πρέπει η Ελλάδα να δηλώσει προς κάθε κατεύθυνση πως δεν θα επιτρέψει καμιά ενέργεια σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και, σε περίπτωση εμπλοκής ενόπλων δυνάμεων, θα απαντήσει με ολοκληρωτικό πόλεμο.

Δεν αρκεί, όμως, η δήλωση για να εξασφαλιστεί η επιζητούμενη αποτροπή, η αποτελεσματικότητα της οποίας προϋποθέτει να πειστεί η Τουρκία: Πρώτον, πως είμαστε αποφασισμένοι να υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο τα εθνικά μας συμφέροντα (αξιοπιστία) και, δεύτερον, τυχόν ενέργεια σε βάρος των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων θα έχει κόστος δυσανάλογο των όποιων επιδιωκόμενων οφελών (απειλή).

Το ζήτημα είναι ότι η αποτίμηση του κόστους και του οφέλους εμπεριέχει υποκειμενικότητα. Σημασία δηλαδή έχει το κόστος που απορρέει από την απειλή που η Ελλάδα προβάλει, να αποτιμάται, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, από την Τουρκία (κι όχι από την Ελλάδα) ως δυσανάλογο των όποιων οφελών επιδιώκει να αποκομίσει αν επιλέξει μια επιθετική ενέργεια εναντίον της Ελλάδας. Μόνο τότε η προβαλλόμενη απειλή συνιστά αποτροπή.