Πώς να μην κηρυχθεί ένας συναλλαγματικός πόλεμος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να μην κηρυχθεί ένας συναλλαγματικός πόλεμος

Ο χαρακτηρισμός της Κίνας ως «συναλλαγματικός χειραγωγός» μόνο θα βλάψει τις Ηνωμένες Πολιτείες
Περίληψη: 

Η απόφαση του Trump να χαρακτηρίσει την Κίνα ως νομισματικό χειραγωγό σε μια εποχή που αυτό δεν ανταποκρίνεται σε κανέναν λογικό ορισμό της χειραγώγησης ήταν ένα λάθος, έστω και αν ο ίδιος ο χαρακτηρισμός έχει λίγες νομικές συνέπειες.

Ο BRAD W. SETSER είναι ανώτερος υπότροφος Steven A. Tananbaum για τα Διεθνή Οικονομικά στο Council on Foreign Relations.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επισήμως χαρακτήρισαν την Κίνα ως χειραγωγό συναλλάγματος (currency manipulator). Τα γεράκια του εμπορίου έχουν εδώ και καιρό υποστηρίξει ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να αντιμετωπίσει το Πεκίνο επειδή μειώνει την αξία του νομίσματός του, προκειμένου να ενισχύσει άδικα τις εξαγωγές του. Αλλά ειρωνικά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να χαρακτηρίσει την Κίνα ως χειραγωγό μια εποχή που πραγματικά δεν συμπίεζε το γουάν. Αν και έχει σίγουρα χειραγωγήσει το νόμισμά της στο παρελθόν, η Κίνα σταμάτησε να το κάνει το 2014. Ωστόσο, ο Trump, αναστατωμένος από την υποτίμηση του γουάν κατά την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, και απογοητευμένος από την έλλειψη προόδου στις εμπορικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, φέρεται [1] να πίεσε τον υπουργό Οικονομικών, Steven Mnuchin, να προβεί στον προσδιορισμό παρά τις αντιρρήσεις το ίδιου του Mnuchin.

29082019-1.jpg

Κινεζικό χαρτονόμισμα των 100 γουάν, τον Μάιο του 2017. Thomas White/REUTERS
----------------------------------------------------------------

Ο προσδιορισμός είναι σε μεγάλο βαθμό συμβολικός. Σύμφωνα με τη νομοθεσία που παρατίθεται από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, η ποινή θα είναι ένα έτος διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, είτε απευθείας είτε μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος με τον οποίο το Υπουργείο Οικονομικών ήταν σε θέση να εγκαλέσει την Κίνα ήταν μέσω μιας εκτεταμένης ανάγνωσης του Συμπεριληπτικού Νόμου περί Εμπορίου και Ανταγωνισμού (Omnibus Trade and Competitiveness Act) του 1988, του οποίου τα κριτήρια για την χειραγώγηση περιλαμβάνουν οποιαδήποτε ενέργεια στην αγορά συναλλάγματος με στόχο «να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα στο διεθνές εμπόριο». Η Κίνα δεν ανταποκρίνεται στον πιο τεχνικό ορισμό περί χειραγώγησης που έχει οριστεί στον Νόμο περί Διευκόλυνσης και Εφαρμογής του Εμπορίου (Trade Facilitation and Trade Enforcement Act of 2015) του 2015, ο οποίος εξετάζει το διμερές εμπορικό ισοζύγιο μιας χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το εάν [η χώρα] είναι καθαρός δανειστής προς τον υπόλοιπο κόσμο, και την έκταση της παρέμβασής της στην αγορά συναλλάγματος. Και οι δύο νόμοι είναι καταχωρημένοι, και κάποιες πτυχές του νόμου του 1988 μπορεί να είναι πιο κατάλληλες για την αντιμετώπιση πραγματικών περιπτώσεων χειραγώγησης, αλλά η χρήση του προηγούμενου νόμου από τον Trump για να χαρακτηρίσει την Κίνα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από φτηνό θέατρο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επισήμανε ένα πραγματικό πρόβλημα: Με δύο ελαττωματικούς νόμους που καθορίζουν την χειραγώγηση των νομισμάτων στα χαρτιά, οι Ηνωμένες Πολιτείες στερούνται και των κατάλληλων κριτηρίων για τον εντοπισμό της νομισματικής χειραγώγησης, και των αποτελεσματικών εργαλείων για να ανταποκριθούν σε αυτήν. Δυστυχώς, το να χαρακτηριστεί η Κίνα ως χειραγωγός σε μια εποχή που δεν χειραγωγεί το νόμισμά της, το μόνο που θα καταφέρει είναι να καταστήσει δυσκολότερο να πάρει μια σκληρή γραμμή ενάντια στην πραγματική χειραγώγηση στο μέλλον.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΟΣ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΟΣ

Η συναλλαγματική χειραγώγηση συμβαίνει όταν μια χώρα που διαθέτει ένα μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος με στόχο την τεχνητή συμπίεση της αξίας του νομίσματός της ώστε να καταστήσει φθηνότερες τις εξαγωγές της στην παγκόσμια αγορά. Παρόλο που οι τυποποιημένες μακροοικονομικές πολιτικές, όπως η μείωση των επιτοκίων ή η αγορά εγχώριων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να επηρεάσουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, η χειραγώγηση -σωστά καθορισμένη- είναι εννοιολογικά διαφορετική. Ενώ ο στόχος των προηγούμενων πολιτικών είναι να ελαφρυνθούν οι εγχώριες χρηματοοικονομικές συνθήκες, ο σκοπός της χειραγώγησης είναι απλά να αποδυναμώσει ένα νόμισμα ή να το συγκρατήσει από το να ανατιμηθεί όταν πρέπει [να ανατιμηθεί]. Οι κυβερνήσεις συνήθως το επιτυγχάνουν αγοράζοντας ξένα νομίσματα και πωλώντας δικά τους, μειώνοντας τεχνητά την ζήτηση για αυτά.

Η γνήσια χειραγώγηση μπορεί μερικές φορές να είναι δύσκολο να εντοπιστεί, καθώς οι χώρες μπορεί να έχουν νόμιμους, δικαιολογημένους λόγους να παρεμβαίνουν στην αγορά συναλλάγματος. Όταν μια χώρα λαμβάνει μεγάλες χρηματοοικονομικές εισροές, για παράδειγμα, μπορεί να επιθυμεί να δημιουργήσει συναλλαγματικά αποθέματα σε περίπτωση αντιστροφής αυτών των χρηματοοικονομικών εισροών. Οι υπερχρεωμένες χώρες που διαθέτουν εμπορικά ελλείμματα πρέπει επίσης να διατηρούν συναλλαγματικά αποθέματα για να περιορίσουν τον κίνδυνο κρίσης. Αλλά εάν η παρέμβαση πραγματοποιείται από μια χώρα με μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα, τότε είναι μάλλον χειραγώγηση -μια πολιτική που στοχεύει κυρίως στην διατήρηση υψηλού εμπορικού πλεονάσματος της χώρας παρά στην διαχείριση της εγχώριας οικονομίας.

Η Κίνα άρχισε να χειραγωγεί το νόμισμά της περίπου πριν από 15 χρόνια, αρκετά χρόνια αφότου η είσοδός της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 έφερε τεράστιο κλονισμό στην οικονομία της. Υπό κανονικές συνθήκες, η ταχεία ανάπτυξη που ακολούθησε θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας του γουάν. Ωστόσο, το Πεκίνο, το οποίο ήταν αποφασισμένο να διατηρήσει τις εξαγωγές του φθηνές, αρνήθηκε να αφήσει το νόμισμά του να αυξηθεί έναντι του δολαρίου, αγοράζοντας συναλλαγματικά αποθέματα για να υποτιμήσει τεχνητά την αξία του γουάν. Η χειραγώγηση της Κίνας κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν ένας λόγος για το λεγόμενο «κινεζικό σοκ» -η ταχεία πτώση της απασχόλησης, κατά την πρώτη δεκαετία του τρέχοντος αιώνα, στην μεταποίηση στις αμερικανικές και ευρωπαϊκές περιφέρειες που ανταγωνίζονταν πιο άμεσα με την Κίνα.