«Σχέδιο Β» για την Βενεζουέλα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

«Σχέδιο Β» για την Βενεζουέλα

Η Ουάσινγκτον πρέπει να παραιτηθεί μιας ιδανικής στρατηγικής προς χάριν μιας επιτεύξιμης

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να υιοθετήσουν μια πιο πρακτική προσέγγιση, παρόμοια με αυτήν που υιοθέτησαν για τις ειρηνευτικές συνομιλίες στην Κολομβία που ολοκληρώθηκαν με επιτυχία το 2016. Στην περίπτωση εκείνη, η διοίκηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα διόρισε έναν απεσταλμένο [11] μέσω του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, να παρέχουν κίνητρα για πρόοδο, και να κάνουν προτάσεις για την επίλυση δύσκολων θεμάτων. Η Βενεζουέλα έχει διαφορετική δυναμική, αλλά και εκεί ένας άμεσος σύνδεσμος με τις διαπραγματεύσεις θα καταδείξει την αμερικανική δέσμευση στην διπλωματία και θα παρέχει μια κατανόηση σε πραγματικό χρόνο των ζητημάτων που διακυβεύονται. Ο Τραμπ έχει ήδη έναν απεσταλμένο για την Βενεζουέλα, τον Elliott Abrams, αλλά έχει κρατήσει τις συνομιλίες σε απόσταση. Αν ο Abrams και οι συνάδελφοί του δεσμευθούν πλήρως στις διαπραγματεύσεις, θα μπορούσαν να εργαστούν αποτελεσματικότερα με ομονοούσες λατινοαμερικανικές και ευρωπαϊκές πολυμερείς ομάδες, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για μελλοντικές συνομιλίες, μεταξύ άλλων με την διαμόρφωση μιας κοινής στρατηγικής κυρώσεων.

Οι κυρώσεις εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και παρέχουν στον Guaidó [12] την καλύτερη πηγή μόχλευσής του. Όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ρυθμίζουν την πολιτική κυρώσεων πιο στενά με την διπλωματική τους ατζέντα. Στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, η ομάδα του Maduro έχει κάνει την ανακούφιση από τις κυρώσεις ένα από τα κύρια αιτήματά της. Η σημερινή προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν να υποσχεθούν αόριστα [13] άρση των κυρώσεων κατά ατόμων που μετατοπίζουν την νομιμοφροσύνη τους στον Guaidó. Αντ' αυτού, η διοίκηση του Trump πρέπει να επικοινωνήσει με ακρίβεια ποια ανακούφιση είναι διατεθειμένη να προσφέρει σε απάντηση για ποια θετικά βήματα από την πλευρά του καθεστώτος. Κάνοντας αυτά, θα χρειαστεί να υπολογίσει τα συμφέροντα των δυνητικών φθορέων του καθεστώτος, καθώς και του στρατού της Βενεζουέλας και των συμμάχων του Maduro όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Κούβα. Τα ενδιαφέροντά τους ποικίλλουν ευρέως από προσωπικά μέχρι γεωπολιτικά, αλλά σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μόχλευση που μπορεί να αναπτυχθεί πιο αποτελεσματικά με το να βρίσκονται κοντά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Προκειμένου οι διαπραγματεύσεις να είναι βιώσιμες, ο Λευκός Οίκος πρέπει να είναι πρόθυμος να καταπιεί κάποια πικρά χάπια και ακόμη και να υποστεί την δυσαρέσκεια του συνασπισμού του Guaidó και του Κογκρέσου. Το να αναγνωρίσουν τον Maduro ως de facto ηγέτη της Βενεζουέλας, ακόμη και αν ο Guaidó είναι ο νόμιμος ηγέτης της χώρας, θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο στομάχι. Αλλά αν υπάρχει κάποια ελπίδα ότι οι συνομιλίες θα οδηγήσουν σε δημοκρατικές εκλογές, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στον Maduro να βρει μια θέση στο τραπέζι και έναν πιθανό ρόλο στη μετάβαση, υπό την προϋπόθεση ότι οι εξουσίες του είναι επαρκώς περιορισμένες.

Ομοίως, η διοίκηση πρέπει να βγάλει την στρατιωτική δράση από το τραπέζι ή τουλάχιστον να σταματήσει να επικαλείται δημόσια την απειλή. Το ότι η μονομερής στρατιωτική παρέμβαση θα ήταν επικίνδυνη και δαπανηρή [14] είναι τόσο ξεκάθαρο που οι επίσημοι ισχυρισμοί ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι» ποτέ δεν αντήχησαν ως κάτι περισσότερο από μια προσπάθεια να δελεάσουν τους στρατιώτες της Βενεζουέλας να εγκαταλείψουν τον Maduro. Ωστόσο, αυτές οι δηλώσεις οδήγησαν τα μέλη του συνασπισμού του Guaidó να υπερεκτιμήσουν τη μόχλευσή τους και δημιούργησαν διαχωρισμούς και περισπασμούς στους αντιπολιτευτικούς κύκλους. Με τον περιορισμό των εικασιών για ενδεχόμενη στρατιωτική δράση, η διοίκηση θα συνέβαλε στην διατήρηση της ενότητας των διεθνών και των βενεζουελάνικων συμμαχιών που εργάζονται για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

ΠΡΩΤΟΝ, ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΚΟ

Η οικονομική και ανθρωπιστική κρίση της Βενεζουέλας θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του καθεστώτος του Maduro και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αλλά ακόμα και ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν για μια μετάβαση μετά από διαπραγματεύσεις, πρέπει να εργαστούν για να ανακουφίσουν τα δεινά του λαού της Βενεζουέλας και των γειτονικών χωρών.

Η κλίμακα και το κόστος της κατάρρευσης της Βενεζουέλας είναι συγκλονιστικά. Περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια [15] Βενεζουελάνοι έχουν εγκαταλείψει την χώρα τους μέχρι σήμερα˙ ο αριθμός θα μπορούσε να αυξηθεί σε οκτώ εκατομμύρια μέχρι το τέλος του επόμενου έτους. Μια έκθεση [16] της Ύπατης Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Michelle Bachelet, ζωγραφίζει ένα πορτρέτο απελπισίας: Εκατομμύρια Βενεζουελάνοι υποσιτίζονται και πολλοί στερούνται φαρμάκων, ηλεκτρικής ενέργειας, νερού και βενζίνης.

Η διοίκηση Trump θα πρέπει να ανυψώσει την ανθρωπιστική σημασία ως προτεραιότητα των ΗΠΑ –συμπεριλαμβανομένου [του γεγονότος] ότι πρόκειται για την παράπλευρη επίδραση της εκστρατείας μέγιστης πίεσης. Η διοίκηση έχει διαθέσει περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια [17] για ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά οι γείτονες της Βενεζουέλας έχουν επωμιστεί πολύ μεγαλύτερο κόστος υποδεχόμενοι εκατομμύρια διαφεύγοντες Βενεζουελάνους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ηγηθούν δια του παραδείγματος αυξάνοντας το ανώτατο όριο εισδοχής προσφύγων και παραχωρώντας Καθεστώς Προσωρινού Προστατευόμενου στους Βενεζουελάνους, κάτι που θα επέτρεπε σε περισσότερους Βενεζουελάνους να εγκατασταθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και να προστατεύσουν αυτούς που είναι ήδη στις ΗΠΑ από το να απελαθούν -ένα βήμα στο οποίο η διοίκηση αντιτίθεται, αλλά η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε.