Η αυτοπροκαλούμενη ύφεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αυτοπροκαλούμενη ύφεση

Η επόμενη υφεσιακή περίοδος θα είναι πολιτική -και με δυσκολότερη έξοδο από αυτήν
Περίληψη: 

Το άγχος για την επόμενη ύφεση φαίνεται να αυξάνεται με κάθε νέο δασμό ή ανάρτηση στο Twitter που εκτοξεύει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά της Κίνας, στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου του, και όχι αδικαιολόγητα.

Ο JARED BERNSTEIN είναι ανώτερος συνεργάτης του Center on Budget and Policy Priorities και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στον αντιπρόεδρο Τζόζεφ Μπάιντεν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην 11η χρονιά μιας αδιάλειπτης οικονομικής επέκτασης, η ανεργία έχει φτάσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, ενώ η ανάπτυξη, παρότι επιβραδύνεται, εξακολουθεί να βουίζει. Ωστόσο, το άγχος για την επόμενη ύφεση φαίνεται να αυξάνεται με κάθε νέο δασμό ή ανάρτηση στο Twitter που εκτοξεύει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά της Κίνας, στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου του -και για καλό λόγο. Οι πολιτικές του προέδρου βλάπτουν σαφώς τους εμπορεύσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομίας, ιδιαίτερα τη μεταποίηση, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπίσουν το διπλό χτύπημα των αμερικανικών δασμών στις εισηγμένες εισροές και των κινεζικών δασμών στις εξαγωγές τελικών προϊόντων. Οι Αμερικανοί παραγωγοί οχημάτων, ηλεκτρονικών ειδών και γεωργικών προϊόντων, μεταξύ άλλων, αγωνίζονται να ξεμπερδέψουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους από την Κίνα. Αλλά το να το κάνουν είναι δαπανηρό και περίπλοκο και πολλοί από αυτούς υποφέρουν ως αποτέλεσμα.

13092019-1.jpg

Το νέο κτήριο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Μάιο του 2010. Lucas Jackson / Reuters
---------------------------------------------------------------

Ο εμπορικός πόλεμος μπορεί να μην είναι αρκετός για να ρίξει μια κατά τα άλλα υγιή αμερικανική οικονομία σε ύφεση. Αλλά αν το κάνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονται σε μια μοναδικά κακή θέση για να πολεμήσουν την έξοδό τους από αυτήν και πάλι. Η χώρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εισέλθει στον επόμενο καθοδικό κύκλο με ιστορικά υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους. Αυτό είναι ανησυχητικό επειδή οι κυβερνήσεις σε τέτοια θέση δεν καταφέρνουν να εφαρμόσουν αρκετά μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης (fiscal stimulus) -δηλαδή να ενισχύσουν την οικονομία μέσω αυξημένων δημοσίων δαπανών καθώς και έμμεσων μέτρων όπως οι φορολογικές περικοπές- για να εξουδετερώσουν τις οικονομικές κρίσεις. Ταυτόχρονα, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια των ΗΠΑ είναι ήδη σχετικά χαμηλά, πράγμα που σημαίνει ότι θα υπάρχει περιορισμένο περιθώριο για την περικοπή τους -το άλλο βασικό εργαλείο που έχουν οι κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν τις περιόδους ύφεσης.

Και τα δύο προβλήματα -ο εμπορικός πόλεμος και η έλλειψη ετοιμότητας για την αντιστάθμιση των πιθανών αρνητικών [επιδράσεών] του- μοιράζονται ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: Είναι αυτοπροκληθείσες πληγές, αυτογκόλ που προκύπτουν από μοιραία πολιτικά λάθη τα οποία ήταν στην καλύτερη περίπτωση χωρίς έλεγχο και στην χειρότερη υποστηριζόμενα από μια πλειοψηφία στο Κογκρέσο των ΗΠΑ. Εξ ορισμού, όλες οι περιπτώσεις ύφεσης είναι αποτυχίες της αγοράς. Αλλά η επόμενη μπορεί να είναι και μια κυβερνητική αποτυχία επίσης. Και μια κυβέρνηση που προκαλεί μια ύφεση πιθανώς δεν είναι μια κυβέρνηση που πρέπει κάποιος να εμπιστευθεί ότι θα ηγηθεί μιας ανάκαμψης. Οι εμπρηστές είναι άθλιοι πυροσβέστες.

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΓΚΟΛ

Παρ’ όλο το υφεσιακό άγχος που συσσωρεύεται -οι πρόσφατες τάσεις της Google [1] δείχνουν τις αναζητήσεις για την λέξη «ύφεση» να πλησιάζουν την κορύφωση της προηγούμενης υφεσιακής περιόδου- η οικονομία των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι σχετικά σταθερή, τουλάχιστον προς το παρόν. Η ανεργία είναι χαμηλή, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται και ενώ η αύξηση της απασχόλησης έχει επιβραδυνθεί, εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να πυροδοτήσει ισχυρές καταναλωτικές δαπάνες.

Ωστόσο, ο εμπορικός πόλεμος έχει επιφέρει ένα κόστος στη μεταποίηση, η οποία συρρικνώθηκε κατά 2% φέτος. Από τις αρχές του 2019, ο τομέας προσέφερε μόνο 44.000 θέσεις εργασίας, έναντι 170.000 κατά την ίδια περίοδο πέρυσι. Ο συνολικός αντίκτυπος στην οικονομία ήταν περιορισμένος, επειδή η παραγωγή αντιπροσωπεύει σήμερα ένα πολύ μικρότερο μερίδιο της αμερικανικής οικονομίας από όσο στο παρελθόν (11% σήμερα έναντι 27% το 1950). Αλλά οι επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου μπορούν να γίνουν αισθητές πέρα από τον μεταποιητικό τομέα. Με τόση πολλή πολιτική αβεβαιότητα, ένα ευρύ φάσμα αμερικανικών επιχειρήσεων καθυστερούν ή αναβάλλουν τις επενδύσεις τους. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση για το ΑΕΠ [2] από το Υπουργείο Εμπορίου, οι επιχειρηματικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 0,6% το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Πρόκειται για μια σχετικά μικρή πτώση σε ένα ιστορικά ασταθές μέγεθος, αλλά είναι συνεπές με τις επιχειρηματικές έρευνες που δείχνουν την αβεβαιότητα της εμπορικής πολιτικής να αποθαρρύνει τις επενδύσεις.

Ο εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να «ξυρίσει» μια ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ έως και το 2020, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [3] των οικονομολόγων της Federal Reserve. Στα πρόσφατα τρίμηνα, η ανάπτυξη ήταν κατά μέσο όρο περίπου 2%, πράγμα που σημαίνει ότι ο εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να καταλήξει να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης των ΗΠΑ στο μισό. Η ανάπτυξη 1% δεν είναι ύφεση, η οποία τυπικά ορίζεται ως δύο διαδοχικά τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης. Ωστόσο, είναι αρκετά αργή ώστε η ανεργία να αρχίσει να αυξάνεται, και αν υπάρξει κάποιο άλλο οικονομικό σοκ -μια φούσκα πιστώσεων που θα σκάσει, μια κυβερνητική στάση [πληρωμών] που θα διαρκέσει, μια πολύ μεγαλύτερη από την αναμενόμενη κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου- η οικονομία θα μπορούσε να εισέλθει σε ύφεση.