Ο αβέβαιος θρίαμβος της Ιταλίας επί του λαϊκισμού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο αβέβαιος θρίαμβος της Ιταλίας επί του λαϊκισμού

Οι αναφορές περί καταστροφής του Matteo Salvini είναι εξαιρετικά υπερβολικές
Περίληψη: 

Αν η Ιταλία δεν αρχίσει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που άνοιξαν το δρόμο για την άνοδο του Σαλβίνι, η χώρα θα τον έχει να αγωνίζεται όταν θα διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές.

Ο ALEXANDER STILLE είναι καθηγητής Διεθνούς Δημοσιογραφίας στην έδρα San Paolo στο Columbia Journalism School.

Τον περασμένο μήνα, ο Matteo Salvini, ηγέτης του ιταλικού δεξιού λαϊκιστικού κόμματος Lega [1], προσπάθησε να κάνει μια Μακιαβελική κίνηση ισχύος. Ελπίζοντας να επωφεληθεί από την αυξανόμενη δημοτικότητά του, έριξε την δική του κυβέρνηση, με σαφή πρόθεση να εξαναγκάσει εκλογές που θα τον ξανάφερναν ως τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της Ιταλίας. Προς έκπληξη του ίδιου και των περισσότερων Ιταλών, ο παρατημένος εταίρος του συνασπισμού, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, στράφηκε και σχημάτισε μια νέα κυβέρνηση με το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα (DP), μέχρι τότε την κύρια αντιπολίτευση της κυβέρνησης.

Και έτσι ο Σαλβίνι έχει μετατρέψει αυτό που εμφανίστηκε ως μια στιγμή ιστορικού θριάμβου για την δεξιά, σε μια μεγάλη ευκαιρία για την αριστερά. Ο Σαλβίνι είχε κάνει αυτό που οι Ιταλοί αποκαλούν αυτογκόλ, έναν ποδοσφαιρικό όρο για τις ομάδες που βάζουν γκολ στον εαυτό τους κατά λάθος.

15092019-1.jpg

Ο Matteo Salvini στην Ρώμη, τον Αύγουστο του 2019. Remo Casilli / Reuters
---------------------------------------------------------------

«Η ιδέα της απομάκρυνσης της χώρας μας από μια εκτροπή στον επικίνδυνο, με βάση το μίσος, λαϊκισμό, επικράτησε», είπε [2] ο Nicola Zingaretti, ο γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος (Democratic Party, DP). Όταν αναγγέλθηκε ο νέος συνασπισμός, πολλοί σχολιαστές ανάσαναν ανακουφισμένοι για το ότι η Ιταλία πρόλαβε αυτό που κάποιοι φοβούνταν ότι θα ήταν η «Ορμπανοποίηση» της Ιταλίας ή αλλιώς η εμφάνιση μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης με επικεφαλής τον Σαλβίνι, η οποία θα ακολουθούσε το νεο-αυταρχικό μοντέλο του Ούγγρου πρωθυπουργού, Βίκτορ Όρμπαν.

Αλλά το αν η νέα κυβέρνηση ανακόψει την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού για περισσότερο [χρόνο] από προσωρινά θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο της Ιταλίας και να αναστρέψει κάποιες αρνητικές τάσεις που έχουν καταστήσει την χώρα έναν από τους ασθενέστερους κρίκους στην [αλυσίδα της] ΕΕ. Το να διορθωθούν όλα αυτά θα ήταν μια υπερβολική απαίτηση για οποιαδήποτε κυβέρνηση, πόσω μάλλον για μια [κυβέρνηση] που αποτελείται από δύο κόμματα –καθένα διχασμένο από σοβαρές εσωτερικές διαιρέσεις- που ήταν πικροί αντίπαλοι μέχρι πριν λίγες εβδομάδες. Με άλλα λόγια, αν η Ιταλία δεν αρχίσει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που άνοιξαν το δρόμο για την άνοδο του Σαλβίνι, η χώρα θα τον έχει να αγωνίζεται όταν θα διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΛΑΪΚΙΣΤΩΝ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ΑΕΠ της Ιταλίας ήταν το ίδιο με εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου. Τώρα είναι περισσότερο από 30% μικρότερο. Στην πραγματικότητα, είναι ακόμα περίπου 10% χαμηλότερο από ό, τι ήταν πριν από την οικονομική κρίση του 2007-08. Από την κρίση, η Ιταλία έγινε επίσης ο αγαπημένος προορισμός για πρόσφυγες που επιθυμούν να φτάσουν στην Ευρώπη από την Βόρεια Αφρική. Το 2012, μόνο 13.267 παράνομοι μετανάστες έφθασαν στους ιταλικούς λιμένες. Ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 170.000 το 2014 και 181.436 το 2016. Παράλληλα, σχεδόν τόσοι νεαροί Ιταλοί εγκαταλείπουν την χώρα για να αναζητήσουν την τύχη τους αλλού -μια σοβαρή διαρροή εγκεφάλων που αντικατοπτρίζει την ευρεία απαισιοδοξία μεταξύ πολλών Ιταλών για το μέλλον τους.

Αν και η μετανάστευση προς, και η μετανάστευση από, την Ιταλία ήταν αιτιωδώς άσχετες, μαζί δημιούργησαν, για τον μέσο Ιταλό, την εντύπωση μιας χώρας που κατευθυνόταν προς την λάθος κατεύθυνση. Αυτή η κακουχία προσέφερε την τέλεια ευκαιρία για τον Σαλβίνι, ο οποίος αγωνίστηκε με το σύνθημα «Πρώτα οι Ιταλοί!» και υποσχέθηκε να σταματήσει την παράνομη μετανάστευση. Επίσης, τροφοδότησε το Five Star, ένα αντισυστημικό κόμμα που ίδρυσε ο κωμικός Beppe Grillo, για να διεξάγει μια μακρά καμπάνια «Στα μούτρα σας!» ("Up Yours!") κατά του ιταλικού πολιτικού κατεστημένου.

Το πρόσωπο αυτού του κατεστημένου ήταν το DP, το κύριο κόμμα στην εξουσία μεταξύ 2013 και 2018. Ο διάδοχος του παλιού Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το DP, με την πάροδο του χρόνου κατέστη το κόμμα της δημοσιονομικής ευθύνης. Στην κυβέρνηση, προσπάθησε απελπισμένα να μεταρρυθμίσει την ιταλική οικονομία, τηρώντας ταυτόχρονα τους περιορισμούς των δαπανών που επέβαλαν οι Βρυξέλλες και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, επιβάλλοντας μέτρα λιτότητας που υπέσκαψαν την δημοτικότητά του.

Στις εθνικές εκλογές του 2018, το «Πέντε Αστέρια» εμφανίστηκε ως το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας, με πάνω από το 32% των ψήφων. Η Lega του Salvini κέρδισε το 17% των ψήφων, από το 4% το 2013, και εμφανίστηκε ως ο φυσικός δευτερεύων συνεργάτης σε έναν συνασπισμό Πέντε Αστέρων-Λέγκας. Μόλις βρέθηκε στην κυβέρνηση, όμως, ο Σαλβίνι έκλεψε την παράσταση. Απαίτησε έξυπνα για τον εαυτό του την θέση του Υπουργού Εσωτερικών και άρχισε να επιστρέφει καραβιά μετά από καραβιά με πρόσφυγες, εξαγριώνοντας ανθρωπιστικές οργανώσεις αλλά κερδίζοντας αξιοπιστία στους συμπατριώτες του Ιταλούς.

Με την δύναμη της αυξανόμενης δημοτικότητάς του, ο Σαλβίνι μπόρεσε να σπρώξει την κυβέρνηση συνασπισμού προς τα δεξιά. Ήταν επίσης σε θέση να διασπάσει την βάση των Πέντε Αστέρων, [που είναι] ένα ετερόδοξο κίνημα αποτελούμενο από απογοητευμένους αριστερούς, δυσαρεστημένους νέους ανθρώπους, και πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οργισμένους σχετικά με το εμπόριο και την Ευρωπαϊκή Ένωση - με αμερικανικούς όρους, ένα μείγμα ψηφοφόρων του Bernie Sanders και του Donald Trum.

Η αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων έγινε εμφανής στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν τον Μάιο. Η Lega σχεδόν διπλασίασε το μερίδιό της στην ψηφοφορία, λαμβάνοντας 34%, ενώ το Κίνημα των Πέντε Αστέρων έπεσε στο 17%. Με βάση την ισχύ του αποτελέσματος, σε αυτό που ορισμένοι περιέγραψαν ως «παραλήρημα παντοδυναμίας», ο Σαλβίνι έριξε την δική του κυβέρνηση στις 8 Αυγούστου. Υπέθεσε ότι θα ακολουθήσουν νέες εκλογές, στις οποίες θα εμφανιζόταν ως ο πιο ισχυρός πολιτικός στην Ιταλία.