Προς νέα ανατροπή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προς νέα ανατροπή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο

Πώς η τουρκική επέμβαση στην Συρία μπορεί να απειλήσει την συνοχή του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ
Περίληψη: 

Το «πράσινο φως» που έδωσαν οι ΗΠΑ στην Τουρκία να ελέγξει στρατιωτικά την Βόρειο Συρία, αναβαθμίζει τον ρόλο της Άγκυρας στην περιοχή. Μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη, και στην πιθανότητα μιας σταδιακής απόσυρσης των ΗΠΑ από τα ποικίλα μεσανατολικά μέτωπα, το Ισραήλ ωθείται να αναζητήσει εναλλακτικούς μηχανισμούς ασφαλείας. Οι απαντήσεις ίσως βρίσκονται στο μακρινό εκείνο καλοκαίρι του 1958, όταν οι σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας είχαν αναθερμανθεί, και δη εις βάρος των ελληνικών περιφερειακών συμφερόντων. Σήμερα, και μάλιστα υπό τις παρούσες ευμετάβλητες συνθήκες, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ καλείται να αποδείξει ότι δυσάρεστα περιστατικά του παρελθόντος δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Ο Δρ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι διδάκτωρ διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής του Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν, στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Ισραήλ. Το βιβλίο του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση (2018)

Το Γιομ Κιπούρ, η Ημέρα του Εξιλασμού, είναι η σημαντικότερη γιορτή της εβραϊκής θρησκείας. Ωστόσο, από τον πόλεμο που συνέβη την συγκεκριμένη ημέρα, τον Οκτώβριο του 1973 -ο οποίος στοίχισε πολλές ανθρώπινες ζωές εξ αιτίας του αιφνιδιασμού που υπέστησαν τότε οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας– η εορτή του Γιομ Κιπούρ κάθε χρόνο ανακινεί στο Ισραήλ δυσάρεστες μνήμες. Έτσι, το μήνυμα που τονίζουν τα τοπικά ΜΜΕ και η ίδια η κρατική μηχανή κάθε χρόνο αυτή τη μέρα είναι ότι, ανεξαρτήτως αργιών και εορτών, η ετοιμότητα για μια πιθανή ξαφνική επίθεση από Ανατολάς θα πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στο μέγιστο δυνατό επίπεδο. Μέσα σε αυτό το ανάμικτο κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης, διακοπών και του φοβικού συνδρόμου που συνοδεύει την ισραηλινή κοινή γνώμη κάθε χρόνο το Γιομ Κιπούρ, η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να παραχωρήσει ευγενικά την θέση της στον τουρκικό στρατό στην βορειοανατολική Συρία φάνηκε να αιφνιδιάζει Ισραηλινούς αξιωματούχους και τοπικά ΜΜΕ.

10102019-1.jpg

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, μιλά στον υπουργό Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, από το τηλέφωνο στο προεδρικό μέγαρο, στην Άγκυρα, στις 9 Οκτωβρίου 2019. Murat Cetinmuhurdar/Presidential Press Office/Handout via REUTERS
--------------------------------------------------------------------

Πέρα από τα σχόλια συμπάθειας προς τους Κούρδους, η προσπάθεια των οποίων για αυτοδιάθεση εκλαμβάνεται την τελευταία δεκαετία στο Ισραήλ ως ένας αγώνας παράλληλος με εκείνον που είχαν δώσει οι εβραϊκές ένοπλες οργανώσεις κατά των Βρετανών στην Παλαιστίνη, οι ισραηλινές ανησυχίες επικεντρώθηκαν στην εξής εκτίμηση: Η απόφαση των ΗΠΑ να δώσουν ουσιαστικά το «πράσινο φως» στην Τουρκία να αναλάβει τον έλεγχο της βορειοανατολικής Συρίας (και με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο τον ήδη σημαντικό ρόλο που παίζει η χώρα αυτή στον συριακό εμφύλιο), αποτελεί στην πραγματικότητα τον προάγγελο μιας συνολικότερης αμερικανικής αναδίπλωσης στη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι καινούργια η εκτίμηση ότι ενισχύεται ολοένα και περισσότερο μια στάση εσωστρέφειας στην αμερικανική πολιτική στην περιοχή. Ήδη από την εποχή Μπαράκ Ομπάμα αυτή η εκτίμηση επαναλαμβάνεται επίμονα από πολλούς αναλυτές και δεξαμενές σκέψεις (think tanks). Άλλωστε, η διαβλεπόμενη αμερικανική εσωστρέφεια αποτέλεσε και την ουσία των έντονων διαφωνιών που εκφράζονταν μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ τότε, με αποτέλεσμα ο Βενιαμίν Νετανιάχου να χαρακτηρίζεται ως ένας μάλλον «ενοχλητικός επισκέπτης» στον Λευκό Οίκο. Δεν θα πρέπει να παραπλανά η γενναία αμερικανική στρατιωτική βοήθεια που είχε παραχωρηθεί προς τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις από την διακυβέρνηση Ομπάμα. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα «τελευταίο» δώρο ενηλικίωσης προς την ισραηλινή πλευρά, η οποία θα καλείτο να αναλάβει μόνη της την άμυνά της έναντι των πολλών κινδύνων εξ Ανατολών και εκ Βορρά.

Με την εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ και τις πολλές φιλο-ισραηλινές διακηρύξεις του, που συνοδεύονταν και από πράξεις –με κυριότερη την μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ και την αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψίπεδα του Γκολάν- απομακρύνθηκαν οι ισραηλινές ανησυχίες ότι η Ουάσινγκτον θα ανέκρουε πρύμναν. Μια ακόμα σημαντική εγγύηση για την παραμονή των ΗΠΑ στην περιοχή, ήταν βέβαια και η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Συρία (γεγονός το οποίο ποτέ δεν είχε συμβεί στο παρελθόν), με τον κουρδικό παράγοντα να χαίρει μιας άνευ προηγουμένου στήριξης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο σε ένα καθεστώς αυτονομίας αλλά ακόμα και στην ανεξαρτησία.

ΟΙ ΗΠΑ ΦΕΥΓΟΥΝ. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ;

Πάντως, ακόμα και εάν πίσω από κλειστές πόρτες τόσο ο Νετανιάχου όσο και άλλοι υψηλόβαθμοι ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν πληροφορηθεί προ εννέα μηνών ότι η αντίστροφη μέτρηση της παρουσίας των ΗΠΑ στην Συρία είχε ήδη αρχίσει, οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις στο Ισραήλ και η παράταση της ακυβερνησίας ανάγκαζε τα τοπικά κέντρα αποφάσεων να αναμένουν τα αναπόφευκτα. Από την άλλη, και καθ’ όλο το τελευταίο διάστημα, η ισραηλινή στρατιωτική μηχανή φρόντιζε συστηματικά να απενεργοποιεί ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Συρία και στο Ιράκ. Φρόντιζε επίσης να απασχολεί δεόντως την Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο, προκειμένου να μειωθούν όσο γινόταν περισσότερο οι πονοκέφαλοι που θα επέρχονταν όταν η αμερικανική παρουσία θα άρχιζε σταδιακά να λιγοστεύει.