Είναι οι λαϊκιστές ιδιαίτερα επιρρεπείς στις πολιτικές γκάφες; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι οι λαϊκιστές ιδιαίτερα επιρρεπείς στις πολιτικές γκάφες;

Στο DNA των ακροδεξιών δημαγωγών βρίσκεται ένα σχέδιο για την καταστροφή τους
Περίληψη: 

Ορισμένοι από τους ακροδεξιούς λαϊκιστές της Ευρώπης έχουν αρχίσει να παραπαίουν, ο ένας μετά τον άλλο. Καταποντίζονται όχι επειδή οι ψηφοφόροι έχουν απορρίψει τις ιδέες τους, αλλά λόγω των ενοχλητικών σφαλμάτων που απορρέουν από ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί από νεφελώδη απομονωτισμό και υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Ο LUKAS KAELIN είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πρακτικής Φιλοσοφίας/Ηθικής στο Catholic Private University στο Linz, στην Αυστρία.
Ο BENJAMIN KAELIN είναι ερευνητικός βοηθός στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης.

Μετά από μια γρήγορη και φαινομενικά αναπόφευκτη άνοδο, ορισμένοι από τους ακροδεξιούς λαϊκιστές της Ευρώπης έχουν αρχίσει να παραπαίουν, ο ένας μετά τον άλλο. Καταποντίζονται όχι επειδή οι ψηφοφόροι έχουν απορρίψει τις ιδέες τους, αλλά λόγω των ενοχλητικών σφαλμάτων που απορρέουν από ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί από νεφελώδη απομονωτισμό και υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Στην Αυστρία, ο αντικαγκελάριος Heinz-Christian Strache βιντεοσκοπήθηκε να υπόσχεται κρατικές συμβάσεις σε αντάλλαγμα για δωρεές [πολιτικών] εκστρατειών, σε μια γυναίκα για την οποία πίστευε ότι ήταν ανιψιά ενός Ρώσου ολιγάρχη. Ως αποτέλεσμα, ο Strache και το ακροδεξιό του Κόμμα της Ελευθερίας βγήκαν από την κυβέρνηση τον Μάιο και είδαν το μερίδιο ψήφου τους να μειώνεται κατά περισσότερο από ένα τρίτο στις επόμενες εκλογές. Στην Ιταλία, ο Matteo Salvini, ο ηγέτης της εθνικιστικής Lega, προσπάθησε να επιβάλει εκλογές τον Αύγουστο που σκέφθηκε ότι θα κερδίσει. Αλλά ο πρώην εταίρος του συνασπισμού, το λαϊκιστικό Κίνημα Πέντε Αστέρων, εκμεταλλεύθηκε την συγκυρία για να δημιουργήσει μια εναλλακτική συμμαχία με το κεντροαριστερό κόμμα της Ιταλίας, και ο Σαλβίνι κατέληξε στην αντιπολίτευση. Και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον επέλεξε μια υψηλού κινδύνου στρατηγική επιδίωξης του Brexit με κάθε τρόπο -μόνο για να υποφέρει εξευτελιστικές ήττες στο Κοινοβούλιο και στα δικαστήρια. Αν και εξασφάλισε μια συμφωνία- έκπληξη της τελευταίας στιγμής [1] με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ίσως δεν μπορέσει να την πουλήσει στο δικό του Κοινοβούλιο. Εάν δεν το πράξει, θα θέσει υπό αμφισβήτηση την πολιτική επιβίωσή του.

21102019-1.jpg

Ο Μπόρις Τζόνσον βγαίνει το γραφείο του στην Downing Street στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 2019. Henry Nicholls / Reuters
------------------------------------------------------------------------

Ούτε οι ακραίες ιδέες τους ούτε η δύναμη των αντιπάλων τους έπληξαν αυτούς τους τρεις ηγέτες. Αντίθετα, έπεσαν θύματα της δικής τους ύβρεως [στμ: με την αρχαιοελληνική έννοια] , της ροπής τους σε επικίνδυνα παίγνια και της ψευδούς αίσθησης ότι είναι αήττητοι. Με άλλα λόγια, τα ίδια τα χαρακτηριστικά που προωθούσαν αυτούς τους ηγέτες στην εξουσία -η ικανότητά τους να προβάλλουν ισχύ, να καλλιεργούν μια λατρεία προσωπικότητας και να προσφέρουν απλές απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα –αναμφισβήτητα τους έκαναν να αποσπαστούν από την πραγματικότητα και, τελικά, να πέσουν πάλι με κρότο στην γη.

Ο δεξιός λαϊκισμός παραμένει μια ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη. Το Κόμμα της Ελευθερίας και η Lega μπορεί να ανακάμψουν. Ο Johnson και οι Brexiteers του θα μπορούσαν να καταλήξουν να έχουν τον τελευταίο λόγο. Όμως, ο απρόσμενος τρόπος με τον οποίο και τα τρία κινήματα έχουν βρεθεί στην άμυνα, υποδεικνύει μια βαθιά τρωτότητα –μια [τρωτότητα] που φαίνεται να κάνει ακροδεξιούς λαϊκιστές ιδιαίτερα επιρρεπείς σε θανατηφόρα λάθη.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΛΑΪΚΙΣΤΩΝ

Πριν από λίγο καιρό, οι δεξιόστροφοι λαϊκιστές φαινόταν έτοιμοι να πάρουν κομμάτι της εξουσίας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά την τελευταία δεκαετία, ακροδεξιά κόμματα κατέκτησαν την εξουσία στην Ουγγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία και την Πολωνία. Στην συνέχεια, το 2017, το Κόμμα της Ελευθερίας του Strache κέρδισε το 26% των ψήφων στην Αυστρία και έγινε ο δευτερεύων συνεργάτης σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με το δεξιό Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα.

Όπως και οι άλλοι ακροδεξιοί λαϊκιστές, το Κόμμα της Ελευθερίας έκανε προεκλογική καμπάνια με το μήνυμα «εμείς» έναντι «αυτών», τοποθετώντας τον εαυτό του ως τον μόνο νομιμοποιημένο υποστηρικτή του λαού σε μια εξαιρετικά εξατομικευμένη εκστρατεία επικεντρωμένη στον Strache. Οι Αυστριακοί, στο αφήγημα του κόμματος, ήταν ομοιογενείς, αγνοί, παραδοσιακοί και σκληρά εργαζόμενοι -και υπό επίθεση από τους μετανάστες. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα, το Κόμμα της Ελευθερίας εργάστηκε με το Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα για να προωθήσει αυστηρότερες πολιτικές μετανάστευσης και μέτρα που περιορίζουν την πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές για μειονότητες και μετανάστες. Επιδίωξε επίσης να αποδυναμώσει τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό και να δημιουργήσει μια ισχυρή πλατφόρμα social media που θα επέτρεπε στο κόμμα να παρακάμψει τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Αυτή η στρατηγική των social media, η οποία επικεντρώθηκε εξ ολοκλήρου στον Strache, δημιούργησε μια φούσκα παραπληροφόρησης, στην οποία πολλές από τις απόψεις που προωθήθηκαν από το κόμμα άγγιξαν τα όρια των θεωριών συνωμοσίας. Σε αυτό το εναλλακτικό σύμπαν, ο Strache σκιαγραφήθηκε ως ο σωτήρας της Αυστρίας, το μόνο πράγμα που στεκόταν ανάμεσα σε ένα καθαρό, παραδοσιακό έθνος και μια εχθρική ξένη εισβολή.

Η άνοδος της Lega στην Ιταλία ακολούθησε παρόμοιο σενάριο. Το κόμμα «καβάλησε» ένα κύμα αντίδρασης κατά του κατεστημένου [φτάνοντας] στην δεύτερη θέση στις εκλογές του 2018, συνασπιζόμενο με το λαϊκιστικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην κυβέρνηση. Ονομαστικά ο δευτερεύων εταίρος, η Lega επισκίασε γρήγορα τον εταίρο της στον συνασπισμό, ενισχυμένη από τις σκληρές αντιμεταναστευτικές πολιτικές και το εθνικιστικό σλόγκαν της «Πρώτα οι Ιταλοί!». Ο Σαλβίνι, ο οποίος έγινε υπουργός Εσωτερικών και αναπληρωτής πρωθυπουργός, αυτο-τοποθετήθηκε ως ο πραγματικός υποστηρικτής του λαού. Η σκληρή και πολεμική ρητορική του, σε συνδυασμό με τις απροκάλυπτα εθνικιστικές πολιτικές του, τον έκαναν γρήγορα το ηγετικό πρόσωπο στον συνασπισμό. Μέχρι την στιγμή που ανέτρεψε την κυβέρνηση τον Αύγουστο, φαινόταν πεπεισμένος για κάποια εκλογική νίκη -και προφανώς ξέχασε την εσωτερική λειτουργία της ιταλικής κοινοβουλευτικής πολιτικής.