Το δώρο του Τραμπ για τον Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το δώρο του Τραμπ για τον Πούτιν

Η ιδιωτικοποιημένη εξωτερική πολιτική του προέδρου αποτελεί δώρο για την Ρωσία
Περίληψη: 

Μετά από μια αργή εκκίνηση, ο Trump έχει επηρεάσει σχεδόν κάθε πτυχή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Και η μέχρι στιγμής ιστορία δεν εμπνέει. Ο Trump εξατομίκευσε, ιδιωτικοποίησε και αποθεσμοποίησε την εξωτερική πολιτική εις βάρος του εθνικού συμφέροντος. Αυτή η τάση έχει επιταχυνθεί τους τελευταίους μήνες, με αποκορύφωμα δύο καταστροφικά σφάλματα σε σχέση με την Ουκρανία και την Συρία.

Ο MICHAEL McFAUL είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών Freeman Spogli στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο From Cold War to Hot Peace: An American Ambassador in Putin’s Russia [1]. Από το 2012 έως το 2014, υπηρέτησε ως πρέσβυς των ΗΠΑ στην Ρωσία.

Επί δεκαετίες, αν όχι αιώνες, οι ακαδημαϊκοί συζητούν το τι έχει μεγαλύτερη σημασία στις διεθνείς υποθέσεις: Οι δομικές δυνάμεις, όπως η σχετική ισχύς μεταξύ των κρατών, ή οι ιδέες και οι αποφάσεις των μεμονωμένων ηγετών. Αλλά τουλάχιστον όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Donald Trump μπορεί να βάλει μια άνω τελεία στην συζήτηση.

24102019-1.jpg

Ο Trump σε συγκέντρωση στο Dallas, τον Οκτώβριο του 2019. Jonathan Ernst / Reuters
---------------------------------------------------------------

Μετά από μια αργή εκκίνηση, ο Trump έχει επηρεάσει σχεδόν κάθε πτυχή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Και η μέχρι στιγμής ιστορία δεν εμπνέει. Ο Trump εξατομίκευσε, ιδιωτικοποίησε και αποθεσμοποίησε την εξωτερική πολιτική εις βάρος του εθνικού συμφέροντος. Αυτή η τάση έχει επιταχυνθεί τους τελευταίους μήνες, με αποκορύφωμα δύο καταστροφικά σφάλματα σε σχέση με την Ουκρανία και την Συρία. Στην διαδικασία, το αμερικανικό κοινό υπέφερε, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ έχασαν, και οι αντίπαλοι των ΗΠΑ κέρδισαν –κανείς άλλος περισσότερο από τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΩΣΤΟ

Πριν από τρία χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το πιο ισχυρό κράτος του κόσμου, ικανό να επηρεάσει τα αποτελέσματα σε όλες τις ηπείρους και σε κάθε περιοχή θεμάτων. Αλλά από την αρχή της προεδρίας του, ο Trump επέλεξε την οπισθοχώρηση. Ακολούθησε με ζέση το δόγμα του περί απόσυρσης [2], εγκαταλείποντας μέσα σε λίγες μέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του την εμπορική συμφωνία 12 εθνών γνωστή ως Trans-Pacific Partnership, στην συνέχεια αποσύρθηκε από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, και την Συμφωνία για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty) με την Ρωσία. Έκτοτε έχει απειλήσει να εγκαταλείψει πολλούς άλλους πολυμερείς οργανισμούς και συμφωνίες.

Παρ' όλα αυτά, υπήρχαν κάποιες υπόνοιες συνέχειας με τις προηγούμενες διοικήσεις, τουλάχιστον κατά το πρώτο έτος της προεδρίας του Trump. Οι ανώτεροι υπάλληλοι της εθνικής ασφάλειας του Trump έμοιαζαν με εκείνους των προηγούμενων διοικήσεων σχετικά με τα διαπιστευτήρια και την εμπειρία τους, ειδικά όταν ο HR McMaster ανέλαβε ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας τον Φεβρουάριο του 2017. Και, όπως και οι προκάτοχοί του, ο Trump δεν απέπεμψε τους χιλιάδες -ίσως δεκάδες χιλιάδες- μη κομματικοποιημένους επαγγελματίες καριέρας στις δύο δεκάδες Υπουργεία και Υπηρεσίες που εμπλέκονται στον σχεδιασμό και την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Αυτές οι δυνάμεις υπέρ της συνέχειας -μαζί με το Κογκρέσο των ΗΠΑ, τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, τις επιχειρηματικές ομάδες και μη κυβερνητικές οργανώσεις- διαμόρφωσαν και συγκράτησαν για κάποιο χρονικό διάστημα την εξωτερική πολιτική της διοίκησης. Οι επικρίσεις του Trump σχετικά με τους «ατελείωτους πολέμους» δεν μεταφράστηκαν αρχικά στην απόσυρση στρατιωτών των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, το Ιράκ ή την Συρία. Στην Ασία, η διοίκησή του ήταν συστηματικότερη όσον αφορά την διάγνωση των απειλών για την οικονομία και την ασφάλεια που έχουν τεθεί από την Κίνα, αλλά αυτή η μετατόπιση ήταν ήδη σε εξέλιξη πριν αναλάβει καθήκοντα και αντικατοπτρίζει μια αναδυόμενη συναίνεση των δύο κομμάτων [των ΗΠΑ]. Ο Τραμπ επιτίμησε το ΝΑΤΟ, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποχώρησαν από την συμμαχία.

Ακόμη και η πολιτική του Τραμπ για την Ρωσία αρχικά διέφερε ελάχιστα από την προσέγγιση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα μετά το 2014. Αν και ο υποψήφιος Τραμπ είχε εξετάσει την άρση των κυρώσεων για την Ρωσία και αναγνώρισε ως νόμιμη την προσάρτηση της Κριμαίας από αυτήν, ενίσχυσε την υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ, και μάλιστα προχώρησε περισσότερο από τον Ομπάμα στην παροχή θανατηφόρου στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Ο Τραμπ όντως προσέδωσε μια ευπρόσδεκτη αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ για το Κρεμλίνο με το να μην συζητά πλέον για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ή παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά μέχρις εκεί.

Για τη Μόσχα αυτή η συνέχιση της πολιτικής ήταν μια απογοήτευση. Οι παρένθετοι του Πούτιν στην ρωσική τηλεόραση θρήνησαν την αδυναμία του Trump, την οποία απέδωσαν στο «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ -ο Τραμπ ήθελε να κάνει το «σωστό», ισχυρίστηκαν, αλλά περιορίστηκε από τις συμβατικές ελίτ της εξωτερικής πολιτικής που λειτουργούσαν τα επί της εθνικής ασφάλειας Υπουργεία του ˙ τους επαγγελματίες γραφειοκράτες στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Υπουργείο Άμυνας και στην CIA˙ και τους ρωσόφοβους στα αμερικανικά «mainstream» μέσα μαζικής ενημέρωσης και στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο ίδιος ο Πούτιν αναγνώρισε τις εγχώριες πολιτικές στις Ηνωμένες Πολιτείες ως το κύριο εμπόδιο που απέτρεπε τον Trump από το να επιδιώξει ένα λιώσιμο των πάγων με την Ρωσία. Δεν έκανε λάθος. Αλλά αντί για ένα μοχθηρό βαθύ κράτος που εργάζεται ενάντια στον πρόεδρο των ΗΠΑ, ήταν οι επαγγελματίες της εθνικής ασφάλειας στην διοίκησή του, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών που ο ίδιος διόρισε, οι οποίοι μετρίαζαν μερικές από τις πιο ακραίες φιλο-Πουτινικές τάσεις του Τραμπ.

ΜΙΑ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ ΞΗΛΩΝΕΤΑΙ

Το Κρεμλίνο ίσως, τελικά, να παίρνει αυτό που θέλει. Σταδιακά, αλλά κυρίως πέρσι, ο Trump διάβρωσε την κανονική διαδικασία λήψης αποφάσεων για την εθνική ασφάλεια, περιθωριοποίησε τους επαγγελματίες που συνήθως διαμορφώνουν και εκτελούν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, και τοποθέτησε τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τις άστοχες προσωπικές θεωρίες του –συχνά διαμορφωμένες από παραπληροφόρηση και θεωρίες συνωμοσίας- πάνω απ' όλα τα άλλα. Το αποτέλεσμα ήταν μια καταστροφή για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ και ένα δώρο για την Ρωσία.