Τα όρια της στρατηγικής ασάφειας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα όρια της στρατηγικής ασάφειας

Γιατί η μεταμόρφωση της πολιτικής για την Συρία από τον Τραμπ λειτούργησε -μέχρι που έπαψε να το κάνει
Περίληψη: 

Τα αποτελέσματα της μπερδεμένης πολιτικής του Τραμπ για την Συρία ήταν, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα πιεστικά και για τις υπό κουρδική ηγεσία δυνάμεις και για τις εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στον δρόμο της τουρκικής επίθεσης, η οποία έχει ήδη δημιουργήσει αξιόπιστες κατηγορίες για θηριωδίες.

Η FRANCES Z. BROWN είναι πρώην διευθύντρια στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας αμφότερων του Ομπάμα και του Trump και τώρα συνεργάτις στο Carnegie Endowment for International Peace.

Σε σχεδόν όλη την τριετία του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, οι αναλυτές έχουν θρηνήσει για την σύγχυση της εξωτερικής πολιτικής του, από την φαινομενική έλλειψη μιας υψηλής στρατηγικής (grand strategy) μέχρι τις απότομες αλλαγές πορείας του σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο το Αφγανιστάν, η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Όμως, όταν πρόκειται για την Συρία, αυτές οι επικρίσεις για την αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική του Trump παρέβλεπαν μια κεντρική αλήθεια: Μέχρι πολύ πρόσφατα, αυτή η ασάφεια ήταν χρήσιμη. Εσκεμμένα ή μη, η έλλειψη συνεκτικής πολιτικής επέτρεψε στον πρόεδρο να ισχυριστεί ότι οδηγούσε τη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) τη μια ημέρα, ενώ υποσχόταν να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τους αέναους πολέμους την επόμενη. Επιπρόσθετα, επέτρεψε στην ομάδα εθνικής ασφάλειας του Trump να συνεχίσει να εργάζεται περίπου όπως έκανε η ομάδα του προηγούμενου προέδρου, διεξάγοντας μια εκστρατεία εναντίον του ISIS σε συνεργασία με τοπικές δυνάμεις και έναν πολυεθνικό συνασπισμό. Στην πραγματικότητα, η πολιτική της διοίκησης για την Συρία μοιάζει με ένα τεστ Rorschach [στμ: τα ψυχολογικά τεστ που προκύπτουν από την φαντασιακή ανάλυση ενός ακαθόριστου σχήματος από μελάνι] -ένα ασαφές σχήμα στο οποίο οι παρατηρητές θα μπορούσαν να αποδώσουν το δικό τους προτιμώμενο νόημα.

14112019-1.jpg

Φάλαγγα αμερικανικών οχημάτων στο Ιράκ μετά την αποχώρησή τους από την βόρεια Συρία, τον Οκτώβριο του 2019. Azad Lashkari / REUTERS
--------------------------------------------------------------

Όμως, τον περασμένο μήνα, οι περιορισμοί αυτής της προσέγγισης αποκαλύφθηκαν πλήρως. Σε τηλεφωνική επικοινωνία στις 6 Οκτωβρίου, ο Τραμπ ανέφερε στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι θα αποσύρει τα στρατεύματα των ΗΠΑ κατά μήκος των συνόρων Τουρκίας-Συρίας, σύμφωνα με μια άμεση ανακοίνωση [1] από τον Λευκό Οίκο. Ήταν μια καταπληκτική αντιστροφή της πολιτικής των ΗΠΑ, και τις ημέρες μετά το τηλεφώνημα οι ανώτεροι αξιωματούχοι αγωνίστηκαν για να την επαναφέρουν. Αλλά μέχρι τότε ήταν ήδη πολύ αργά: Ο Ερντογάν είχε βασιστεί στα λόγια του Trump και ξεδίπλωσε στρατεύματα πέρα από τα σύνορα, καταλαμβάνοντας έδαφος που προηγουμένως επιτηρείτο από τις αμερικανικές δυνάμεις και τους Κούρδους εταίρους τους και απειλούσε να διαγράψει πέντε χρόνια προόδου κατά του ISIS. Μη φιλικοί δρώντες, όπως αποδείχθηκε, μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα μικτά μηνύματα του Λευκού Οίκου, επίσης.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΣΑΦΕΙΑ

Από τις πρώτες ημέρες της υποψηφιότητάς του, οι δηλώσεις του Trump σχετικά με την Συρία ήταν αντιφατικές. Υποσχέθηκε να «ισοπεδώσει το ISIS» (“bomb the shit out of ISIS”) [2], ενώ ταυτόχρονα διακήρυττε την πρόθεσή του να κρατήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες έξω «από αέναους πολέμους» [3]. Η σύγχυση εντατικοποιήθηκε μετά την ορκωμοσία του. Το σύνθημα του Trump «Πρώτα η Αμερική» έκανε τους περισσότερους παρατηρητές να υποθέσουν [4] ότι η διοίκησή του θα έπαιρνε μια πιο αποστασιοποιημένη (laissez-faire) στάση απέναντι στο καθεστώς του Σύρου προέδρου Bashar al-Assad. Όμως, αφότου ο Assad χρησιμοποίησε χημικά όπλα τον Απρίλιο του 2017 και πάλι τον Απρίλιο του 2018, ο Trump αντέδρασε με αεροπορικές επιδρομές σε μερικές από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Assad. Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ μιλούσαν μάλιστα για ένα μέλλον της Συρίας πέρα από τον Assad. Στις αρχές του 2018, ο υπουργός Εξωτερικών, Rex Tillerson, έκανε έκκληση δημοσίως για τη μετάβαση σε μια «ηγεσία μετά τον Assad» στην Συρία [5] και πιο πρόσφατα, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για την Συρία, James Jeffrey, τόνισε [6] ότι η Ουάσινγκτον θέλει μια «αμετάκλητη πολιτική μετάβαση» μακριά από το καθεστώς Assad.

Η ασάφεια έπληξε επίσης την συνεργασία των ΗΠΑ [7] με τις υπό κουρδική ηγεσία Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF). Στις αρχές του 2017, η ομάδα Trump ενέκρινε πρόσθετη υποστήριξη για αυτές τις δυνάμεις, κρίνοντάς τις ως τον πιο βιώσιμο εταίρο στην εκστρατεία εναντίον του ISIS. Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ σαφές για πόσο ή σε ποιον βαθμό οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν την συνεργασία τους με τις SDF. Ορισμένοι αξιωματούχοι της διοίκησης ισχυρίστηκαν ότι η συνεργασία ήταν μόνο «προσωρινή, συναλλακτική και σε επίπεδο τακτικής» [8]. Άλλοι υπογράμμισαν μια πιο δεσμευτική συνεργασία, επιμένοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν βιάζονται να αποχωρήσουν» [9] από το τμήμα της Συρίας όπου λειτουργούσαν ως ο εγγυητής των SDF.

Ακόμη και ο δηλωμένος στόχος της συμμετοχής των ΗΠΑ στην Συρία συνέχισε να μετατοπίζεται. Ενώ αρχικά επικεντρωνόταν στην κατανίκηση του ISIS, μέχρι το 2018 η διοίκηση είχε εντοπίσει δύο επιπλέον στόχους στην Συρία: Την έξωση των υπό ιρανική διοίκηση δυνάμεων και το να καταφέρουν μια πολιτική λύση στην σύγκρουση. Ορισμένοι αξιωματούχοι του Trump διαλαλούσαν αυτούς τους στόχους [10] στο σημείο [11] να μοιάζουν [12] με ξόρκι [13], αλλά ο ίδιος ο Trump σπανίως τους ανέφερε.

ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ

Επί δυόμισι χρόνια, αυτή η ασάφεια επέτρεψε πολλαπλές αναγνώσεις της πολιτικής του Τραμπ για την Συρία. Οι διαφορετικές αναγνώσεις, με την σειρά τους, επέτρεψαν στον Trump, στην ομάδα εθνικής ασφαλείας του, και ακόμη και στους Κούρδους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, να αποφύγουν να αναγνωρίσουν το γεγονός ότι οι πολιτικές που προτιμούσαν συχνά έρχονταν σε σύγκρουση.