Η κατάρρευση του γερμανικού πολιτικού κέντρου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κατάρρευση του γερμανικού πολιτικού κέντρου

Οι ρητορικές παραχωρήσεις από μόνες τους δεν θα σταματήσουν την δυναμική των λαϊκιστών
Περίληψη: 

Το ερώτημα σήμερα στην Γερμανία είναι τι θα αντικαταστήσει την κεντρώα συναίνεση που κυριάρχησε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ρατσιστικές και αντισημιτικές απόψεις είναι αρκετά διαδεδομένες στον γερμανικό πληθυσμό οπότε θα μπορούσε να προκύψει μια νέα συμφωνία γύρω από τον εθνικισμό, όπως συνέβη στην Ουγγαρία, για παράδειγμα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι νομοτελειακό.

Ο PETER KURAS είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Ζει στο Βερολίνο.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 2015, όταν φάνηκε ότι η ροή των προσφύγων προς την Ευρώπη ίσως να μην μειωνόταν ποτέ, η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, πραγματοποίησε μια συνέντευξη Τύπου. Είχε μόλις επισκεφτεί ένα κέντρο προσφύγων κοντά στην Δρέσδη, όταν άρθρωσε αυτό που σίγουρα θεωρούσε ότι ήταν μια ανέμελη φράση: « Wir schaffen das», είπε, ή αλλιώς «Θα το διαχειριστούμε αυτό». Μέσα στην κοινοτοπία της, η φράση φαινόταν εξίσου αταίριαστη με το «Change We Can Believe In» (Αλλαγή στην οποία μπορούμε να πιστέψουμε) του Barack Obama και το «Make America Great Again» του Donald Trump. Εκεί που οι πολιτικοί στην Αμερική συνωστίζονται στην φιλόδοξη γλώσσα του μάρκετινγκ, τα πολιτικά ντιμπέιτ στην Γερμανία διεξάγονται στηn γλώσσα των ασήμαντων μικροδουλειών. Θα μπορούσατε να πείτε «Wir schaffen das» για το πλύσιμο των ρούχων, για τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ή για το πέταμα των σκουπιδιών. Η φράση ήταν χαρακτηριστική μιας πολιτικής που έχει προσπαθήσει από καιρό να θάψει την ιδεολογία κάτω από στρώματα διοικητικών λεπτομερειών.

06122019-1.jpg

Αστυνομικοί και ακροδεξιοί διαδηλωτές στην Chemnitz, στην ανατολική Γερμανία, τον Σεπτέμβριο του 2018. Kevin Voigt / Xinhua / eyevine/ Redux
------------------------------------------------------------

Ωστόσο, οι επικριτές της Μέρκελ όρμησαν σε αυτή την φράση, για την οποία υποστήριξαν ότι προκάλεσε μια επικίνδυνα ανέμελη στάση απέναντι στους κινδύνους της μαζικής μετανάστευσης. Η πιο έντονη κριτική προέρχεται από το ακροδεξιό [κόμμα] Εναλλακτική για την Γερμανία ή AfD, του οποίου ο συναρχηγός Alexander Gauland δήλωσε οργισμένα: «Δεν θέλουμε να το διαχειριστούμε καθόλου». Αυτό που ήταν ένα νεύμα στο κύριο πλεονέκτημα της Merkel –δηλαδή, η ικανότητα- σύντομα έγινε ένα ειρωνικό σύνθημα που οι εχθροί της κρέμασαν στον σβέρκο της καγκελάριου σαν το άλμπατρος της παροιμίας [στμ: «έχω ένα άλμπατρος στον σβέρκο μου», δηλαδή κουβαλώ ένα ενοχλητικό βάρος].

Στα τέσσερα χρόνια από τότε που πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου της Μέρκελ, η γερμανική πολιτική παρασύρεται σταθερά προς τα δεξιά, και έχει αναδυθεί ένα απλοϊκό αφήγημα που κατηγορεί την μεταναστευτική πολιτική της: Η γενναιόδωρη πολιτική ασύλου της Μέρκελ αποξένωσε πολλούς κεντροδεξιούς ψηφοφόρους που αποτελούσαν την παραδοσιακή βάση της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) και τους οδήγησε στην πρόθυμη αγκαλιά του AfD. Προκειμένου το CDU -ή οποιοδήποτε κεντρώο κόμμα- να σταματήσει την ροή των ψηφοφόρων προς το AfD, συνεχίζει το επιχείρημα, θα πρέπει να μετακινηθεί προς τα δεξιά, ειδικά σε θέματα μετανάστευσης και πολιτισμού. Αλλά μια τέτοια στρατηγική είναι απίθανο να επιτύχει. Άλλωστε, το AfD έχει και το ίδιο κινηθεί σταδιακά περισσότερο προς τα δεξιά τα τελευταία χρόνια και το έκανε χωρίς να χάσει την υποστήριξη των ψηφοφόρων του. Το να φανταστεί κάποιος ότι η κεντροδεξιά θα μπορούσε να κερδίσει πίσω αυτούς τους ψηφοφόρους απλώς με το να βελτιώσει το μήνυμά της και να υιοθετήσει μερικά ακροδεξιά σημεία της συζήτησης υποδηλώνει ευπιστία.

Το γεγονός ότι οι εξτρεμιστικές θέσεις του AfD μπορούν να κινητοποιήσουν έναν μεγάλο αριθμό Γερμανών ψηφοφόρων δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Μια διαχρονική μελέτη [1] που ξεκίνησε από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας το 2002, διαπιστώνει σταθερά ότι πάνω από το ένα τρίτο των Γερμανών έχουν ξενοφοβικές απόψεις. Ο κοινωνιολόγος Wilhelm Heitmeyer διενήργησε μια δεκαετή εμπειρική έρευνα μεταξύ 2002 και 2011 και κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Η τελική του επισκόπηση αποκάλυψε ότι σχεδόν οι μισοί Γερμανοί πίστευαν ότι υπήρχαν «πάρα πολλοί ξένοι» στην χώρα, ενώ το ένα τρίτο συμφώνησε ότι υπήρχαν «φυσικές διαφορές μεταξύ των μαύρων και των λευκών» [2]. Οι στάσεις αυτές υπήρχαν πολύ πριν την προσφυγική κρίση του 2015 και έχουν εκδηλωθεί ξανά και ξανά, ίσως πιο αξιοσημείωτα κατά τα έτη μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, όταν ακροδεξιοί κακοποιοί τρομοκρατούσαν τακτικά κοινότητες μεταναστών στην ανατολική Γερμανία.

Οι δεξιόστροφες προκαταλήψεις, και μερικές φορές ακόμα και οι εξτρεμιστικές τάσεις, μόλυναν τους γερμανικούς θεσμούς, επίσης. Δείτε την κακοφτιαγμένη έρευνα των Αρχών σχετικά με την National Socialist Underground (NSU), μια ακροδεξιά τρομοκρατική ομάδα. Κατά την διάρκεια μιας δεκαετίας, η NSU δολοφόνησε δέκα ανθρώπους -σχεδόν όλοι τους μετανάστες- λήστεψε 14 τράπεζες και πραγματοποίησε τρεις βομβιστικές επιθέσεις. Όλο αυτό το διάστημα, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες επέμειναν ότι τα εγκλήματα δεν θα μπορούσαν να έχουν ρατσιστικά κίνητρα και αντ’ αυτού συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα. Μόνο όταν ένα από τα μέλη της ομάδας παραδόθηκε στην αστυνομία το 2011, η εθνική υπηρεσία ασφαλείας της χώρας προθυμοποιήθηκε να παραδεχτεί ότι πίσω από τα εγκλήματα βρισκόταν το φυλετικό μίσος. Πιο πρόσφατα, αποκαλύφθηκε ένα δίκτυο νεοναζί στην αστυνομία της Φρανκφούρτης [3], και η αστυνομία στην Σαξονίας βρέθηκε ότι παρανόμως [4] διέταξε την απομάκρυνση των αφισών μιας αντιφασιστικής εκστρατείας.

Ο πλουραλισμός, και όχι ο εθνικισμός, χαρακτήρισε τον μεταπολεμικό δημόσιο βίο στην Γερμανία, όχι επειδή απουσίαζε ο δεξιός εξτρεμισμός, αλλά επειδή μια ισχυρή συναίνεση ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα soziale Marktwirtschaft ή «τα κοινωνικά οικονομικά της αγοράς», τα οποία συνδύαζαν τον ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς με ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας και μια ισχυρή υποστήριξη για τα συνδικάτα. Ήταν αυτός ο συνδυασμός των καλά ρυθμισμένων ελεύθερων αγορών και των συνεχών επενδύσεων σε δημόσια αγαθά που βοήθησαν την γερμανική οικονομία να αναδυθεί από τα ερείπια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην κυρίαρχη θέση μέσα στην Ευρώπη, την οποία [θέση] απολαμβάνει σήμερα.