Η κατάρρευση του γερμανικού πολιτικού κέντρου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κατάρρευση του γερμανικού πολιτικού κέντρου

Οι ρητορικές παραχωρήσεις από μόνες τους δεν θα σταματήσουν την δυναμική των λαϊκιστών

Η Γερμανία, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία, προσδέθηκαν στο λεγόμενο «νέο κέντρο» την δεκαετία του 1990, αλλά με αυτόν τον τρόπο διέλυσαν τα ίδια τα θεσμικά όργανα που είχαν κρατήσει σε μεγάλο βαθμό τις εξτρεμιστικές σκέψεις έξω από την εκλογική πολιτική. Το κύμα ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης που σημάδεψαν εκείνη την εποχή πρέπει να είναι γνωστό, σε γενικές γραμμές, στους αγγλόφωνους αναγνώστες: Τα οφέλη που ήταν κάποτε σχετικά γενναιόδωρα και ευρέως διαθέσιμα για τους επιλέξιμους αιτούντες ήταν τώρα πενιχρά και εξαρτώμενα από την συμμόρφωση του αποδέκτη με ορισμένους αυθαίρετους και μερικές φορές ταπεινωτικούς κανονισμούς. Τα αποτελέσματα, μετά από αρκετές δεκαετίες αυτών των πολιτικών, είναι απογοητευτικά. Το 2013, για παράδειγμα, όσοι ανήκαν στα κορυφαία εισοδηματικά κλιμάκια στην Γερμανία αποκτούσαν πλούτο με ρυθμούς παρόμοιους με εκείνους του 1913, σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ανισότητας 2018 [5]. Η απορύθμιση και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν προκαλέσει τόση ζημιά στο λαϊκό αίσθημα περί κοινής ευθύνης όση και στην αίσθηση του [λαού] περί οικονομικής ασφάλειας. Το «νέο κέντρο» είναι πολύ αδύναμο για να κρατήσει μαζί μια όλο και πιο ποικιλόμορφη γερμανική κοινωνία και, ως εκ τούτου, η πολιτική συναίνεση γύρω από τις κεντρώες πολιτικές καταρρέει.

Το ερώτημα σήμερα είναι τι θα αντικαταστήσει αυτή την συναίνεση. Οι ρατσιστικές και αντισημιτικές απόψεις είναι αρκετά διαδεδομένες στον γερμανικό πληθυσμό οπότε θα μπορούσε να προκύψει μια νέα συμφωνία γύρω από τον εθνικισμό, όπως συνέβη στην Ουγγαρία, για παράδειγμα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι νομοτελειακό. Το 2015 πραγματοποιήθηκαν πορείες κατά της μετανάστευσης, γνωστές ως το κίνημα Pegida, και η αστυνομία απαρίθμησε 25.000 διαδηλωτές στην Δρέσδη, ένα από τα οχυρά του Pegida. Ωστόσο, τουλάχιστον 30.000 άνθρωποι [6] συγκεντρώθηκαν σε αντιδιαδηλώσεις στην γειτονική Λειψία. Το 2018, μια αντιρατσιστική πορεία στο Βερολίνο προσέλκυσε περισσότερους από 240.000 διαδηλωτές [7]. Οι διαδηλώσεις κατά της κλιματικής αλλαγής [8] και κατά των ανισοτήτων της αγοράς κατοικιών [9] κατέδειξαν ομοίως την δημοτικότητα των προοδευτικών αξιών. Και ορισμένες προτεραιότητες κοινωνικής πρόνοιας, όπως η νηπιακή εκπαίδευση, προσελκύουν ευρεία δημόσια υποστήριξη. Το γεγονός ότι η αριστερά δυσκολεύτηκε να μεταφράσει αυτή την δυναμική σε εκλογική επιτυχία οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι εκτείνεται σε πολλά κόμματα με διαφορετικά οράματα. Ενώ οι ψηφοφόροι που εγκατέλειψαν το CDU προς τα δεξιά έχουν σχεδόν όλοι πάει στο AfD, οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι έδωσαν τις ψήφους τους στους Σοσιαλδημοκράτες, στους Πράσινους, στο αριστερό Die Linke (Η Αριστερά) και σε αρκετά μικρότερα κόμματα. Η ελπίδα, φαίνεται, έρχεται σε περισσότερες γεύσεις από όσες ο φόβος.

Ένας πρόσφατος γύρος περιφερειακών εκλογών υπογράμμισε την ευκαιρία των ισχυρών προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας για να υποσκάψουν την δυναμική της ακροδεξιάς. Το AfD πραγματοποίησε σημαντικά κέρδη στα ανατολικά γερμανικά κρατίδια της Σαξονίας [10] και του Βραδεμβούργου [11] τον Σεπτέμβριο, ενώ πολλοί ανέμεναν ότι το κόμμα θα τα πήγαινε εξίσου καλά στην Θουριγγία τον επόμενο μήνα. Η προοπτική μιας ισχυρής επίδοσης του AfD σε αυτό το συγκεκριμένο κρατίδιο ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική, δεδομένου ότι ο ηγέτης του AfD εκεί είναι ο Björn Höcke, ένα από τα πιο φωνητικά και εξτρεμιστικά μέλη του κόμματος, ο οποίος είναι διάσημος για το ότι επέκρινε το μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο ως περιττό «μνημείο ντροπής». Αλλά παρόλο που το AfD είδε το μερίδιό του σε ψήφους να αυξάνεται, ο αληθινός νικητής των εκλογών ήταν το Die Linke.

Το Die Linke, το οποίο αναδύθηκε από τις στάχτες του κομμουνιστικού κυβερνώντος κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας μετά την επανένωση της χώρας, τα πήγε άσχημα στις πρόσφατες εκλογές στην Γερμανία. Στην Θουριγγία, ωστόσο, κέρδισε τις περισσότερες έδρες από οποιοδήποτε άλλο κόμμα για πρώτη φορά στην ιστορία του. Το κόμμα οφείλει αυτή την επιτυχία σε μεγάλο βαθμό στον Bodo Ramelow, ο οποίος από το 2014 έχει υπηρετήσει ως πρωθυπουργός της Θουριγγίας με την υποστήριξη των Σοσιαλδημοκρατών και του Κόμματος των Πράσινων. Όπως και ο Höcke του AfD, ο Ramelow κατηγορήθηκε για εξτρεμισμό και διερευνήθηκε από την γερμανική μυστική υπηρεσία -αλλά ενώ ο Höcke έχει καλά τεκμηριωμένες διασυνδέσεις με τους νεοναζί, ο Ramelow διερευνήθηκε βάσει μιας αόριστης υποψίας ότι μπορεί να συνδέθηκε για λίγο με το Κομμουνιστικό Κόμμα στα νιάτα του. Ως πρωθυπουργός, ο Ramelow κέρδισε μια φήμη ως ξεροκέφαλος πραγματιστής και, σύμφωνα με την γερμανική εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit, ακόμη και οι ντόπιοι εκπρόσωποι του CDU και των επιχειρήσεων δήλωσαν [12] ότι είναι ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις του στην κυβέρνηση.

Παρά αυτές τις επιδόσεις, ο Ramelow θα αντιμετωπίσει αντίθετους ανέμους, κυρίως επειδή οι εταίροι του στην συμμαχία -οι Πράσινοι και οι Σοσιαλδημοκράτες- έχασαν έδρες στις εκλογές του Οκτωβρίου, στερώντας έτσι τον συνασπισμό από μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. (Ο Ramelow επιχείρησε να φτιάξει μια συμμαχία με το CDU αλλά αποκρούστηκε). Ωστόσο, αντίθετα με τους κεντρώους ομολόγους του στο Βραδεμβούργο και την Σαξονία, ο Ramelow δεν είδε καμία μείωση στην υποστήριξη του δικού του κόμματος μεταξύ των ψηφοφόρων. Διαχειρίστηκε αυτή τη νίκη καταβάλλοντας την φασιστική ορμή με συνταξιοδοτικά σχέδια και προτάσεις υγειονομικής περίθαλψης, απορροφώντας την ενέργεια από την υπερβολική ρητορική του AfD κάνοντας συγκεκριμένα βήματα για την θέσπιση ή την βελτίωση προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας.