Πώς εξαφανίστηκε η αντιγερμανική ρητορική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς εξαφανίστηκε η αντιγερμανική ρητορική

Ή πώς οι Γερμανοί έγιναν... φίλοι μας*

Ήταν Αύγουστος του 2014. Σε μια γερμανική πόλη, στο Λιντάου, 17 νομπελίστες οικονομολόγοι συναντήθηκαν για να συζητήσουν για την παγκόσμια οικονομία. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 5ης Συνάντησης του Λιντάου, είχε δώσει το παρόν και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Η παρουσία της εκεί, όπως φάνηκε στην συνέχεια, δεν είχε εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Η κυρία Μέρκελ βρίσκονταν εκεί για να υπερασπιστεί την πολιτική που ακολουθούσε για την διαχείριση της ευρωζώνης και την υπεράσπιση του ευρώ που βαλλόταν πανταχόθεν. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν όσα ανάφερε στην εναρκτήρια ομιλία της ήταν μια μορφή απολογίας ή μια προσπάθεια να περιορίσει την απροκάλυπτη κριτική που δέχονταν μέσω δηλώσεων, συνεντεύξεων και αρθρογραφίας για την εμμονική πλέον προσήλωσή της στην «δημοσιονομική ορθοδοξία». Όποιο και αν ήταν το κίνητρο της κυρίας Μέρκελ η αλήθεια ήταν μια: Η δημόσια κριτική στην πολιτική της είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της.

13122019-1.jpg

Η καγκελάριος της Γερμανίας, Angela Merkel, χειρονομεί κατά την διάρκεια της ομιλίας της στην τελετή έναρξης της 5ης Συνάντησης Βραβευθέντων με Νόμπελ στις Οικονομικές Επιστήμες, στην Lindau, στη λίμνη Bodensee, στις 20 Αυγούστου 2014. Michaela Rehle/REUTERS
------------------------------------------------------------------------------------

Φαίνεται ότι τα επιχειρήματα της Γερμανίδας καγκελάριου δεν έπεισαν τους νομπελίστες.«Η Μέρκελ ακολουθεί στην Ευρώπη μια εντελώς εσφαλμένη πολιτική. Η πορεία λιτότητας που έχει επιβάλει θα οδηγήσει την ευρωζώνη σε βαθιά ύφεση», ανταπάντησε ο νομπελίστας οικονομολόγος Eric Maskin του Χάρβαρντ. «Το να απειλείς μια χώρα που ήδη έχει καταρρεύσει με περαιτέρω κυρώσεις δεν το βρίσκω τόσο καλή ιδέα» είπε ο Χάνσεν αναφερόμενος στα μέτρα αντιμετώπισης των υπερχρεωμένων χωρών της ευρωζώνης. Η Μέρκελ «έχει ήδη αντιληφθεί ότι το ευρώ έχει κατασκευαστικά ελαττώματα, αλλά από αυτή την διαπίστωση εξάγει εσφαλμένα συμπεράσματα», επισήμανε ο Σκωτσέζος οικονομολόγος James Mirrlees, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και κάτοχος του Νόμπελ Οικονομίας 1996. «Η ευρωζώνη απειλείται από μια μακροχρόνια ύφεση, που μπροστά της θα ωχριούν οι χαμένες δεκαετίες της Ιαπωνίας», υποστήριξε ο Τζόζεφ Στίγκλιτς. «Η ευρωζώνη πλήττεται από μια ολέθρια πολιτική», συμπλήρωσε ο Αμερικανός νομπελίστας, προσθέτοντας ότι επί χρόνια οι πολιτικοί και οι κεντρικοί τραπεζίτες δραστηριοποιούνταν με εσφαλμένα μοντέλα και υποθέσεις.

Αυτές και άλλες πολλές ήταν οι απαντήσεις στα όσα είπε η καγκελάριος κατά την εναρκτήρια ομιλία της στην συνάντηση -συμμετείχαν και 450 νέοι οικονομολόγοι- για να υπερασπιστεί την πολιτική της, η φιλοσοφία της οποίας συνοψίζονταν σε μια φράση: Τα «κατασκευαστικά σφάλματα» του οικονομικού και νομισματικού συστήματος θα πρέπει να αρθούν με την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων σε βάρος εκείνων που υπερχρεώνονται και οι οποίοι αρνούνται να προωθήσουν τις δέουσες μεταρρυθμίσεις.

Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό περιέγραφε την γερμανική αντίληψη για την Ευρώπη που θα πληρούσε τις απαιτήσεις της και θα ικανοποιούσε τις ανάγκες του Βερολίνου. Μια αντίληψη που παρέπεμπε στον Φρίντριχ Νίτσε και στην ιστορική σύνδεση της ενοχής με το χρέος. Στο «Γενεαλογία της Ηθικής», ο Νίτσε κοίταξε πίσω στην «παλαιότερη και πιο πρωτόγονη» προσωπική σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη ως την προέλευση του πώς «ένα πρόσωπο μετρά πρώτα τον εαυτό του έναντι του άλλου».

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι σε αυτή τη μικρή γερμανική πόλη καταγράφηκε η κορύφωση της ρητορικής που αποτύπωνε τον προβληματισμό κορυφαίων οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων ακόμα και φιλοσόφων για την ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας, η οποί αποσκοπούσε να μεταβάλλει το ευρωπαϊκό φεντεραλιστικό όραμα αρχικά σε μια εσωτερική αγορά για τα γερμανικά προϊόντα και στην συνέχεια σε πολιτική γερμανική ενδοχώρα. Φυσικά, υπήρχαν και φωνές που υποστήριζαν τις γερμανικές προδιαγραφές του ευρωπαϊκού μοντέλου αλλά σε κάθε περίπτωση αυτές είχαν περιορισμένη απήχηση, και στην συγκεκριμένη συγκυρία λειτουργούσαν ως λάδι στην φωτιά στην κριτική για τους στόχους και τους σκοπούς της Γερμανίας από την διαχείριση της οικονομικής κρίσης που έπληττε την Ευρώπη.

Για τους περισσότερους, η ρητορική είναι η τέχνη του δημόσιου λόγου. Για αυτούς, η αντιγερμανική πολιτική δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την δημόσια έκφραση του κοινού αισθήματος. Για κείνους, όμως, που προσεταιρίζονται την άποψη του Αριστοτέλη σύμφωνα με την οποία η ρητορική επιτελεί τρεις σκοπούς (αυτόν που συμβουλεύει, εκείνο που παροτρύνει, και τον τρίτο που αποτρέπει) , τότε η αντιγερμανική ρητορική και η κλιμάκωσή της είναι η δημόσια έκφραση διεργασιών στον ευρωπαϊκό πολιτικό στίβο και γεωπολιτικών ανακατατάξεων και προτεραιοτήτων. Όμως, το πιο σημαντικό είναι ότι με αυτόν τον φαινομενικά ανώδυνο τρόπο αναδεικνύεται εκείνο που ο μυθιστοριογράφος Thomas Mann είχε γράψει την περίοδο του μεσοπολέμου: «Δεν υπάρχουν δύο Γερμανίες, μια καλή και μια κακή. Η κακή Γερμανία είναι απλώς η καλή Γερμανία που παραστράτησε, η καλή Γερμανία σε ατυχία, σε ενοχή, και ερείπια».

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ’15

Σχεδόν ένα χρόνο μετά από την συνάντηση του Λιντάου, με το ενδεχόμενο του Grexit να προβάλλει απειλητικό, η ένταση της δημόσιας αντιπαράθεσης για τον ρόλο της Γερμανίας στην ελληνική κρίση ήταν εμφανώς χαμηλότερη. Όμως σε αυτές τις 320 μέρες που είχαν μεσολαβήσει είχε συμβεί μια οβιδιακή μεταμόρφωση: Ο δημόσιος διάλογος μετακινήθηκε από τις πολιτικές ευθύνες της Γερμανίας στην κρίση χρέους στον ευρωπαϊκό Νότο, στην σφαίρα της ηθικής. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευτεί η σχέση του «μικρού και απείθαρχου» συνομιλητή με τον «αυστηρό πλην τίμιο και ακριβοδίκαιο» κηδεμόνα, που συστηματικά προβαλλόταν ακόμα και από τα πιο έγκυρα παγκόσμια ΜΜΕ.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθεί κανείς το πώς η κριτική για το ευρώ και την λιτότητα μετατράπηκε σε διαμάχη μεταξύ εκείνων που διατράνωναν την ανάγκη να επιδειχθεί «επιείκεια» απέναντι στην μικρή και ανώριμη Ελλάδα, και των άλλων που απαιτούσαν οι απείθαρχοι Έλληνες να τιμωρηθούν παραδειγματικά προκειμένου να αποτραπούν άλλοι επίδοξοι αποσχιστές. Δεν θα πρέπει να περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι στην διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη νέα δανειακή σύμβαση είχε διαμορφωθεί στους κόλπους των Βρυξελλών ένα αρραγές μέτωπο στο οποίο ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, και η κυρία Μέρκελ εμφανίζονταν με την ιδιότητα του «διαπραγματευτή» ενώ ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Ολάντ, και ο Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι, υποδύθηκαν τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τις τεχνικές της διαπραγμάτευσης αντιλαμβάνονται στην διαφορά ανάμεσα στις δύο φάσεις: Ο χθεσινός κατηγορούμενος μεταλλάχθηκε σε υπερασπιστή των συμφωνημένων έχοντας, σε άλλο πόστο αλλά σε κάθε περίπτωση στο πλευρό του όλους τους... δικαστές. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η μετατόπιση του δημόσιου διαλόγου για τον χαρακτήρα της γερμανικής παρουσίας στην ΕΕ ήταν μια περιφανής νίκη της γερμανικής διπλωματίας και των μηχανισμών που διαθέτει να επηρεάζει την κοινή γνώμη των εταίρων της.

13122019-2.jpg

Ο τότε Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μιλά σε συνέντευξη Τύπου στην ετήσια σύνοδο ΔΝΤ/Παγκόσμιας Τράπεζας στη Λίμα του Περού, στις 9 Οκτωβρίου 2015. Guadalupe Pardo/REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

Η μετακίνηση αυτή αποτυπώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο με τους τίτλους δύο άρθρων που δημοσιεύθηκαν στο Foreign Affairs στην διάρκεια των δύο φάσεων της διαχείρισης της κρίσης χρέους. Το ένα με τίτλο A Pain in the Athens (Πόνος στην Αθήνα), του Mark Blyth, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στην έδρα Eastman στο Πανεπιστήμιο Brown, δημοσιεύθηκε στις αρχές Ιουλίου 2015 [1]. Το άλλο με τίτλο The Crisis of Europe (Η κρίση της Ευρώπης) του Timothy Garton Ash, καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και βασικού συνεργάτη στο ίδρυμα Hoover στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο 2102 [2]. Στο πρώτο , ο συγγραφέας εξέταζε την ελληνική κρίση ως διμερές πρόβλημα. Στο δεύτερο που είχε γραφτεί σχεδόν τρία χρόνια νωρίτερα, ο συγγραφέας επικεντρώθηκε στο δίλημμα: «Ευρωπαϊκή Γερμανία, γερμανική Ευρώπη» αναδεικνύοντας την αναβαθμισμένη στρατηγική του Βερολίνου.

Σήμερα, η προβληματική για τον ρόλο της Γερμανίας και τον τρόπο που διαχειρίζεται την εταιρική σχέση με τα υπόλοιπα μέλη του ευρωπαϊκού συνασπισμού δεν έχει καμία σχέση με εκείνη της περιόδου 2011-2015. Οι δημόσιες παρεμβάσεις που αφορούν στον πειθαναγκασμό των πλέον ευάλωτων οικονομικά εταίρων να ακολουθήσουν το γερμανικό άρμα, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Η αρθρογραφία στον διεθνή Τύπο έχει αραιώσει επιδεικτικά. Ακόμα και στις χώρες θύματα της νομισματικής και δημοσιονομικής σταθερότητας, οι main stream πολιτικές δυνάμεις προτιμούν να αναφέρονται στην ανάγκη προσαρμογής στα... νέα δεδομένα και στις προκλήσεις, παρά να υπενθυμίζουν την γερμανική συμβολή στην διαμόρφωσή τους. Ακόμα και αυτοί που ασκούν κριτική στον γερμανικό παράγοντα έχουν ήδη περιθωριοποιηθεί καθώς η κοινή γνώμη τούς αντιμετωπίζει ως ακραίους λαϊκιστές είτε της Αριστεράς είτε της ακροδεξιάς.

Η ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Για να αντιληφθεί κανείς την στροφή καταρχήν στο πεδίο της ρητορικής και στην συνέχεια στον στίβο της τρέχουσας πολιτικής διαχείρισης, θα πρέπει να ξεκινήσει μελετώντας την στάση της ευρωπαϊκής Αριστεράς και κυρίως των κομμάτων της Αριστεράς του ευρωπαϊκού Νότου. Ο ελληνικός ΣΥΡΙΖΑ, το ισπανικό Podemos , το ιταλικό PD (Partito Democratico) και η γαλλική πολυκερματισμένη Αριστερά προσφέρουν τα πιο απτά παραδείγματα αυτής της μεταμόρφωσης που υπέστη η δημόσια εικόνα της Γερμανίας.

Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Podemos ήταν τέκνα από την μήτρα της οικονομική κρίσης που έπληξε την ευρωζώνη από το 2010. Η γερμανική λιτότητα μεταμόρφωσε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα μικρό κόμμα που αγωνιζόταν για την κοινοβουλευτική του επιβίωση σε ένα συστημικό πολιτικό οργανισμό εξουσίας. Στην Ισπανία, που η απήχηση της παραδοσιακής κομμουνιστογενούς Αριστεράς ήταν περιορισμένη, από την γερμανικής κατασκευής λιτότητα ξεπήδησαν οι PODEMOS του Πάμπλο Ιγκλέσιας. Στην υπό γερμανική οικονομική κηδεμονία Γαλλία, οι περιορισμοί του Συμφώνου Σταθερότητας βοήθησαν την «Ανυπότακτη Γαλλία» του Ζαν Λικ Μελανσόν να εμφανιστεί ως κυρίαρχος του αριστερού χώρου εκτοπίζοντας το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (ΚΚΓ), το οποίο έχοντας την στάμπα του σταλινισμού επιβίωνε τις προηγούμενες δεκαετίες χάρη στις συμμαχίες του με τους σοσιαλιστές.

Η κορύφωση της αντιγερμανική ρητορικής των τριών έφθασε τον Ιανουάριο 2015 όταν οι ηγέτες τους πλαισίωναν τον κ. Τσίπρα στην εξέδρα από την οποία εκφωνούσε την προεκλογική του ομιλία εκτοξεύοντας λίβελους κατά της γερμανοτραφούς λιτότητας και της γερμανικής Ευρώπης. Όσοι παρακολούθησαν την ομιλία θα θυμούνται τους τρεις (Τσίπρας, Μελανσόν και Πάμπλο Ιγκλέσιας) να χαιρετούν το κοινό με σηκωμένες τις γροθιές τους εκπέμποντας, με αυτόν τον οικείο για την αριστερά τρόπο, το μήνυμα ότι η αριστερά του Νότου –καταρχήν- προχωρά στην δημιουργία ενός μετώπου με σαφή στόχο την λιτότητα που επέβαλε το Βερολίνο, η Γερμανίδα Καγκελάριος και το επιτελείο της, προεξάρχοντος του τότε υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε.

Για όσους γνώριζαν τον δαιδαλώδη και ενίοτε αδελφοκτόνο κόσμο της αριστεράς, η απουσία εκπροσώπου από την ιταλική αριστερά δεν τους ξένισε. Ενδεχομένως, κάποιοι από τους παριστάμενους σκέφτηκαν ότι ο ρόλος του PD ως κυβερνώσα Αριστερά, το οδήγησε να ακολουθήσει την προσφιλή τακτική της απομάκρυνσης από τους «συντρόφους» που είχαν κτίσει την πολιτική τους παρουσία στην αμφισβήτηση της στρατηγικής των «συμβιβασμών». Άλλωστε, ο πολιτικός πρόγονός τους, ο Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, με τον «ιστορικό συμβιβασμό» που επιχείρησε με τους Χριστιανοδημοκράτες ήταν εκείνος που εισήγαγε την αρχή της αρμονικής συνύπαρξης με τους ιδεολογικούς αντιπάλους. Για κάποιους άλλους, όμως, αυτή η απουσία ανέσυρε μύχιους φόβους για το τι θα ακολουθούσε αν αυτός ο «ιστορικός συμβιβασμός» εφαρμοζόταν –και- στην Ελλάδα. Τότε, η προοπτική της μετάλλαξης σε «ιστορική παράδοση» αν ο κ. Τσίπρας ανακάλυπτε όψιμα τον δρόμο του... ρεαλισμού θα ήταν σχεδόν αναπότρεπτη. Στους επόμενους οκτώ μήνες, και καθώς οι διαπραγματεύσεις (;) με τους δανειστές όδευαν σε ναυάγιο, η αντιγερμανική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και του κ. Τσίπρα άρχισε να ατονεί σε τέτοιο βαθμό που στις εκλογές του Σεπτεμβρίου η Γερμανία της κυρίας Μέρκελ είχε μετατραπεί από κυνικό εκμεταλλευτή σε αξιόπιστο εταίρο και σύμμαχο. Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΎΡΙΖΑ, ως κυβερνώσα αριστερά βάδιζαν πλέον στην λεωφόρο του... ρεαλισμού στον οποίο οι οξύτητες και οι επιθέσεις –ακόμα και λεκτικές- δεν είχαν καμία θέση. Για την εγκατάλειψη της πολιτικής της δημόσιας αμφισβήτησης του ρόλου της Γερμανίας, ο Έλληνας τότε πρωθυπουργός ανταμείφθηκε με την υποστήριξη(;) που εκδήλωσαν στο πρόσωπό του τόσο ο Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι, όσο και ο Γάλλος πρόεδρος, ο οποίος από «Ολανδρέου», έγινε ο φιλέλληνας Φρανσουά Ολάντ.

Η δημόσια αμφισβήτηση της καγκελαρίου Μέρκελ και των γερμανικών ελίτ σταδιακά εγκαταλείφθηκε και από τον Ισπανό Πάμπλο Ινγκέσιας των «Podemos». Το «Podemos» (μια ισπανική παραλλαγή του συνθήματος του Obama, «Μπορούμε») ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2014 με τις ευρωβουλευτικές εκλογές. Η πλατφόρμα του κόμματος (το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Εκλογικό Μανιφέστο), έκανε έκκληση για εθνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας, έναν κρατικά εγγυημένο μισθό, 35 ώρες εργασίας την εβδομάδα, υποχρεωτική ηλικία συνταξιοδότησης στα 60 χρόνια, νόμο αποτροπής απόλυσης εργαζομένων από κερδοφόρες εταιρείες και έλεγχο των πολιτών για το δημόσιο χρέος. Εκτός από το προοδευτικό μανιφέστο του, το «Podemos» έγινε γνωστό για τις θέσεις του ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και την τυραννία των αγορών. «Μερικοί λένε ότι η Ισπανία είναι εμπορικό σήμα, που μπορεί να συσκευάζεται και να πωλείται. Ανάθεμα σε όσους επιθυμούν να μετατρέψουν τον πολιτισμό μας σε εμπόρευμα: Είμαστε μια χώρα πολιτών, ονειρευόμαστε σαν τον Δον Κιχώτη, αλλά παίρνουμε τα όνειρά μας πολύ σοβαρά», δήλωνε ο Ιγκλέσιας σε ομιλία του στην Μαδρίτη.

Αλλά, όμοια με τον ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να ενταχθεί στα καθεστωτικά ισπανικά κόμματα στην διάρκεια του 2015 ανανέωσε το οικονομικό πρόγραμμα του. Έχοντας δεχτεί συμβουλές από τον οικονομολόγο Juan Torres Lopez και τον πολιτικό επιστήμονα Vicenç Navarro, το νέο οικονομικό πρόγραμμα του «Podemos» δεν απαιτεί πλέον την έξοδο της Ισπανίας από την ευρωζώνη. Αντιθέτως, επιδιώκει ευελιξία στις σχέσεις με τους πιστωτές της Ισπανίας, ουσιαστικά δηλαδή έχει την ίδια θέση με εκείνη του σοσιαλιστικού PSOE. Έχουν απέλθει επίσης τα πιο αμφιλεγόμενα χαρακτηριστικά τού Ευρωπαϊκού Εκλογικού Μανιφέστου, όπως το βασικό καθολικό εισόδημα και ο έλεγχος του δημόσιου χρέους από τους πολίτες -το πρώτο κρίθηκε υπερβολικά δαπανηρό και το τελευταίο δεν ήταν πρακτικό. Αντί γι’ αυτά, το νέο πρόγραμμα δίνει έμφαση στην αύξηση του κατώτατου μισθού και την προστασία απέναντι σε περαιτέρω κοινωνικές περικοπές –βασικό πρότυπο των προοδευτικών κομμάτων.

Αλλά, τελικά, η εγκατάλειψη της ρητορικής αυτής αποδείχθηκε ολέθρια για το Podemos, τα ποσοστά του οποίου καταποντίστηκαν στις εκλογές που έγιναν τρεις μέρες μετά από το δημοψήφισμα για το Brexit. Πιστό στην επιλογή να περιληφθεί, μαζί με το Λαϊκό Κόμμα και τους Σοσιαλιστές, στην ελίτ των συστημικών κομμάτων, έφθασε να συζητά με τους Σοσιαλιστές την συμμετοχή σε μια κυβερνητική συμμαχία που θα εξασφάλιζε στον Ισπανό σοσιαλιστή πρωθυπουργό μια ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

Στην πεντάχρονη αυτή διαδρομή, η αντιευρωπαϊκή και η αντιγερμανική ρητορική του «Podemos», ακολουθώντας κατά πόδας την τακτική των Ελλήνων «συντρόφων», όχι μόνο λειάνθηκε αλλά -στην πραγματικότητα- εξαλείφθηκε, καθώς η επιθετική τακτική που παρέπεμπε στον Τσάβες (την περίοδο 2014-2015 ο διεθνής Τύπος χαρακτήριζε τους Ισπανούς θεράποντες της νέας αριστεράς ως τσαβίστες) αρχικά περιορίστηκε και στην συνέχεια εξαφανίστηκε παραχωρώντας την θέση της σε αόριστες αναφορές στην ανισότητα, στην ανάγκη επανασχεδιασμού της ευρωπαϊκής ομοσπονδοποίησης και της νομισματικής ένωσης.

Φαίνεται ότι για την σημερινή ευρωπαϊκή αριστερά, η εκπλήρωση των κυβερνητικών οραμάτων δεν συμβαδίζει με την εχθρότητα προς την γερμανική κυριαρχία και την ηγεσία της.
Η διαπίστωση αυτή δεν φαίνεται να ικανοποίησε τον τρίτο της παρέας που βρέθηκε στην Αθήνα εκείνη την κρύα νύκτα του Ιανουαρίου στην εξέδρα της προεκλογικής ομιλίας του κ. Τσίπρα που είχε στηθεί στην πλατεία Ομονοίας. Ο κ. Μελανσόν, ο επικεφαλής της νέας γαλλικής αριστεράς που εξακολουθεί να βλέπει το [προεδρικό μέγαρο του] Ελιζέ από πολύ μακριά, είχε την ευχέρεια -σε αντίθεση με τους άλλους δύο συνοδοιπόρους του- όχι μόνο να τηρεί υψηλούς τόνους στην κριτική σε βάρος της Γερμανίας και της κυρίας Μέρκελ αλλά και να αποκηρύσσει τον κ. Τσίπρα. Αποκορύφωμα της αντιπαλότητας αυτής ήταν, τον Ιούλιο του 2018, όταν ο Ζαν Λυκ Μελανσόν εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του άλλοτε συντρόφου Αλέξη Τσίπρα. Μιλώντας στο γαλλικό δίκτυο BFMTV, ο Μελανσόν χαρακτήρισε τον Έλληνα τότε πρωθυπουργό ως μια «από τις πιο ελεεινές φιγούρες της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής». Η απάντηση αυτή ήρθε μετά από ένα σχόλιο του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος προσπάθησε –όπως τόνισε ο ίδιος– να του κάνει «μαθήματα» για το νόημα της αριστεράς. «Έχω την αίσθηση ότι ο Μελανσόν δεν θέλει να κυβερνήσει» είχε πει τότε ο Αλέξης Τσίπρας και πρόσθεσε: «Είμαι πλέον βέβαιος ότι σε περίπτωση νίκης, δεν θα ξέρει τι να κάνει. Αυτό δεν αποτελεί αριστερή θέση». O Μελανσόν δήλωσε ότι «ο Τσίπρας εξελέγη, υποσχόμενος ένα αριστερό ριζοσπαστικό πρόγραμμα και όταν του παρουσίασαν ένα απαράδεκτο μνημόνιο το έθεσε σε δημοψήφισμα, χωρίς να αποδεχθεί τελικά την βούληση του λαού του. Πρόδωσε το λόγο του. Γιατί ξεπουλά την δημόσια περιουσία και καταστρέφει την χώρα του;», αναρωτήθηκε ο Γάλλος πολιτικός συμπληρώνοντας ότι «δεν θέλει να υπάρχει ούτε ένας Γάλλος πολίτης που να πιστεύει πως αν ο ίδιος αναλάβει την εξουσία θα γίνει ένας ακόμη Τσίπρας». Οι δηλώσεις αυτές ήταν η συνέχεια της αντιπαράθεσης που είχε ξεκινήσει τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς όταν το Κόμμα της Αριστεράς, του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, απαίτησε να αποβληθεί ο ΣΥΡΙΖΑ από την Ευρωπαϊκή Αριστερά.

13122019-3.jpg

Ο Αλέξης Τσίπρας, επικεφαλής του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ και ο Jean-Luc Melenchon (αριστερά), ηγέτης του γαλλικού κόμματος Parti de Gauche, σε συνέντευξη Τύπου, στην εθνοσυνέλευση στο Παρίσι, στις 21 Μαΐου 2012. Οι σχέσεις τους χάλασαν αργότερα. Gonzalo Fuentes/REUTERS
-------------------------------------------------------------------------

Έτσι, στον βωμό της κυβερνησιμότητας θυσιάστηκε μια πολιτική φιλία που είχε ξεκινήσει πριν πέντε περίπου χρόνια. Το 2014, ο Μελανσόν είχε στηρίξει σε μεγάλο βαθμό τον Τσίπρα. Σε συνάντηση που είχαν στην Γαλλία είχε πει: «Αν κερδίσεις τις εκλογές στην Ελλάδα, θα μάθουμε όλοι ελληνικά». Επίσης , ο Μελανσόν είχε αναφερθεί με διθυραμβικά σχόλια για την εξαιρετική επιλογή που κάνει η αριστερά σχετικά με την υποψηφιότητα του Τσίπρα για την προεδρία της Κομισιόν, ενώ απευθυνόμενος στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, του ανέφερε: «Είσαι υποψήφιος και στην Γαλλία, και κάνουμε καμπάνια για σένα».

Οι μεγάλοι απόντες από αυτήν την προεκλογική φιέστα της χειμωνιάτικης Αθήνας του 2015 ήταν οι Ιταλοί «σύντροφοι». Λογικό, αφού, το «PD», ο διάδοχος του παλιού Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, όντας κόμμα εξουσίας -από το 2013- είχε επιλέξει τον δρόμο του κατευνασμού της Γερμανίας. Ως κυβέρνηση, προσπάθησε απελπισμένα να μεταρρυθμίσει την ιταλική οικονομία, τηρώντας ταυτόχρονα τους περιορισμούς των δαπανών που επέβαλαν οι Βρυξέλλες και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, επιβάλλοντας μέτρα λιτότητας που υπέσκαψαν την δημοτικότητά του και οι προτεραιότητες αυτές απέκλειαν την αντιγερμανική πολιτική με την ένταση και την δηκτικότητα των υπολοίπων τριών.

Όμως, η τακτική αυτή αποδείχθηκε προβληματική σε μια χώρα που η οικονομία της μαστίζεται από υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, πτώση του ΑΕΠ και μετανάστευση. Ουσιαστικά, η σύμπλευση με το Βερολίνο που επέβαλε το PD, άνοιξε ένα κενό το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο κωμικός ηθοποιός Μπέπε Γκρίλο και τα «Πέντε Αστέρια» του, ένα αντισυστημικό κόμμα που η καμπάνια «Στα μούτρα σας!» ("Up Yours!") στρέφονταν κατά του ιταλικού πολιτικού κατεστημένου και της Γερμανίας χρησιμοποιώντας οξεία ρητορική. Προσελκύοντας απογοητευμένους αριστερούς, δυσαρεστημένους νέους ανθρώπους, και πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οργισμένους σχετικά με το εμπόριο και την Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε –το 2018- λίγα χρόνια από την σύστασή του, να αναδειχθεί το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας, με πάνω από το 32% των ψήφων. Η αντιγερμανική ρητορική είχε αποδώσει καρπούς αλλά η πραγματικότητα σύντομα άρχισε να τους παίρνει πίσω. Η κυβέρνηση Κόντε -προϊόν συνεργασίας με την Λέγκα του Βορρά- διαλύθηκε καθώς ο ηγέτης των Αστεριών δεν θέλησε να ακολουθήσει τον Σαλβίνι στα μέτωπα που άνοιγε με το Βερολίνο και τους μετανάστες, και έτσι η συνεργασία με το PD που ακολούθησε στην συνέχεια περιόρισε στο ελάχιστο την αντιγερμανική ρητορική η οποία συνέβαλλε στο να αναδειχθεί σε πρώτη πολιτική δύναμη της Ιταλίας.

Η κυβερνώσα αριστερά και οι απαιτήσεις του νέου ρόλου της μπορεί να ερμηνεύσει την άμβλυνση της κριτικής προς την Γερμανία αλλά δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος που οι χθεσινοί εχθροί μεταμορφώθηκαν μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια σε... φίλους και σεβαστούς εταίρους.

ΤΟ ΑΝΤΙΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

Όλα αυτά θα είχαν πολύ μικρή σημασία, αν στο πολυκερματισμένο λόγω οικονομικής κρίσης πολιτικό σύστημα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών η αριστερά δεν είχε αναδειχθεί σε κρίσιμο παράγοντα στην δημιουργία κυβερνητικών συνασπισμών, και αν η πολεμική κατά της Γερμανίας δεν συγκινούσε μια μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων ψηφοφόρων, κυρίως του ευρωπαϊκού Νότου. Το κενό στην αντιγερμανική ρητορική που άφηνε η Αριστερά με την προσχώρησή της στο συστημικό στρατόπεδο έσπευδε με μεγάλη ικανοποίηση να το καλύψει η ακροδεξιά.

Από τις αρχές του 2018, η ακροδεξιά κυρίως του ευρωπαϊκού Νότου είχε πλέον αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στο αντιγερμανικό στρατόπεδο καθώς στην ρητορική αλλά και στο πολιτικό πλαίσιο που διατύπωνε η γερμανική Ευρώπη είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Και για την επιλογή της αυτή αμείφθηκε πλουσιοπάροχα από τους ψηφοφόρους της Αριστεράς καθώς ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς προσεταιρίστηκε τις θέσεις της. Ιδιαίτερα έκδηλο έγινε το φαινόμενο αυτό στην Γαλλία καθώς εκλογικές περιφέρειες που στις προηγούμενες δεκαετίες δέσποζε η αριστερά πέρασαν στο έλεγχο της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν. Αλλά από το «ίδιο πανέρι» ψώνισε και ο Σαλβίνι καθώς η Λέγκα στις τελευταίες εκλογές που έγιναν στην Ιταλία εκτινάχθηκε στο 17% των ψήφων από το 4% το 2013. Δημοκοπικά ευρήματα εμφανίζουν το ακροδεξιό VOX στην Ισπανία να «κλέβει» ψήφους από την δεξαμενή της αριστεράς, ενώ για την Ελλάδα δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι, παρά την κοινοβουλευτική «εξορία» της Χρυσής Αυγής, ο θρίαμβος της ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές θα πρέπει να αποδοθεί και στην επανάκαμψη ακροδεξιών ψηφοφόρων που είχαν διασκορπιστεί σε μικρότερα πολιτικά κόμματα τα οποία αξιοποίησαν στα προηγούμενα χρόνια τα αντισυστημικά και αντιγερμανικά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων του δεξιού χώρου. Αν, μάλιστα, προσθέσουμε και τους ψηφοφόρους της «Ελληνική Λύσης» τότε έχουμε την πλήρη εικόνα στην συνάρτηση ακροδεξιά και αντιγερμανισμός.

Και ενώ στον ευρωπαϊκό Νότο, ο αντιγερμανισμός έγινε μια αποκλειστική υπόθεση της ακροδεξιάς εξαιτίας της μετάλλαξης της αριστεράς από πολιτικό οργανισμό με καταγγελτικό λόγο σε καθεστωτική πολιτική δύναμη η οποία διεκδικούσε κυβερνητικό ρόλο με κάθε ευκαιρία που εμφανίζονταν, σε άλλα σημεία της Ευρώπης, η οικειοποίηση της ρητορικής εναντίον της Γερμανίας αξιοποίησε άλλες ευκαιρίες. Για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία η επάνοδος του Φάρατζ στην κεντρική πολιτική σκηνή έγινε με αφορμή το Brexit για το οποίο αξιοποιήθηκε η άρνηση της πλειοψηφίας των Βρετανών να ανήκουν σε μια γερμανική Ευρώπη. Αντίθετα, στην Ανατολική Ευρώπη, τόσο η κυβέρνηση του ουγγρικού Fidesz με επικεφαλής τον Βίκτορ Όρμπαν όσο και η κυβέρνηση του κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS) στην Πολωνία πρόβαλλαν την αντιγερμανική πολιτική επικαλούμενοι αρχικά ιστορικούς λόγους αλλά στην συνέχεια το προσφυγικό-μεταναστευτικό.

Τα δύο αυτά κόμματα είναι συντηρητικά και εθνικιστικά και έχουν πολλά κοινά. Για παράδειγμα, από οικονομική άποψη υιοθετούν μια εκδοχή του εθνικισμού που συνδυάζει την υποστήριξη για αναδιανεμητικές κοινωνικές πολιτικές με τον σκεπτικισμό προς τις διεθνείς εταιρείες, μια οπτική η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την «ελευθερία των αγορών» που έχει υιοθετήσει η Γερμανία προκειμένου να διατηρήσει την οικονομική της παντοδυναμία στις αγορές των εταίρων της. Αμφότερα τα κόμματα είναι επίσης αντίθετα με την μετανάστευση, και, ιδιαίτερα στην Ουγγαρία, αυτό έχει χρησιμοποιηθεί για να κινητοποιηθεί το ριζοσπαστικό εθνικιστικό συναίσθημα.

Όμως, ανάμεσα στο πολωνικό PiS και το ουγγρικό Fidesz οι διαφορές υπερτερούν των ομοιοτήτων. Η συντηρητική στροφή της Ουγγαρίας υπό τον Orban υπήρξε πολύ πιο λαϊκίστικη και αυταρχική από εκείνην στην Πολωνία υπό το PiS. Για παράδειγμα, το 2010, όταν ο Orban είχε μια αρκετά μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αλλάξει το ουγγρικό σύνταγμα, πέρασε (από την βουλή) περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου σε δημόσια και ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, και άλλαξε τον εκλογικό νόμο για να ευνοήσει μεγάλα κόμματα όπως το Fidesz. Μια από τις νέες συνταγματικές διατάξεις-κλειδιά ήταν η τέταρτη τροπολογία, η οποία υπονόμευσε την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, έφερε τα πανεπιστήμια υπό μεγαλύτερο κυβερνητικό έλεγχο, κατέταξε την έλλειψη στέγης στα εγκλήματα, και έβλαψε τα ανθρώπινα δικαιώματα εν γένει. Τίποτα συγκρίσιμο δεν συνέβη στην Πολωνία, όπου υπάρχουν ελεύθερα, ιδιωτικά, και σε μεγάλο βαθμό διεθνή μέσα ενημέρωσης, και δεν υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στις ατομικές ελευθερίες. Ακόμα και ο νέος αντιτρομοκρατικός νόμος της Πολωνίας, μερικές φορές παρουσιασμένος ως μια επίθεση στις ελευθερίες των πολιτών, είναι για τα καλά μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Αλλά για πολλούς αυτό που απομακρύνει τα δύο ακροδεξιά κόμματα από το να βρεθούν πιο κοντά, είναι οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Η στενή σχέση του Orban με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, για ιστορικούς λόγους δεν μπορεί να αναπαραχθεί στην Πολωνία. Η Ουγγαρία είναι και θα παραμείνει ο ταραχοποιός-κλειδί όταν πρόκειται για την πολιτική της ΕΕ απέναντι στην Μόσχα. Ο Orban είναι εμπνευσμένος από την ρωσική πολιτική έννοια της «κυρίαρχης δημοκρατίας» -μια μορφή κατευθυνόμενης δημοκρατίας με περιορισμένο κοινωνικό και πολιτικό πλουραλισμό- και απολαμβάνει να βάζει την ΕΕ κατά της Ρωσίας και αντιστρόφως. Η Βαρσοβία, αντίθετα, από καιρό αισθάνεται γεωπολιτικά απειλούμενη από την Ρωσία, και δεν θα εξετάσει το να κλίνει προς την Μόσχα ως εναλλακτική λύση προς την ΕΕ. Στην πραγματικότητα, παρά τις συνεχιζόμενες εντάσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της κυβέρνησης του PiS, κανείς Πολωνός πολιτικός παράγοντας δεν υπονοεί ότι η Πολωνία θα πρέπει να αποχωρήσει από την ΕΕ –κι αυτό σε μια εποχή που το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη ψηφίσει για να φύγει, και λαϊκιστικά κόμματα στην Δανία, την Φινλανδία, την Γαλλία και την Σουηδία απαιτούν όλα δημοψηφίσματα εξόδου. Παρόλα αυτά, η πολιτική που ακολουθεί φαίνεται ότι προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο Βερολίνο και την Ουάσιγκτον.

Η δημόσια ρητορική, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την έντασή της, αποτελεί μέρος του πολιτικού παιγνιδιού. Ενός παιχνιδιού στο οποίο οι κινήσεις των παικτών δεν στοχεύουν μόνο σε εσωτερικούς στόχους και σκοπούς αλλά τις περισσότερες φορές προκαλούν αποτελέσματα τα οποία επηρεάζουν και ένα ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτικό περιβάλλον. Υπό το πρίσμα αυτό, η πορεία από το ζενίθ στο ναδίρ που έχει καταγράψει από το 2011 μέχρι σήμερα η ρητορική κατά της Γερμανίας, δεν απεικονίζει τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τις οβιδιακές μεταβολές που έχουν συμβεί στην ΕΕ στην διάρκεια των τελευταίων οκτώ χρόνων. Με την αξιοποίηση της αντιγερμανικής ρητορικής η «νέα» αριστερά απέκτησε την πολιτική νομιμοποίηση και αντιμετωπίστηκε ως ισότιμη με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης -σοσιαλδημοκράτες και χριστιανοδημοκράτες. Μόλις ο στόχος αυτός πραγματοποιήθηκε, εγκατέλειψε τις ρητορικές κορώνες κατά της καγκελαρίου και του «αιμοδιψούς» υπουργού Οικονομικών της, του κ. Σόιμπλε. Στο μεταξύ, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό Νότο, η αναρρίχηση της Αριστεράς στο ρετιρέ της εξουσίας συνοδεύτηκε από τον πολυκερματισμό του πολιτικού συστήματος και την επιστροφή των συμμαχικών κυβερνήσεων, γεγονός που ενίσχυσε τον ρόλο της Γερμανίας στα επιμέρους χώρες. Και αυτό είναι ένας από τους παράγοντες που επηρέασαν στην άμβλυνση της καχυποψίας απέναντι στους γερμανικούς σχεδιασμούς.

Η πολιτική τις περισσότερες φορές υπακούει στο αξίωμα της «δυναμικής των ρευστών». Το κενό που δημιουργείται όταν ένας πολιτικός οργανισμός εγκαταλείπει μια πολιτική πρακτική αμέσως καλύπτεται από τον ανταγωνιστή του. Με απλά λόγια, η απροθυμία της κυβερνώσας αριστεράς να εξακολουθήσει να αξιοποιεί την ρητορική κατά του «γερμανικού επεκτατισμού», επέτρεψε σε ένα μέρος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς να σπεύσει για να εξασφαλίσει να αποκτήσει μεγαλύτερη αποδοχή σε ομάδες πληθυσμού οι οποίες μέχρι τότε ήταν εχθρικές. Ένα άλλο κομμάτι της εκμεταλλεύτηκε την ρητορική αυτή προκειμένου να αποκτήσει ευρύτερα ερείσματα στο εσωτερικό ακροατήριο στο οποίο απευθυνόταν. Ως μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί το γερμανικό Εναλλακτική για την Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), η παρουσία του οποίου στον ευρωπαϊκό πολιτικό στίβο άρχισε να ενισχύεται το 2012 με την εφαρμογή των προγραμμάτων στήριξης στον ευρωπαϊκό Νότο και να κορυφώνεται με την προσφυγική κρίση.

Όμως, η μονοπώληση της αντιγερμανικής πολιτικής από την ακροδεξιά, ιδωμένη από μια διαφορετική σκοπιά, ουσιαστικά ευνόησε την γερμανική πολιτική καθώς την κατέστησε στόχο της περιθωριακής πολιτικής σκηνής η οποία μάχονταν τις ατομικές ελευθερίες και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και αγαθών.

Η ΑΝΤΙΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΙΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ακροδεξιά φαίνεται ότι λειτούργησε ως άρμα για τον επηρεασμό της συλλογικής πολιτικής της ΕΕ από δύο σημαντικούς γεωπολιτικούς «παίκτες»: Τις ΗΠΑ και της Ρωσίας. Η πιθανή σύνδεση τόσο της Μαρίν Λεπέν όσο και του Ματέο Σαλβίνι με την Ρωσία του Πούτιν έχει απασχολήσει επανειλημμένα τον διεθνή Τύπο. Από την άλλη πλευρά, πολλοί από τους λαϊκιστικές ηγέτες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής του «Εθνικού Μετώπου» της Γαλλίας και των ιταλικών «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» και «Λέγκα του Βορρά», έχουν αγκαλιάσει τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ. Το ίδιο έχει κάνει και το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, το μόνο κεντρώο κόμμα στην ΕΕ που το έχει πράξει. Ο εμφανής ευρωσκεπτικισμός του Τραμπ έγινε φανερός από τις πρώτες μέρες της θητείας του. Σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα από την γερμανική Bild και τους Times του Λονδίνου, επέπληξε την Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, για την δεκτικότητα της κυβέρνησής της προς τους αιτούντες άσυλο, και φάνηκε να υποστηρίζει την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκαλώντας την «όχημα για την Γερμανία». Οι παρατηρήσεις αυτές ήρθαν δύο ημέρες μετά από μια διαφορετική βόμβα: Ο Anthony Gardner, ο απερχόμενος πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ, δήλωσε ότι αξιωματούχοι από την ομάδα μετάβασης του Trump είχαν καλέσει τους ηγέτες της ΕΕ και ρώτησαν ποια χώρα της ΕΕ θα ήταν «η επόμενη που θα φύγει».

Με δεδομένη την «συμπάθεια» της προβεβλημένης ακροδεξιάς, θα περίμενε κανείς ότι κατά την διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ η αντιγερμανική ρητορική θα έφθανε σε ύψη. Όμως οι εκτιμήσεις αυτές διαψεύστηκαν καθώς φαίνεται ότι τελικά γύρισαν μπούμερανγκ, ενθαρρύνοντας τις χώρες της ΕΕ να ενοποιηθούν εναντίον του. «Εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε την τύχη μας στα χέρια μας», δήλωσε η Μέρκελ, σε μια δυναμική απάντηση στις παρατηρήσεις του Τραμπ. Ενώ την ίδια περίοδο ο Γάλλος τότε υπουργός Οικονομικών, Michel Sapin, δήλωσε ότι «όσο περισσότερο κάνει τέτοιου είδους δηλώσεις, τόσο περισσότερο οι Ευρωπαίοι έρχονται πιο κοντά».

Είναι άραγε σύμπτωση το γεγονός ότι η ρητορική εναντίον της Μέρκελ και της γερμανικής πολιτικής στην Ευρώπη κορυφώθηκε κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ομπάμα, ο οποίος ήταν πιστός στους κανόνες της μεταπολεμικής διατλαντικής σχέσης; Επί δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξαν ο πιο σημαντικός εταίρος ο ένας του άλλου για την εξωτερική πολιτική. Στενά συνδεδεμένες με ένα πλέγμα συμμαχιών και θεσμών, πάντα μαζί στην προώθηση των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών, και εμπορευόμενες και επενδύοντας μεταξύ τους, είχαν καταφέρει να αναβαθμίσουν την «συμμαχική σχέση» σε πρωτοφανή επίπεδα. Ο Ομπάμα, πιστός στην γραμμή αυτή, προώθησε μια σειρά συμφωνιών, με κορυφαία -αν και δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει- την Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων. Ο πρόεδρος Τραμπ όχι μόνο «πάγωσε» τις διαπραγματεύσεις αλλά άνοιξε μια σειρά θεμάτων, από την αποχώρηση από την Συμφωνία για το Κλίμα και την αποχώρηση από την συμφωνία με την Τεχεράνη μέχρι την επιβολή δασμών σε μια πλειάδα ευρωπαϊκών προϊόντων. Αν σε αυτά προστεθεί και η στάση της Μέρκελ για το προσφυγικό, η συμφωνία του Βερολίνου με την Μόσχα για τον North Stream, η επιμονή στην συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα και μια σειρά άλλων στρατηγικών επιλογών που άμβλυναν το προφίλ της άκαμπτης Γερμανίας, τότε εύκολα μπορεί να αποφανθεί για την αιτία που η κριτική, τόσο στην ίδια όσο και στην ελεγχόμενη από το Βερολίνο άκαμπτη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, σήμερα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Τελικά, η προεδρία του Trump φαίνεται ότι οδήγησε στην αναζωογόνηση της ΕΕ και στην αποδοχή από τους εταίρους της του ρόλου της Γερμανίας.

Ουσιαστικά, επαναλήφθηκαν φαινόμενα τα οποία είχαν να εμφανιστούν από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Για παράδειγμα, σκεφθείτε τις πανευρωπαϊκές αντιπολεμικές διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου του 2003 στην Αθήνα, στο Ελσίνκι, στο Λονδίνο, στη Μαδρίτη, στο Παρίσι και στην Ρώμη, όταν εκατομμύρια διαδήλωσαν κατά του τότε προέδρου Τζορτζ Μπους και της επικείμενης εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ. Οι πολίτες σε ολόκληρη την ΕΕ καθύβριζαν τον Μπους για αυτό που θεωρούσαν ως ανελεύθερη πολεμοκαπηλεία και απόρριψη των διεθνών συνθηκών για την κλιματική αλλαγή και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ευρωπαίοι διανοούμενοι όπως ο Ζακ Ντεριντά και ο Jürgen Habermas χαιρέτισαν τις διαδηλώσεις ως απόδειξη μιας επανενωμένης ηπείρου.

Σήμερα, όλο και λιγότεροι Ευρωπαίοι καταφέρονται κατά της Γερμανίας καθώς όλοι, από την γερμανική διπλωματία και τον Τραμπ μέχρι την αριστερά και την ακροδεξιά, είχαν συμβολή σε αυτήν την τεράστια επιτυχία.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος αρ. 60 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

[1] https://www.foreignaffairs.gr/articles/70413/mark-blyth/ponos-stin-athina
[2] https://www.foreignaffairs.gr/articles/69049/timothy-garton-ash/i-krisi-...

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition