Τα χτυπήματα του Τραμπ διακινδυνεύουν την ανατροπή της ιρακινής πολιτικής σκηνής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα χτυπήματα του Τραμπ διακινδυνεύουν την ανατροπή της ιρακινής πολιτικής σκηνής

Ο φόνος του Soleimani υπονομεύει μια ώθηση για δημοκρατική μεταρρύθμιση
Περίληψη: 

Οι φόνοι του Soleimani και του Muhandis παρουσίασαν σε πολλούς Ιρακινούς σιίτες ηγέτες την ευκαιρία να εντείνουν τον αντιαμερικανισμό, προκειμένου ταυτόχρονα να απαξιώσουν τις διαδηλώσεις στις πόλεις του Ιράκ και να αποσπάσουν την προσοχή των Ιρακινών από τις αποτυχίες της πολιτικής ελίτ τους.

Ο RENAD MANSOUR είναι ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης και διευθυντής του Iraq Initiative στο Chatham House.

Ο φόνος του Ιρανού διοικητή Qasem Soleimani και του Ιρακινού παραστρατιωτικού ηγέτη Abu Mahdi al-Muhandis στην Βαγδάτη ρισκάρισε να σπρώξει το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πόλεμο. Παρά την κλιμάκωση των εχθροπραξιών με ιρανικούς πυραύλους να πλήττουν τις αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ, η προοπτική ενός συνολικού πολέμου μεταξύ των δύο χωρών έχει ως επί το πλείστον αμβλυνθεί. Αντ' αυτού, το Ιράκ αισθάνεται τις πιο σημαντικές συνέπειες του χτυπήματος των ΗΠΑ, οι οποίες απειλούν να ανατρέψουν την εγχώρια πολιτική της χώρας.

29012020-1.jpg

Υποστηρικτές του Σιίτη κληρικού Μουκτάντα αλ-Σαντρ σε πορεία στην Βαγδάτη, στο Ιράκ, τον Ιανουάριο του 2020. Alaa al-Marjan / Reuters
----------------------------------------------------------------------

Πριν από το χτύπημα των ΗΠΑ στον Soleimani, η ιρακινή κυβέρνηση αντιμετώπιζε μια σοβαρή εσωτερική απειλή: Τρεις μήνες ανυπόφορων αντι-κυβερνητικών διαδηλώσεων [1]. Οι κυρίως νέοι και συχνά άνεργοι διαδηλωτές απέρριπταν την πολιτική τάξη που ακολούθησε το καθεστώς του Ιρακινού προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν, καταδικάζοντας την διαφθορά και την ξένη παρέμβαση στις ιρακινές υποθέσεις -ιδιαίτερα την ιρανική παρέμβαση. Ωστόσο, οι φόνοι παρουσίασαν σε πολλούς Ιρακινούς σιίτες ηγέτες την ευκαιρία να εντείνουν τον αντιαμερικανισμό, προκειμένου ταυτόχρονα να απαξιώσουν τις διαμαρτυρίες και να αποσπάσουν την προσοχή από τις αποτυχίες της πολιτικής ελίτ.

Οι διαδηλωτές αντιλαμβάνονται αυτή την στροφή. Ενώ πολλοί διαδηλωτές κραύγαζαν εναντίον του Soleimani και του Muhandis, κατηγορώντας τους δύο άνδρες ότι ηγούντο της βίαιης καταστολής των διαφωνούντων, παραμένουν επιφυλακτικοί για να μην φανούν ως σαν ότι συμπαρατάσσονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι διαδηλωτές στην Βαγδάτη συχνά μου λένε ότι δεν είναι ούτε με τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε με το Ιράν -αλλά θέλουν να σταματήσουν αμφότεροι να παρεμβαίνουν στη χώρα τους. Πολλοί αρνούνται να κινηθούν ακόμη και όταν οι Ιρακινοί ηγέτες κατακρίνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθώντας να ξανακερδίσουν τη δημοτικότητα τους.

Ο φόνος του Soleimani θα καταστήσει όντως τα πράγματα δύσκολα για τους διαδηλωτές. Τα χτυπήματα των ΗΠΑ έφεραν συχνά φιλονικούντες Ιρακινούς σιίτες ηγέτες πιο κοντά μεταξύ τους. Το Ιράν βλέπει ένα πλεονέκτημα στο να διατηρήσει την επιρροή του στο Ιράκ, τόσο διότι τα πρόσφατα γεγονότα έχουν δώσει υπόσταση στην ευκαιρία να ξεπεραστεί η παλαιότερη αντίσταση στον ρόλο του, όσο και για να τοποθετήσει τον εαυτό του για πιο μακροπρόθεσμα αντίποινα εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αλλά το χτύπημα εκθέτει μια νέα πραγματικότητα στην ιρακινή πολιτική. Οι διαμαρτυρίες κλόνισαν την πολιτική ελίτ που προέκυψε από την ανατροπή του Σαντάμ˙ εκεί που αυτή η ελίτ μπορούσε κάποτε να επανέρχεται στον αντι-αμερικανισμό σε περιόδους κρίσης για να διατηρήσει την θέση της, το αφήγημα αυτό δεν έχει πλέον την ίδια αξία. Κατά συνέπεια, οι ηγέτες του Ιράκ θα στραφούν στην βία και τον εξαναγκασμό για να υπερασπιστούν την εξουσία τους.

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ;

Ο πιο άμεσος πολιτικός αντίκτυπος του χτυπήματος των ΗΠΑ ήταν στο ιρακινό κοινοβούλιο. Στα τέλη του 2019, το κοινοβούλιο του Ιράκ ήταν διαιρεμένο και [αποτελούσε] θέατρο συνεχών διαπληκτισμών. Δύο ανταγωνιστικά μπλοκ υπό την ηγεσία σιιτικών προσωπικοτήτων προέκυψαν μετά τις εθνικές εκλογές του 2018: Η συμμαχία Islah του Muqtada al-Sadr και η συμμαχία Binaa του Hadi al-Ameri. Κάθε μπλοκ περιλάμβανε σουνιτικές και κουρδικές ομάδες. Η ετερογένεια αυτών των σχηματισμών έρχεται σε αντίθεση με τη μορφή της ιρακινής πολιτικής μετά τις πρώτες εκλογές μετά τον Σαντάμ το 2005, στις οποίες διαγωνίστηκαν ένα σιιτικό μπλοκ, ένα κουρδικό μπλοκ και ένα ονομαστικά κοσμικό μπλοκ με προεξάρχοντες αρκετούς Σουνίτες ηγέτες. Αν και ο ανταγωνισμός μεταξύ Islah και Binaa ήταν μοχθηρός, πολλοί αναλυτές αντιλήφθηκαν ότι το Ιράκ απομακρυνόταν από την πρόσφατη ιστορία του της εθνο-θρησκευτικής πολιτικής.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών συνασπισμών, ωστόσο, παρέλυσε ουσιαστικά το νομοθετικό σώμα -καμία πλευρά δεν μπορούσε να το ελέγξει- και απείλησε την πολιτική διαδικασία. Όταν ο Ιρακινός πρωθυπουργός Adel Abdul-Mahdi ανακοίνωσε την παραίτησή του [2] στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου, οι πλευρές δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε έναν διάδοχο. Ακόμη και ο Soleimani, γνωστός για την ικανότητά του να διαβουλεύεται με Ιρακινούς ηγέτες από όλο το πολιτικό φάσμα, δεν μπόρεσε να βοηθήσει στην εξεύρεση λύσης από το αδιέξοδο.

Ο φόνος του Soleimani και του Muhandis απείλησε να αναμορφώσει αυτό το τοπίο με ένα μόνο κτύπημα. Αμέσως μετά την επίθεση των ΗΠΑ, το ιρακινό κοινοβούλιο πραγματοποίησε σύγκληση έκτακτης ανάγκης για να ψηφίσει για την παρουσία των στρατευμάτων των ΗΠΑ στο Ιράκ. Η Μπινάα και η Ισλάχ έβαλαν στην άκρη την αντιπαλότητά τους και ενώθηκαν υπό την σημαία του αντι-αμερικανισμού: Για τον Sadr, τον Ameri, και την υπόλοιπη σιϊτική ηγεσία, η προτεραιότητα μετατοπίστηκε κατά την διάρκεια της νύχτας στην απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από την χώρα. Δυσοίωνα, όμως, τα κουρδικά και σουνιτικά κόμματα που ήταν μέλη της Islah και της Binaa μποϊκοτάρισαν την ψηφοφορία. Αυτό το επεισόδιο, με τα ρήγματά του κατά μήκος των κομματικών γραμμών, υπενθύμισε τις σκοτεινές μέρες του εθνο-σεχταριστικού διχασμού.