Οι επόμενοι νικητές της παγκόσμιας οικονομίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι επόμενοι νικητές της παγκόσμιας οικονομίας

Τι χρειάζεται για την ευημερία στην εποχή του αυτοματισμού
Περίληψη: 

Εάν οι αναπτυσσόμενες χώρες αλλάξουν στρατηγικές για να επωφεληθούν από το επόμενο, τεχνολογικό, κύμα της παγκοσμιοποίησης, το εμπόριο μπορεί να συνεχίσει να απομακρύνει τους ανθρώπους από την φτώχεια και να τους βάζει στη μεσαία τάξη. Αλλά είναι οι ανεπτυγμένες χώρες που πρέπει να αλλάξουν ριζικά την στρατηγική τους.

Η SUSAN LUND είναι εταίρος στην McKinsey & Company και μια ηγέτις στο McKinsey Global Institute.
Ο JAMES MANYIKA είναι ανώτερος εταίρος στην McKinsey & Company και επικεφαλής του McKinsey Global Institute.
Ο MICHAEL SPENCE είναι καθηγητής Οικονομίας και Επιχειρήσεων στην έδρα William R. Berkley στο New York University. Έχει λάβει το βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά το 2001.

Οι χώρες που κάποτε οδήγησαν τον κόσμο προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανοικτότητας υποχωρούν στον προστατευτισμό. Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν την Trans-Pacific Partnership [1] και επέβαλαν δασμούς στον χάλυβα, το αλουμίνιο και σε ένα ευρύ φάσμα κινεζικών προϊόντων. Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην διαδικασία αποχώρησης [2] από τη μεγαλύτερη περιοχή ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο. Και το ανερχόμενο εθνικιστικό αίσθημα [3] απειλεί να επαναλάβει αυτές τις αυτοκαταστροφικές πράξεις αλλού. Ο πλούσιος κόσμος γίνεται εσωστρεφής.

18022020-1.jpg

Επιστροφή στην δουλειά: Σε μια αποθήκη της Amazon στην Florence, στο New Jersey των ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 2017. Bryan Anselm / REDUX
-------------------------------------------------------------

Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Ακόμη και όταν οι επικριτές του ελεύθερου εμπορίου κερδίζουν το πάνω χέρι, η παγκοσμιοποίηση [4], εξ ολοκλήρου από μόνη της, μεταβάλλεται υπέρ των πλουσίων χωρών. Η οικονομική ανάπτυξη στον αναπτυσσόμενο κόσμο αυξάνει την ζήτηση για προϊόντα που παράγονται στον αναπτυγμένο κόσμο. Το εμπόριο υπηρεσιών ανεβαίνει. Οι εταιρείες μετακινούν την παραγωγή πιο κοντά στους πελάτες τους, ώστε να ανταποκρίνονται ταχύτερα στις μεταβολές της ζήτησης. Ο αυτοματισμός έχει επιβραδύνει την αδιάκοπη αναζήτηση ανθρώπων που να είναι πρόθυμοι να εργαστούν για χαμηλότερους μισθούς. Και η μεγαλύτερη πολυπλοκότητα των σύγχρονων αγαθών σημαίνει ότι η έρευνα, ο σχεδιασμός και η συντήρηση καταλήγουν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από όσο η παραγωγή.

Όλες αυτές οι τάσεις δίνουν το πλεονέκτημα στις ανεπτυγμένες χώρες, όπου η εξειδικευμένη εργατική δύναμη, οι μεγάλες ποσότητες κεφαλαίων, οι τεράστιες πελατειακές βάσεις και τα πυκνά συμπλέγματα εταιρειών υψηλής τεχνολογίας συνδυάζονται για να ενεργοδοτήσουν σύγχρονες οικονομίες. Οι χώρες μεσαίου εισοδήματος, όπως η Κίνα και το Μεξικό, μπορούν επίσης να επωφεληθούν από την επόμενη εποχή της παγκοσμιοποίησης (αν και τα μεταβαλλόμενα εμπορικά και επενδυτικά μοτίβα μπορεί να αφήνουν πίσω τμήματα των εργατικών δυνάμεών τους, όπως και στις πλούσιες χώρες τις τελευταίες δύο δεκαετίες). Οι φτωχότερες χώρες, εν τω μεταξύ, θα δουν το βασικό τους πλεονέκτημα –την φθηνή εργασία- να χάνει την σημασία του όλο και περισσότερο.

Οι πλούσιες χώρες επέλεξαν μια εκπληκτικά κακή χρονική στιγμή για να αρχίσουν να αποκλείουν τον εαυτό τους [5] από το εμπόριο, τις επενδύσεις και τη μετανάστευση. Αντί να κλείνουν τις πύλες ακριβώς όταν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης έχουν αρχίσει να επιστρέφουν προς τον ανεπτυγμένο κόσμο, θα πρέπει να βρουν το πώς να επωφεληθούν από αυτές τις μεταβαλλόμενες μορφές παγκοσμιοποίησης. Το να γίνει σίγουρο ότι όλοι, όχι μόνο οι ήδη επιτυχημένοι, θα ωφεληθούν, θα είναι ένα τρομακτικό έργο [6]. Αλλά ο μόνος τρόπος ώστε οι πλούσιες χώρες να εξασφαλίσουν ότι όλοι θα χάσουν είναι να απομακρυνθούν από τον ανοιχτό κόσμο ακριβώς καθώς γίνονται οι κυρίαρχοί του.

ΑΥΤΑ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ…

Στην δεκαετία του 1990 και στα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα, η ανάπτυξη του εμπορίου αυξήθηκε, ιδίως στα μεταποιημένα αγαθά και τους φυσικούς πόρους. Το 2001, η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου συνέβαλε στην δημιουργία ενός τεράστιου νέου κέντρου μεταποίησης για προϊόντα υψηλής έντασης εργασίας. Η ψηφιακή επανάσταση επέτρεψε στις πολυεθνικές εταιρείες να εκτείνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους σε όλο τον κόσμο. Αυτή η έξαψη της παγκοσμιοποίησης τροφοδοτήθηκε εν μέρει από το εμπόριο ενδιάμεσων αγαθών, όπως οι πρώτες ύλες και τα τσιπ των υπολογιστών, το οποίο τριπλασιάστηκε σε ονομαστική αξία από 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια το 1995 σε 7,5 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2007. Κατά την περίοδο αυτή, η συνολική αξία των εμπορευομένων αγαθών κάθε χρόνο αυξανόταν με διπλάσιο ρυθμό από όσο το παγκόσμιο ΑΕΠ.

Και τότε ήρθε η Μεγάλη Ύφεση [7]. Οι παγκόσμιες εμπορικές ροές κατέρρευσαν. Οι περισσότεροι αναλυτές θεώρησαν ότι μόλις η ανάκαμψη αποκτούσε ορμή, το εμπόριο θα βρυχάτο και πάλι. Έκαναν λάθος. Από το 2007 έως το 2017, οι εξαγωγές μειώθηκαν από 28% στο 23% της παγκόσμιας ακαθάριστης παραγωγής. Η πτώση ήταν πιο έντονη στα βαρέως εμπορευόμενα αγαθά με πολύπλοκες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, όπως οι υπολογιστές, τα ηλεκτρονικά, τα οχήματα και τα χημικά. Μια δεκαετία μετά τη Μεγάλη ύφεση, είναι σαφές ότι το εμπόριο δεν επιστρέφει στους προηγούμενους ρυθμούς και μοτίβα ανάπτυξης.

Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία επανεξισορροπείται καθώς η Κίνα και άλλες χώρες με αναδυόμενες αγορές φτάνουν στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης. Μετά από αρκετές δεκαετίες συμμετοχής στο παγκόσμιο εμπόριο κυρίως ως παραγωγοί, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν γίνει οι σημαντικότεροι κινητήριοι μοχλοί της ζήτησης στον κόσμο. Το 2016, για παράδειγμα, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων πούλησαν 40% περισσότερα αυτοκίνητα στην Κίνα από όσα στην Ευρώπη. Αναμένεται ότι μέχρι το 2025, οι αναδυόμενες αγορές θα καταναλώνουν τα δύο τρίτα των μεταποιημένων προϊόντων του κόσμου και, έως το 2030, θα καταναλώνουν περισσότερο από το ήμισυ του συνόλου των αγαθών.

Η αυξανόμενη ζήτηση στην Κίνα σημαίνει ότι περισσότερα από αυτά που κατασκευάζονται στην Κίνα πωλούνται εκεί. Το 2007, η Κίνα εξήγαγε το 55% των καταναλωτικών ηλεκτρονικών αγαθών και το 37% των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που παρήγαγε˙ το 2017, τα ποσοστά αυτά ήταν 29% και 17% αντίστοιχα. Άλλες αναδυόμενες οικονομίες ακολουθούν αναλόγως.