Η αμερικανοτουρκική στρατηγική συνεργασία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αμερικανοτουρκική στρατηγική συνεργασία

Διακυμάνσεις, όρια και προοπτικές
Περίληψη: 

Ο νεοοθωμανισμός νοείται επί δύο αλληλένδετων διαστάσεων, την εξωτερική και την εσωτερική. Η εξωτερική διάσταση αφορά τις γνωστές ηγεμονικές βλέψεις της Τουρκίας. Η εσωτερική διάσταση, αφορούσα την εμπέδωση εσωτερικής ομοιογένειας, απηχεί επίσης τη δυνατότητα της Τουρκίας να προχωρήσει στον πολλαπλασιασμό της εμπλοκής της στις γειτονικές περιφέρειες.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΟΥΛΗΣ είναι διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Μπορεί κάποιος εύκολα να διαπιστώσει μεγάλες διακυμάνσεις στην στρατηγική σχέση των ΗΠΑ με την Τουρκία κατά το πρόσφατο –ψυχροπολεμικό και μεταψυχροπολεμικό– παρελθόν, αλλά και κατά την τρέχουσα περίοδο των συντελούμενων αλλαγών στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ανεξαρτήτων των διακυμάνσεων («γράμμα Johnson» το 1963 προς αποτροπή σχεδιαζόμενης τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, η λεγόμενη «κρίση του οπίου» το 1971, αμερικανικό εμπάργκο στην πώληση όπλων κατά την επαύριον του Αττίλα το 1974), Ουάσιγκτον και Άγκυρα συμπορεύτηκαν επί σειρά δεκαετιών στην βάση μιας κοινής στρατηγικής στοχοθεσίας ως απόρροια κοινών –κυρίως ψυχροπολεμικών– διακυβευμάτων και αναγκών. Πλέον, παρατηρείται μια σταδιακή μετάλλαξη της στρατηγικής σχέσης, στοιχείο το οποίο εξετάζεται υπό το αναλυτικό φως της θεωρίας των συμμαχιών.

06032020-1.jpg

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, απεικονίζεται να αποχωρεί [από την Συρία] καθώς μια συνοριακή μπάρα ανοίγει για τον πρόεδρο της Τουρκίας, Recip Tayyip Erdogan, ο οποίος επιβαίνει σε τανκς, σε ένα άρμα για την επερχόμενη καρναβαλική παρέλαση της Δευτέρας των Ρόδων στην Κολωνία της Γερμανίας, στις 18 Φεβρουαρίου 2020. REUTERS / Wolfgang Rattay
----------------------------------------------------------------------

Η υψηλή γεωπολιτική αξία της Τουρκίας επαληθεύεται μέσω μιας σειράς σταθερών μεταβλητών, όπως και αντίστροφα η αξία των ΗΠΑ για την ασφάλειά της, εμπεδώνοντας την σημασία διατήρησης της στρατηγικής σχέσης των δύο δρώντων. Ωστόσο, η προοπτική της συνέχισης αυτής της σχέσης της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον εσχάτως τίθεται σε αμφισβήτηση εξαιτίας νέων προκλήσεων όπως η μεταλλαγή των απειλών, η απόκλιση συμφερόντων, η μεταστροφή της τουρκικής στρατηγικής εικόνας και η αλλαγή προτεραιοτήτων εκ μέρους της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Σε αυτό το πλαίσιο, τίθενται τα θεωρητικά και πραγματολογικά ερωτήματα της παρούσας μελέτης:

-Τι παρωθεί τα κράτη να συμπράττουν; Ποιες είναι οι παρεμβαίνουσες μεταβλητές για την διατήρηση μιας συμμαχικής σχέσης;

-Ποια είναι τα όρια της αμερικανοτουρκικής στρατηγικής συνεργασίας;

-Ποιες παράμετροι στο επίπεδο του διεθνούς συστήματος, αλλά και σε εκείνο της εσωτερικής δομής, διαμορφώνουν εν τέλει την στρατηγική σχέση ΗΠΑ-Τουρκίας;

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Το αναλυτικό υπόβαθρο της μελέτης εδράζεται στην θεωρία συμμαχιών και ενδεικτικά στο κεκτημένο, το οποίο μας έχουν παράσχει κατά κύριο λόγο οι Stephen Walt και Glenn Snyder. Ο πρώτος παράγοντας, ο οποίος καθορίζει την πορεία μιας συμμαχίας, είναι –τρόπον τινά– ο «βαθμός χρησιμότητάς» της. Τουτέστιν, η εκτίμηση από πλευράς του αδύναμου μέρους του βαθμού της απειλής την οποία καλείται να διαχειριστεί, ή συνεκδοχικά η εκτίμηση για την θέση του στην περιφερειακή κατανομή ισχύος, συνιστούν διαμορφωτικές συνιστώσες της στρατηγικής συμπεριφοράς του και το εξωθούν στην σύμπραξη ή όχι. Το επίπεδο της απειλής ελέγχεται βάσει των παραμέτρων της γεωγραφικής εγγύτητας, της ισορροπίας επιθετικών δυνατοτήτων, της ισορροπίας λανθάνουσας ισχύος και των εκλαμβανομένων προθέσεων, και η εν λόγω διαδικασία αποτελεί μια ορθολογική συνεκτίμηση παραμέτρων [1].

Ο βαθμός, δηλαδή, στον οποίο ο αδύναμος εταίρος θεωρεί ότι χρειάζεται την εξωτερική εξισορρόπηση καθορίζει και τον βαθμό προσήλωσής του (commitment) στον ισχυρό εταίρο. Αντιστρόφως, η σημασία της στρατηγικής σχέσης για τον ισχυρό εταίρο διαμορφώνει και τις συνθήκες διατήρησης της δικής του προσήλωσης. Κατ’ αναλογία, στην περίπτωση της απειλής του ισχυρού προς τον ανίσχυρο στις διακρατικές σχέσεις, ο Παναγιώτης Ήφαιστος παραθέτει αναλυτικά το σύνολο των διακυβευμάτων και του στρατηγικού πλαισίου εξ αφορμής της καταστροφής των Μηλίων από τους Αθηναίους όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης στην «Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου». Επί της παρούσης, καταγράφονται σημειολογικά: α) η ανορθολογική ανάλυση των διλημμάτων ασφαλείας και του διεθνούς συστήματος, β) η απουσία φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων η οποία να συνεκτιμά τα χαρακτηριστικά και τις παθογένειες των διακρατικών σχέσεων, γ) η ουτοπική αντί της ρεαλιστικής εκτίμησης του στρατηγικού περιβάλλοντος, δ) η λανθασμένα αντιλαμβανόμενη ταύτιση ενδοκρατικού και διακρατικού δικαίου, ε) η απουσία συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής εξαιτίας του προαναφερθέντος ανορθολογισμού κατά την χάραξή της, στ) η αδυναμία αποτροπής της Αθήνας επί τη βάση κατοχής επαρκούς ισχύος, εγκαθίδρυσης ευρύτερων εξισορροπητικών συμπράξεων (πελατειακές σχέσεις) και έμφασης στα συγκλίνοντα συμφέροντα [2].

Ο δεύτερος παράγοντας έχει περιγραφεί υπό το βάρος της ψυχροπολεμικής συγκυρίας, κατά την οποία γνώρισε άνθιση η συζήτηση περί της θεωρίας των συμμαχιών. Εστιάζει στην ιδεολογική συγγένεια των συμμάχων κατά το πρότυπο της σύγκρουσης των δύο πολιτικοοικονομικών συστημάτων –καπιταλιστικού και κομμουνιστικού– του περασμένου αιώνα. Στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας συσχετισμών ισχύος και στρατηγικών αφηγημάτων, η εν λόγω υπόθεση δύναται να λάβει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η ιδεολογία ή η θρησκεία δεν ορίζονται ως ανεξάρτητες μεταβλητές, αλλά ως στρατηγικά μέσα επίτευξης κρατικών σκοπών. Υπ’ αυτό το πρίσμα της αυστηρά κρατοκεντρικής ανάλυσης, αν η επίκληση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής εικόνας εκ μέρους του ενός δρώντα διαφέρει πλήρως από εκείνη του άλλου, τότε προκύπτει διάσταση στρατηγικής συμπεριφοράς, η οποία δημιουργεί προφανή προσκόμματα στην στρατηγική συνεργασία. Η περίπτωση της Τουρκίας, αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα υπό την έννοια ότι η χάραξη μιας στρατηγικής με άξονα την ανάληψη της ηγεσίας του μουσουλμανικού κόσμου εκ μέρους της Άγκυρας προϋποθέτει ορισμένες κινήσεις ουσίας στην διακρατική σκακιέρα εκ προοιμίου αντίθετες προς τις αμερικανικές ή ακόμα περισσότερο τις ισραηλινές στρατηγικές στοχεύσεις στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή.