Ένα πραγματικό πείραμα υπερ-κεϋνσιανισμού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ένα πραγματικό πείραμα υπερ-κεϋνσιανισμού

Μπορεί η μεγαλύτερη οικονομική τόνωση στην ιστορία να αποτρέψει μια ύφεση λόγω του κορωνοϊού;
Περίληψη: 

Οι δημόσιες δαπάνες από μόνες τους δεν μπορούν να αντικαταστήσουν επ' αόριστον την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, αν και μπορεί να αποτελέσουν ένα ζωτικό καταπραϋντικό βραχυπρόθεσμα.

Ο ZACHARY KARABELL είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Leading Indicators: A Short History of the Numbers That Rule Our World. [1]

Οι περισσότεροι Αμερικανοί έμαθαν στο σχολείο ότι το New Deal, η σαρωτική απάντηση του προέδρου Franklin Delano Roosevelt στη Μεγάλη Ύφεση, ήταν ένα σημείο καμπής στην ιστορία των ΗΠΑ. Για 90 χρόνια, τα προοδευτικά σχέδια και οι μεταρρυθμίσεις που μαζεύτηκαν κάτω από αυτή την ονομασία καθόρισαν τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η κυβέρνηση στην κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες δαπάνες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμηση των οικονομικών κρίσεων. Το New Deal έθεσε τα πρότυπα για μια μεγάλη κυβερνητική παρέμβαση. Στην συνέχεια ήρθε η πανδημία του 2020.

17042020-1.jpg

Αμερικανικά χαρτονομίσματα στην Ουάσιγκτον, τον Μάρτιο του 2020. Liu Jie Xinhua / eyevine / Redux
--------------------------------------------------------------------

Τις τελευταίες εβδομάδες, το Κογκρέσο και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχουν κινηθεί για να εγχύσουν περισσότερα από 6 τρισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία των ΗΠΑ. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξοδεύουν και δανείζουν τρισεκατομμύρια επιπλέον. Η Νορβηγία, η Ιταλία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο επιδοτούν άμεσα τα ιδιωτικά μισθολόγια. Συνολικά, αυτές οι προσπάθειες θα ανέλθουν σε τουλάχιστον 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, ή το ένα τέταρτο της ετήσιας οικονομικής δραστηριότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Ασιατικά κράτη όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα καταβάλλουν παρόμοιες προσπάθειες σε ισοδύναμη κλίμακα.

Οι κυβερνήσεις, με άλλα λόγια, ξοδεύουν σαν να υπάρχει μηδενική οικονομική παραγωγή από τώρα έως κάποια στιγμή αυτό το καλοκαίρι. Τους επόμενους μήνες, ο πακτωλός των δημόσιων δαπανών θα θολώσει τα όρια, που δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρα εξαρχής, μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και θα μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας στους ισολογισμούς των κυβερνήσεων. Αυτό το επίπεδο δαπανών δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία -ούτε καν κοντά. Ούτε στον πόλεμο. Ούτε στην ειρήνη. Ποτέ.

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα εάν τέτοιες προσπάθειες μπορούν να σώσουν τις ΗΠΑ, την Ευρώπη ή την παγκόσμια οικονομία, αλλά υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν. Είτε έτσι είτε αλλιώς, στην άλλη πλευρά αυτής της κρίσης, οι υποτιθέμενοι νόμοι για τις δημόσιες δαπάνες και τον κρατικό δανεισμό θα πρέπει να ξαναγραφούν από το μηδέν.

ΜΙΑ ΑΔΟΚΙΜΑΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στις 28 Μαΐου 1934, ο Βρετανός οικονομολόγος John Maynard Keynes συναντήθηκε με τον πρόεδρο Ρούσβελτ στον Λευκό Οίκο. Με το New Deal σε πλήρη άνθιση και τον Ρούσβελτ να αγκαλιάζει ένα επίπεδο κυβερνητικών δαπανών και παρέμβασης στην οικονομία που τότε ήταν άνευ προηγουμένου για ειρηνική εποχή, θα περίμενε κανείς ότι ο Κέυνς θα επαινούσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ για την εφαρμογή των συστάσεων του ίδιου του Κέυνς για το πώς να ξεφύγει από μια βαθιά ύφεση. Αντ' αυτού, ο οικονομολόγος είπε στον Ρούσβελτ, ευγενικά και με σεβασμό, ότι δεν είχε κάνει αρκετά.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Κέυνς έγραψε ένα άρθρο γνώμης [2] στους New York Times υποστηρίζοντας ότι για να βγάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το ρήγμα της Μεγάλης Ύφεσης, η κυβέρνηση θα πρέπει να αυξήσει δραματικά τις δαπάνες και να επιτρέψει υψηλότερα ελλείμματα. Αλλά αυτό ήταν ένα βήμα πολύ προωθημένο ακόμη και για τον Ρούσβελτ, του οποίου η διοίκηση έκανε ήδη περισσότερα από οποιαδήποτε προηγούμενη διοίκηση για να στηρίξει την ζήτηση, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην οικονομία. Για τα επόμενα πέντε χρόνια, τα επίπεδα δαπανών παρέμειναν περίπου τα ίδια, συνολικά περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια [3] σε σημερινά δολάρια για ολόκληρη την περίοδο. Και ενώ το New Deal συγκράτησε την πτώση από το να γίνει χειρότερη, ποτέ δεν αποκατέστησε επαρκώς την ανάπτυξη και την ευημερία στα επίπεδα πριν από την ύφεση.

Επόμενα κυβερνητικά προγράμματα δαπανών, μερικά από αυτά εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν εξίσου φιλόδοξα και μερικές φορές περισσότερο. Στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Ηνωμένο Βασίλειο δημιούργησε ένα εθνικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Οι σκανδιναβικές χώρες ακολούθησαν το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου, και τελικά η υπόλοιπη Ευρώπη το έκανε επίσης. Η Ευρώπη επένδυσε επίσης σε εκτεταμένα προγράμματα δημόσιας εκπαίδευσης και στέγασης, εν μέρει για να θεραπεύσει τις καταστροφές του πολέμου και εν μέρει για να κρατήσει την παλίρροια του κομμουνισμού μακριά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα προγράμματα Great Society του προέδρου Lyndon Johnson προσπάθησαν να αυξήσουν το βιοτικό επίπεδο όλων των Αμερικανών την δεκαετία του 1960. Αυτά τα προγράμματα κόστιζαν τρισεκατομμύρια δολάρια, αλλά ήταν αργόσυρτα και σταδιακά κατά την διάρκεια δεκαετιών.

Στην δεκαετία του 1980, πολλές Δυτικές χώρες άρχισαν να μειώνουν την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Ξεκινώντας από τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, διαδοχικές διοικήσεις των ΗΠΑ προσπάθησαν να μειώσουν τις δαπάνες για πρόνοιες. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έκανε το ίδιο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά ταύτα, η πίστη στις τονωτικές δαπάνες (stimulus spending) κατά την διάρκεια οικονομικών κρίσεων άντεξε. Κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008–9, η κυβέρνηση των ΗΠΑ διέσωσε τις βιομηχανίες των τραπεζών, των ασφαλίσεων και των αυτοκινήτων με κόστος περίπου 800 δισεκατομμύρια δολάρια. Λίγο αργότερα, ενέκρινε ένα πακέτο [οικονομικής] τόνωσης παρόμοιου μεγέθους. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παραλυμένες από την γερμανική επιμονή στην δημοσιονομική λιτότητα και μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με λιγότερη ισχύ από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, κινήθηκαν πιο αργά και ξόδεψαν λιγότερα. Η αρχική διάσωση (bailout) της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2008 ανήλθε σε λιγότερο από 300 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και ο αριθμός αυτός αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου με διάφορες δράσεις της Κεντρικής Τράπεζας και κινήσεις από μεμονωμένες χώρες για να ενισχύσουν τις οικονομίες τους.