Η πανδημία και το κόστος της διατλαντικής ασυμφωνίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πανδημία και το κόστος της διατλαντικής ασυμφωνίας

Σε μια εποχή κρίσης, οι σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης μπορούν -και πρέπει- να σωθούν
Περίληψη: 

Οι πολίτες και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο ότι χρειάζονται περισσότερη, και όχι λιγότερη, διεθνή συνεργασία. Αναμένουν από τις κυβερνήσεις τους να τους προστατεύσουν, και πολλοί πιστεύουν ότι οι ηγέτες τους τούς έχουν απογοητεύσει κατά την διάρκεια της τρέχουσας πανδημίας.

Η KAREN DONFRIED είναι πρόεδρος του German Marshall Fund of the United States και διετέλεσε ανώτερη διευθύντρια Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας από το 2013 έως το 2014.
Ο WOLFGANG ISCHINGER είναι πρόεδρος της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου (Munich Security Conference), μια θέση που κατέχει από το 2008 και διετέλεσε πρέσβης της Γερμανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 2001 έως το 2006.
Είναι συμπρόεδροι μιας διατλαντικής ομάδας εργασίας που οργανώθηκε από το Bundeskanzler-Helmut-Schmidt-Stiftung και το German Marshall Fund.

Λες και σαν κάποιος να χρειαζόταν μια ακόμα υπενθύμιση για τους διατλαντικούς δεσμούς που ξεφτίζουν, η πανδημία του νέου κορωνοϊού κατέστησε ιδιαίτερα σαφές πόσο κακές έχουν γίνει οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Μετά από χρόνια αμοιβαίων παραπόνων [1] -για τις αμυντικές δαπάνες, το εμπόριο και πολλά άλλα- οι αποκλίνουσες εθνικές αντιδράσεις σε αυτήν την τελευταία κρίση έφεραν νέες πηγές έντασης και παραπόνων. Μπροστά στις ελλείψεις ιατρικού εφοδιασμού, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρώπη έγιναν εσωστρεφείς. Η Ουάσινγκτον διέταξε την εταιρεία 3Μ [2] να σταματήσει τις εξαγωγές της μασκών N95 και να επαναπροσανατολίσει την παραγωγή της στο εξωτερικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης, χαλαρώνοντας τους περιορισμούς μόνο ενόψει μιας ζωηρής αντίδρασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγόρευσε την εξαγωγή ασπίδων προσώπου, γαντιών, μασκών και προστατευτικών ενδυμάτων για τον ίδιο λόγο. Αυτές οι πολιτικές «οφέλους εις βάρος του γείτονα» απειλούν να επιδεινώσουν το κόστος του ιού ακόμα χειρότερα. Η μονομερής διατλαντική απαγόρευση ταξιδιών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επίσης προκάλεσε οργή μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι θρήνησαν την αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να συμβουλευτούν πρώτα μαζί τους.

21042020-1.jpg

Μια τηλεδιάσκεψη του ΝΑΤΟ σχετικά με την απάντηση στον κορωνοϊό, στις Βρυξέλλες, στο Βέλγιο, τον Απρίλιο του 2020. Zhang Chen Xinhua / eyevine / Redux
---------------------------------------------------

Ωστόσο, η πανδημία πρέπει να καταστήσει μια άλλη πραγματικότητα εξίσου ξεκάθαρη: Η διατλαντική συνεργασία είναι απαραίτητη για την εξεύρεση αποτελεσματικών λύσεων σε κοινές προκλήσεις -για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, και για τον κόσμο. Κατά συνέπεια, ακόμη και καθώς η πανδημία έχει γεννήσει τον τελευταίο γύρο διατλαντικών παραπόνων, μπορεί –και θα πρέπει– να προσφέρει επίσης στις χώρες ένα απαραίτητο κίνητρο για να προχωρήσουν πέρα από τις συνεχιζόμενες διαφωνίες και να επικεντρωθούν σε ένα νέο διατλαντικό σχέδιο: Την σφυρηλάτηση συνεργατικών αντιδράσεων στην πανδημία. Η κρίση προσφέρει ευκαιρίες, τόσο για την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων πολιτικών όσο και για την οικοδόμηση μιας ανανεωμένης αίσθησης διατλαντικής αλληλεγγύης η οποία μπορεί να διαρκέσει μέσα σε αυτήν την έκτακτη ανάγκη και πέραν αυτής.

ΦΙΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ

Το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να άρουν όλες τις απαγορεύσεις στις εξαγωγές [3] και τους δασμούς στον ιατρικό εξοπλισμό. Τον Μάρτιο, περίπου τρεις δωδεκάδες χώρες περιόρισαν τις εξαγωγές κρίσιμων προϊόντων όπως νοσοκομειακές μάσκες, ιατρικά προστατευτικά ρούχα και άλλα ατομικά προστατευτικά εργαλεία. Η Ευρώπη είναι η κύρια πηγή εισαγωγών των ΗΠΑ σε αναπνευστικές μάσκες, αξονικούς τομογράφους, απολυμαντικά χεριών, μόνιτορ ασθενών, και ακτινολογικό εξοπλισμό. Οποιαδήποτε παρόρμηση προστατευτισμού για τον περιορισμό αυτού του εμπορίου είναι αυτοκαταστροφική και απειλεί ζωές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Αυτοί οι εμπορικοί φραγμοί έχουν επίσης βλάψει υπάρχουσες συμμαχίες. Κατά τα πρώτα στάδια της επιδημίας του κορωνοϊού, η Γαλλία και η Γερμανία εμπόδισαν την εξαγωγή απαραίτητου ιατρικού εξοπλισμού σε άλλα μέλη της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι η ΕΕ υποτίθεται ότι είναι μια ενιαία αγορά. Μόνο μετά την πίεση από Σουηδούς αξιωματούχους, η γαλλική κυβέρνηση ήρε τους εξαγωγικούς περιορισμούς της σε μάσκες και ελαστικά γάντια (μια σουηδική εταιρεία προσπαθούσε να στείλει αυτά τα προϊόντα [4] στην Ιταλία και την Ισπανία από ένα κέντρο αποθήκευσης στην Γαλλία). Η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Ann Linde, υπενθύμισε στους ομολόγους της στην ΕΕ σε ένα tweet την σημασία του να φαίνεται «ότι η εσωτερική αγορά λειτουργεί ακόμη και σε περιόδους κρίσης». Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες [5] καθυστέρησαν να προσφέρουν οποιαδήποτε βοήθεια στους ομολόγους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, του πιο σκληρά δοκιμαζόμενου ευρωπαϊκού συμμάχου τους.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα δημιούργησε ένα άνοιγμα που η Ρωσία και η Κίνα έσπευσαν να εκμεταλλευτούν. Στις 22 Μαρτίου, μόλις 24 ώρες μετά την συνομιλία του με τον πρωθυπουργό της Ιταλίας Giuseppe Conte, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έστειλε εννέα αεροσκάφη φορτωμένα με ιατρικά εφόδια στην Ιταλία. Η βοήθεια της Ρωσίας [6] ήταν αμφιλεγόμενη -ορισμένες αναφορές ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού ήταν λίγο ή καθόλου χρήσιμο- αλλά οι Ιταλοί, που αισθάνονταν εγκαταλελειμμένοι από τους παραδοσιακούς συμμάχους τους, αγκάλιασαν την βοήθεια. Η Κίνα ήταν ακόμη πιο γρήγορη στο να ανταποκριθεί στην κατάσταση της Ιταλίας, στέλνοντας εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, γάντια, μάσκες και αναπνευστήρες. Ο Luigi Di Maio, ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, επαίνεσε την προσπάθεια, χαίροντας που «υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που θέλουν να βοηθήσουν την Ιταλία». Άλλες χώρες, όπως η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Ισπανία, εξέφρασαν επίσης την εκτίμησή τους για την κινεζική βοήθεια. Τον Απρίλιο, η ΕΕ άρχισε να κινητοποιείται, ανακοινώνοντας σημαντικά προγράμματα δημοσιονομικής, οικονομικής και ιατρικής υποστήριξης, αλλά είχε ήδη σημειωθεί σημαντική ζημιά στην ευρωπαϊκή συνοχή [7].