Είναι τώρα η «στιγμή Σπούτνικ» της Κίνας; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι τώρα η «στιγμή Σπούτνικ» της Κίνας;

Τι αποκαλύπτει ένας ιός για τα δύο συστήματα
Περίληψη: 

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της κινεζικής κυβέρνησης στην διαχείριση της κρίσης ήταν ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας της και της ικανότητάς της να ελέγχει τεράστιους πόρους. Λόγω αυτής της «από πάνω προς τα κάτω» δομής, η Κίνα μπόρεσε να επιβάλει δρακόντειες πολιτικές εξαιρετικά γρήγορα. Αλλά ένα κεντρικό πολιτικό σύστημα έχει επίσης ευπάθειες.

Ο BRANKO MILANOVIC είναι ανώτερος μελετητής στο Κέντρο Stone για την Κοινωνικοοικονομική Ανισότητα στο μεταπτυχιακό κέντρο CUNY και διακεκριμένος καθηγητής στο London School of Economics.

Όταν η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε τον Σπούτνικ, τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο στον κόσμο, τον Οκτώβριο του 1957, η Ουάσινγκτον κατάλαβε τελικά ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν μόνο ένας τρομερός ιδεολογικός ανταγωνιστής αλλά και τεχνολογικός και στρατιωτικός αντίπαλος. Ο Σπούτνικ έθεσε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα την Σοβιετική Ένωση μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν κρίσιμο τεχνολογικό τομέα, με τεράστιες επιπτώσεις για την ικανότητά της να επικοινωνεί και να διεξάγει πόλεμο.

Ο Σπούτνικ άλλαξε όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες έβλεπαν την Σοβιετική Ένωση, αλλά και τον τρόπο που κατανοούσαν τις δικές τους προτεραιότητες. Σε απάντηση στο σοβιετικό επίτευγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν στην διαστημική τεχνολογία και προσπάθησαν να κατανοήσουν καλύτερα (και να υπονομεύσουν) την κομμουνιστική ιδεολογία. Τα πανεπιστήμια επέκτειναν τα ρωσικής γλώσσας προγράμματά τους. Τελικά, περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα, μια εκσυγχρονισμένη αμερικανική έκδοση του προγράμματος Sputnik, η Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία (Strategic Defense Initiative), πιστώθηκε ότι συνέβαλε στην διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στο τέλος του κομμουνισμού -ένα είδος «στιγμής Sputnik» από την ανάποδη.

15052020-1.jpg

Μια τοιχογραφία με τον Xi και τον Trump στο Βερολίνο, τον Απρίλιο του 2020. Andrea Ferro / Redux
------------------------------------------------------------------------

Η πανδημία COVID-19 μπορεί να είναι η μη αναμενόμενη «στιγμή Σπούτνικ» της Κίνας. Με την ταχεία και αποτελεσματική αντίδρασή της στην πανδημία˙ την αποκάλυψη της εξάρτησης του κόσμου από την δική της παραγωγή ιατρικού υλικού˙ και την ξεκάθαρη παγκόσμια αναγκαιότητα της οικονομικής ανάκαμψής της, η Κίνα έχει ενηλικιωθεί στα μάτια της δικομματικής ελίτ των ΗΠΑ και του παγκόσμιου κοινού. Η θεώρηση της Κίνας στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο δεν θα είναι ποτέ μετά από αυτήν την κρίση όπως ήταν πριν.

Για τον λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, οι αποκλίνουσες αντιδράσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας στην απειλή της πανδημίας έχουν χρησιμεύσει για να βάλουν σε πλήρη αντίθεση τα ανταγωνιστικά πολιτικά συστήματα των δύο χωρών. Οι δύο υπερδυνάμεις έχουν ήδη ανταγωνιστεί για παγκόσμια επιρροή, οπότε η επιτυχία του ενός συστήματος σε σύγκριση με το άλλο δεν είναι θέμα μικρής σημασίας. Γράφοντας για αυτό το περιοδικό, περιέγραψα την κινεζική και την αμερικανική προσέγγιση στην αγορά ως πολιτικό και φιλελεύθερο καπιταλισμό [1], αντίστοιχα. Ο καθένας έχει επιδείξει δυνατότητες και αδυναμίες στην τρέχουσα δοκιμασία.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της κινεζικής κυβέρνησης στην διαχείριση της κρίσης ήταν ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας της και της ικανότητάς της να ελέγχει τεράστιους πόρους. Λόγω αυτής της «από πάνω προς τα κάτω» δομής, η Κίνα μπόρεσε να επιβάλει δρακόντειες πολιτικές εξαιρετικά γρήγορα και να μετατοπίσει στοιχεία (συμπεριλαμβανομένων ανθρώπινων πόρων, όπως γιατροί και νοσοκόμες) στις περιοχές όπου χρειάζονταν περισσότερο. Χωρίς αυτά τα μέτρα, η Κίνα δεν θα μπορούσε να έχει επιτύχει τόσο αξιοσημείωτα αποτελέσματα: Η Σαγκάη, μια πόλη 24 εκατομμυρίων ανθρώπων, βίωσε μόνο διψήφιο αριθμό θανάτων από κορωνοϊό και μόλις τρεις μήνες μετά την επιβολή της καραντίνας, η Γουχάν είναι πλέον ως επί το πλείστον απαλλαγμένη από νέες μολύνσεις.

Αλλά ένα κεντρικό πολιτικό σύστημα έχει επίσης ευπάθειες. Ο οικονομολόγος Xu Chenggang περιέγραψε το κινεζικό σύστημα ως ένα σύστημα περιφερειακού αποκεντρωμένου αυταρχισμού, στο οποίο οι επαρχιακές Αρχές έχουν ευρείες εξουσίες, αρκεί να τις αναπτύξουν για την επίτευξη των στόχων που καθορίζει το κέντρο. Οι προτεραιότητες της κεντρικής κυβέρνησης περιλαμβάνουν τη μεγιστοποίηση της οικονομικής ανάπτυξης, την προσέλκυση ξένων επενδυτών και, μερικές φορές, τον έλεγχο της ρύπανσης. Το σύστημα είναι αποτελεσματικό στο να επιτρέπει στις επαρχιακές και τοπικές Αρχές να επιδιώκουν αυτούς τους στόχους χρησιμοποιώντας τα μέσα που γνωρίζουν καλύτερα και θεωρούν καταλληλότερα. Ωστόσο, οι κεντρικές Αρχές ανταμείβουν τις τοπικές με βάση τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την διαχείρισή τους, έτσι οι τοπικές Αρχές έχουν επίσης ένα κίνητρο να κρύψουν ανεπιθύμητες εξελίξεις.

Η μοιραία αντίδραση των τοπικών Αρχών στην επαρχία Χουμπέι στα πρώτα κρούσματα της [ασθένειας] COVID-19 δεν ήταν, λοιπόν, ανωμαλία, αλλά αναπόσπαστο μέρος του κινεζικού συστήματος αποκεντρωμένου περιφερειακού αυταρχισμού. Οι επαρχιακές Αρχές αντέδρασαν με δισταγμό -και ακόμη και άρνηση- επειδή δεν ήθελαν να δημιουργήσουν την εντύπωση έλλειψης ελέγχου ή κακής διαχείρισης. Μετέδωσαν όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες στο κέντρο σχετικά με τις μυστηριώδεις μολύνσεις, ακόμη και όταν οι σπόροι της πανδημίας είχαν σπαρθεί. Μόνο όταν το πρόβλημα ήταν πολύ προφανές για να κρυφτεί, η αλήθεια αφέθηκε να κινηθεί προς τα πάνω. Σε αυτό το σημείο, η κεντρική κυβέρνηση της Κίνας απάντησε με αποτελεσματικότητα και επαγγελματισμό που αντιστάθμισε κάποιο από το χαμένο έδαφος.

Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα αντέδρασε στον ιό με τρόπο ακριβώς αντίθετο με εκείνον της Κίνας. Οι κεντρικές Αρχές -η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ και οι υπηρεσίες της- παρουσίασαν μια εικόνα αποδιοργάνωσης και ερασιτεχνισμού. Στις πρώτες στιγμές της πανδημίας η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απουσίαζε εντελώς, και έτσι παρέμεινε λίγο-πολύ και στην συνέχεια. Αλλά ο αμερικανικός φεντεραλισμός εκχωρεί ρόλο στις πολιτείες, κάτι που βοήθησε στην αντιστάθμιση της αδυναμίας του κέντρου.