Το τουρκικό παιχνίδι με την ΑΟΖ της Παλαιστίνης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τουρκικό παιχνίδι με την ΑΟΖ της Παλαιστίνης

Οι προβληματισμοί σε Αθήνα και Λευκωσία για την πιθανολογούμενη συμφωνία Άγκυρας - Ραμάλα
Περίληψη: 

Με αφορμή πρόσφατες δηλώσεις του Παλαιστίνιου πρέσβυ στην Άγκυρα, τίθεται το ερώτημα εάν Τουρκία και Παλαιστινιακή Αρχή προτίθενται να υπογράψουν διμερή συμφωνία καθορισμού θαλασσίων ζωνών κατά τα πρότυπα του τουρκο-λυβικού συμφώνου. Πόσο βάσιμοι είναι οι προβληματισμοί που εκφράζονται σε Αθήνα και Λευκωσία και ποια κριτήρια είναι απαραίτητο να ληφθούν υπ’ όψιν προκειμένου να αποτιμηθούν ρεαλιστικά οι κινήσεις της παλαιστινιακής πλευράς.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, Δρ. Διεθνών Σχέσεων, ερευνητής του Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν (Azrieli Center for Israel Studies) του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν στο Ισραήλ και Senior Fellow στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Κυκλοφορεί από τον Φεβρουάριο του 2020 η δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» (εκδόσεις Παπαζήση).

Όλα άρχισαν στις 21 Ιουνίου 2020, από μια σύντομη συνέντευξη που παραχώρησε ο πρέσβυς της Παλαιστινιακής Αρχής στην Άγκυρα, Φάεντ Μουστάφα, στην εφημερίδα Aydinlik, εφημερίδα που είχε εμπλακεί κατά το παρελθόν στην υπόθεση Ergenekon και έχει πλέον ανακτήσει την θέση της στις αποδεκτές δημοσιογραφικές φωνές της χώρας. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου εάν η Παλαιστινιακή Αρχή προτίθεται να υπογράψει με την Τουρκία μια συμφωνία καθορισμού θαλασσίων ζωνών κατά τα πρότυπα του αντίστοιχου τουρκο-λιβυκού συμφώνου, ο κ. Μουστάφα απάντησε επί λέξει τα εξής: «Εμείς, ως Παλαιστίνη, προσδίδουμε μεγάλη σημασία στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Εργαζόμαστε για την ενίσχυση των σχέσεων σε όλους τους τομείς. Είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις ιδέες για την ανάπτυξη αυτών των σχέσεων. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συμφωνίας ΑΟΖ με την Τουρκία. Έχουμε και εμείς δικαιώματα στη Μεσόγειο. Έχει και η Παλαιστίνη μερίδιο στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Είμαστε έτοιμοι να συμφωνήσουμε με την Τουρκία όσον αφορά το φυσικό αέριο. Είμαστε έτοιμοι για συνεργασία με την Τουρκία. Θέλουμε ανάπτυξη των σχέσεών μας σε όλους τους τομείς. Είμαστε ανοιχτοί σε όλα». Στην πραγματικότητα όμως, το ζήτημα της Παλαιστινιακής ΑΟΖ ανάγεται σε χρόνο σημαντικά προγενέστερο.

23062020-2.jpg

Ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, και ο Παλαιστίνιος πρόεδρος, Μαχμούντ Αμπάς, σε συνέντευξη Τύπου μετά την έκτακτη συνάντηση του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC) στην Κωνσταντινούπολη, τον Δεκέμβριο του 2017. REUTERS / Osman Orsal
----------------------------------------------------------------------

Ως γνωστόν, σύμφωνα με τις Συμφωνίες του Όσλο, η Λωρίδα της Γάζας υπάγεται στην Παλαιστινιακή Αρχή και στην πολιτική ηγεσία της που εδρεύει στην Ραμάλα. Ωστόσο, από τον Ιούνιο του 2007 έως και σήμερα, η Λωρίδα της Γάζας διακυβερνάται de facto από την οργάνωση Χαμάς, χωρίς να είναι νομιμοποιημένη προς τούτο από την διεθνή κοινότητα –πολλώ δε μάλλον, συγκαταλέγεται στην κατηγορία των τρομοκρατικών οργανώσεων τόσο εκ μέρους των ΗΠΑ, όσο και εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Χαμάς και η οργάνωση Ισλαμική Τζιχάντ αποτελούν τους δύο κυριότερους πόλους εξουσίας στην Γάζα, οι οποίοι αμφότεροι συνομιλούν με την Τουρκία –με την Χαμάς να διατηρεί γραφείο εκπροσώπησης στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την τελευταία δεκαετία, και κυρίως μετά το αιματηρό επεισόδιο του Mavi Marmara , η δημοτικότητα του Τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, διατηρείται ενισχυμένη, εξ αιτίας των επανειλημμένων δημόσιων επικρίσεών του κατά του Ισραήλ και της ισλαμιστικής ατζέντας της τουρκικής περιφερειακής πολιτικής.

Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2010 η δημοτικότητα της Τουρκίας φερόταν ενισχυμένη περισσότερο στην Γάζα και όχι τόσο στην Δυτική Όχθη που ελέγχεται από την Παλαιστινιακή Αρχή και την Φατάχ, τα τελευταία χρόνια ενισχύεται η θετική εικόνα που έχει η Τουρκία και στο περιβάλλον του προέδρου, Μαχμούντ Αμπάς. Το γεγονός αυτό εξηγείται ως εξής: τουρκικά θρησκευτικά-πολιτιστικά σωματεία υπό την αιγίδα του κρατικού φορέα παροχής διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας TİKA αναπτύσσουν αισθητή παρουσία στην Ανατολική Ιερουσαλήμ –γεγονός που αποτέλεσε αντικείμενο δυσμενούς σχολιασμού εκ μέρους του Ισραηλινού πρώην Υπουργού Εξωτερικών, Ισράελ Κατς. Η Τουρκία ανακάλεσε τον πρέσβυ της από το Τελ Αβίβ το 2018, εις ένδειξη διαμαρτυρίας για την μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ και την αναγνώριση της πόλης ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Επίσης, μετά την τελετή ανακοίνωσης του πρόσφατου αμερικανικού ειρηνευτικού σχεδίου στις 28 Ιανουαρίου 2020 στον Λευκό Οίκο –και στην οποίαν είχαν παρευρεθεί οι πρέσβεις του Μπαχρέιν, του Ομάν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων– παρατηρείται μια αργή αλλά σταθερή διπλωματική απομάκρυνση της Παλαιστινιακής Αρχής από τον σαουδαραβικό περιφερειακό παράγοντα. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως τους τελευταίους μήνες και δη εν μέσω κορωνοϊού, όταν η Παλαιστινιακή Αρχή αρνήθηκε δύο φορές να παραλάβει υλικοτεχνική ιατρική βοήθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας που είχε σταλεί αεροπορικώς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με απ’ ευθείας πτήση από το Ντουμπάι στο Τελ Αβίβ –χαρακτηρίζοντας την κίνηση αυτή ως «επίδειξη ομαλοποίησης των σχέσεων μεταξύ Εμιράτων και Ισραήλ». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τις ελάχιστες ενδείξεις που προδίδουν με απόλυτη σαφήνεια πόσο σημαντικά έχουν διαταραχθεί οι άλλοτε αγαστές διμερείς σχέσεις μεταξύ της Παλαιστινιακής Αρχής, της Σαουδικής Αραβίας και των υπολοίπων μετριοπαθών σουνιτικών χωρών του Κόλπου.

Προκειμένου να τεθεί στο σωστό πλαίσιο το ζήτημα της παλαιστινιακής ΑΟΖ που επέστρεψε στην επικαιρότητα, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν το εξής δεδομένο: η 1η Ιουλίου 2020 προβάλλεται από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Βενιαμίν Νετανιάχου, ως ημέρα-ορόσημο για μια ενδεχόμενη μονομερή ισραηλινή προσάρτηση εδαφών της Δυτικής Όχθης με βάση το αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο –ανεξαρτήτως του ότι η Ουάσιγκτον επιμελώς αποφεύγει να δώσει ένα ξεκάθαρο «πράσινο φως» για κάτι τέτοιο, ενώ παράλληλα σημειώνονται ισχυρές αντιδράσεις τόσο από τους κομματικούς κυβερνητικούς εταίρους, από την αριστερή αντιπολίτευση αλλά και από τους ίδιους τους Εβραίους εποίκους που κατοικούν στις υπό προσάρτηση περιοχές. Η ως άνω συγκυρία έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να εκδηλώσει για ακόμα μια φορά την αλληλεγγύη της στην ηγεσία του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς –την στιγμή που ο δεύτερος δείχνει περισσότερο απογοητευμένος απ’ όσο ποτέ άλλοτε από το ιδεώδες της «αραβικής αλληλεγγύης», με μοναδική εξαίρεση την Ιορδανία, τη μοναδική αραβική χώρα που συντάσσεται ένθερμα με την έντονη αντίδραση της Ραμάλα στο ενδεχόμενο μιας μονομερούς ισραηλινής προσάρτησης εδαφών.