Όταν η CIA παρεμβαίνει στις ξένες εκλογές | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όταν η CIA παρεμβαίνει στις ξένες εκλογές

Μια σύγχρονη ιστορία αμερικανικής μυστικής δράσης

Το άγγιγμα της CIA παρέμεινε κρυφό. Δύο δεκαετίες αργότερα, οι – συνταξιούχοι σήμερα - Αμερικανοί αξιωματούχοι πληροφοριών εξέφρασαν ανεξήγητη πεποίθηση ότι η δουλειά τους αποδείχθηκε καθοριστική για να νικηθεί ο Μιλόσεβιτς. Ο Sipher σχολίασε την «επιτυχία» της επιχείρησης της CIA. Ο Wise είπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν «μια μεγάλη διαφορά» και ότι «ένας συνδυασμός» μυστικών και εμφανών τακτικών είχε «θετικό αποτέλεσμα». Όπως συμβαίνει με όλες τις μυστικές επιχειρήσεις προκειμένου να επηρεαστούν ψηφοφόροι, η CIA δεν μπορούσε να εκτιμήσει τον ακριβή αντίκτυπό της. «Η μέτρηση είναι δύσκολη», αναγνώρισε ο Sipher. Ωστόσο, σημείωσε ότι αξιωματούχοι της σερβικής κυβέρνησης πίσω από κλειστές πόρτες πίστωσαν την CIA για τη νίκη τους. «Πολλοί από τους βασικούς παίκτες που έγιναν ανώτερα πρόσωπα στην επόμενη κυβέρνηση συνέχισαν να συναντιούνται μαζί μας και συνέχισαν να μας λένε ότι ήταν οι προσπάθειές μας που οδήγησαν στην επιτυχία τους», δήλωσε ο Sipher, «από την άποψη ότι τους βοηθήσαμε με τα πάντα, από την διαφήμιση έως την χρηματοδότηση έως και το πώς έκαναν τα πράγματα» κατά την διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας.

Σε συνεντεύξεις, πιο ανώτεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ένιωθαν άβολα σε οποιαδήποτε αναφορά για την CIA και την ήττα του Μιλόσεβιτς. «Γνωρίζω πράγματα για αυτό, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω επί τούτω», δήλωσε ο John McLaughlin, ο οποίος ήταν αναπληρωτής διευθυντής της CIA το 2000. Αυτή η δυσφορία είχε νόημα: η παρέμβαση της CIA στις εκλογές του 2000 δεν ήταν αντιπροσωπευτική των μετα-ψυχροπολεμικών επιχειρήσεων της υπηρεσίας. Πόσο συχνά, σε τελική ανάλυση, μπορεί να εκδιωχθεί ένας εγκληματίας πολέμου δια της κάλπης; «Φαινόταν να υπάρχει ένα υψηλότερο επίπεδο άνεσης όχι μόνο στο κομμάτι [των υπηρεσιών] πληροφοριών του κόσμου, αλλά πραγματικά απλώς μια προφανής πολιτική ότι έπρεπε να γίνει κάτι στα Βαλκάνια», είπε ο Steven Hall, πρώην αξιωματικός της CIA που ήταν σταθμευμένος στην περιοχή το 2000. Για την Ουάσινγκτον, η «εκλογική χειραγώγηση» είχε γίνει «εργαλείο έσχατης λύσης», πρόσθεσε ο Wise, και η σερβική υπόθεση ήταν «η τέλεια εξαίρεση», εν μέρει λόγω των φρικαλεοτήτων του Μιλόσεβιτς και εν μέρει λόγω της «δεκτικής», «αξιόπιστης» και «ελκυστικής» φύσης της αντιπολίτευσης. Για τέτοιες περιπτώσεις, ο Wise υποστήριξε γενικά, «ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα … το ρίσκο είναι ίσως να κάνεις κάτι που είναι μη-αμερικανικό στα μάτια κάποιων». Αλλά το αποτέλεσμα είναι ότι «ο γενοκτονικός μανιακός δεν είναι πλέον στην εξουσία».

Όταν ρώτησα τον Κλίντον γιατί κρίθηκε ότι άξιζε η μυστική δράση στην Σερβία, είπε απλά: «Υπάρχει ένα όριο θανάτου, και ο Μιλόσεβιτς το ξεπέρασε» (“There’s a death threshold, and Milosevic crossed it”).

Η CIA ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Το 2004, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, ήταν στα πρόθυρα να εγκρίνει άλλη μια τέτοια επιχείρηση. Η ιστορία ξεδιπλώθηκε στην Αίθουσα Καταστάσεων (Situation Room ) του Λευκού Οίκου, όπου, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, αξιωματούχοι της εθνικής ασφάλειας ζύγισαν μια γνωστή πρόταση: η CIA να εμπλακεί σε μυστική εκλογική παρέμβαση. Αυτή την φορά, ο στόχος θα ήταν το Ιράκ.

Τον Μάρτιο του 2003, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Ιράκ για να απομακρύνουν τον Σαντάμ Χουσεΐν, τον μακρόχρονο δικτάτορα της χώρας, και να κατασχέσουν όπλα μαζικής καταστροφής που φέρεται να κατείχε. Η κυβέρνηση του Χουσεΐν έπεσε μέσα σε εβδομάδες, αλλά δεν βρέθηκαν τέτοια όπλα. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον πόλεμο, ο Μπους ανανέωσε την υπόσχεσή του να μεταμορφώσει το πολιτικό σύστημα του Ιράκ. Στα τέλη του 2003, δήλωσε [4] ότι «η ιρακινή δημοκρατία θα πετύχει» και ότι οι πολίτες της θα απολαύσουν λαϊκή εκπροσώπηση. «Για την [αμερικανική κυβέρνηση] εκείνη την εποχή ήταν εξαιρετικά σημαντικό να διεξαχθούν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, διότι αυτό δικαιολογούσε την εισβολή», είπε ο Arturo Muñoz, τότε ανώτερος αξιωματικός της CIA. «Εφ' όσον δεν βρήκαμε όπλα μαζικής καταστροφής, ήμασταν κάπως απελπισμένοι τότε να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας, ώστε τουλάχιστον να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε δημοκρατία σε αυτό το μέρος». Οι αμερικανικές οργανώσεις προώθησης της δημοκρατίας έδωσαν πόρους στο Ιράκ. Το Διεθνές Ρεπουμπλικανικό Ινστιτούτο (International Republican Institute) και το Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο (National Democratic Institute), συγκεκριμένα, ξεκίνησαν ουσιαστικά προγράμματα εκεί, βοηθώντας στην παραγωγή υλικού εκπαίδευσης ψηφοφόρων, εκπαιδεύοντας κομματικούς αξιωματούχους και διευκολύνοντας τις πολιτικές συζητήσεις και τις προσπάθειες προσέλευσης στην κάλπη.

Ο σκοπός των εκλογών, ωστόσο, είναι οι ψηφοφόροι να καθορίσουν την κατεύθυνση του κράτους τους. Υπό αυτήν την έννοια, ο Μπους είχε ένα πρόβλημα: οι αναφορές [των υπηρεσιών] πληροφοριών ανέφεραν ότι ο υποψήφιος που εκείνος προτιμούσε, ο Ayad Allawi, θα έχανε στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιράκ, οι οποίες είχαν προγραμματιστεί για τον Ιανουάριο του 2005.

Η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών πίστευε ότι το Ιράν χειραγωγούσε τις εκλογές υπέρ της αντιπολίτευσης προς τον Allawi. «Φυσικά, εμπλέκετο το Ιράν», δήλωσε ο McLaughlin, τότε αναπληρωτής διευθυντής της CIA. «Γιατί δεν θα το έκανε; Είναι ακριβώς δίπλα, έχει την ικανότητα [να το κάνει], και ήταν κοντά σε κάποιους από την ηγεσία». Ο Wise έδρευε στο Ιράκ πριν από τις εκλογές και λίγα χρόνια αργότερα έγινε επικεφαλής της CIA εκεί. Περιέγραψε την ιρανική παρέμβαση στις ιρακινές εκλογές ως ευρεία: «Μιλάμε για χρήματα, ακτιβιστές, απειλές, εκβιασμούς, μια παραστρατιωτική παρουσία».

Ο Μπους και οι σύμβουλοί του συζήτησαν εάν θα απαντήσουν με μυστική δράση. Ο John Negroponte, τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ιράκ, συμμετείχε τακτικά σε διυπηρεσιακές τηλεδιασκέψεις από την Βαγδάτη με ένα μοναδικό θέμα στην ατζέντα: την εκλογική παρέμβαση υπό την ηγεσία της CIA. «Το σκεφτήκαμε πραγματικά πολύ», είπε ο Negroponte, ο οποίος μου είπε ότι ήταν «ανοιχτός στην πιθανότητα» στις συζητήσεις με άλλους ανώτερους αξιωματούχους της διοίκησης.