Όταν η καταστροφή μνημείων εξυπηρετεί αυταρχικούς σκοπούς | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όταν η καταστροφή μνημείων εξυπηρετεί αυταρχικούς σκοπούς

Οι ινδουιστές εθνικιστές της Ινδίας δημιουργούν ένα φανταστικό παρελθόν σε σύγχρονα ερείπια
Περίληψη: 

Στην Ινδία, το αυταρχικό κράτος εργάζεται σταθερά για να αναδιαμορφώσει τον δημόσιο χώρο διεκδικώντας το δικαίωμα να καταστρέψει, να διατηρήσει, και να οικοδομήσει. Χρησιμοποιεί αυτήν την εξουσία για να επεκτείνει την εμβέλειά του και να καταστείλει τους επικριτές και τις πολιορκημένες μειονότητες.

Η SUPRIYA GANDHI είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θρησκευτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Yale και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Emperor Who Never Was: Dara Shukoh in Mughal India [1].

Καθώς η πανδημία του κορωνοϊού μαίνεται, εργάτες στην βόρεια ινδική πόλη Ayodhya εργάζονται για να χτίσουν έναν νέο ινδουιστικό ναό εκεί όπου κάποτε στεκόταν ένα τζαμί που ονομαζόταν Masjid Babri. Το τζαμί, μια απλή δομή από τούβλα και γύψο, χτίστηκε τον δέκατο έκτο αιώνα με εντολή του Babur, του Μουσουλμάνου κατακτητή από την Κεντρική Ασία που ίδρυσε την δυναστεία των Mughal στην Ινδία. Για αιώνες, το τζαμί γειτνίαζε με ναούς και μοναστήρια που συνδέονται με τον θρυλικό ινδουιστικό θεϊκό βασιλιά Ράμα. Αλλά το 1992, Ινδουιστές εθνικιστές πολιτικοί οργάνωσαν έναν όχλο για να εισβάλει στο τζαμί και να το μετατρέψει σε ερείπια, ισχυριζόμενοι ότι είχε χτιστεί στην τοποθεσία της γενέτειρας του Ράμα. Αυτό το επεισόδιο εικονοκλασίας σηματοδότησε την άνοδο του ινδουιστικού εθνικισμού ως ισχυρή δύναμη στην σύγχρονη ινδική πολιτική, με αποκορύφωμα την εκλογή το 2014 -και την επανεκλογή το 2019- ενός από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του, του πρωθυπουργού Narendra Modi.

14072020-1.jpg

Πυλώνες και λίθοι για να χτιστεί ένας νέος ινδουιστικός ναός σε μια διαμφισβητούμενη θρησκευτική τοποθεσία στην Ayodhya, στην Ινδία, τον Σεπτέμβριο του 2010. Kuni Takahashi / The New York Times / Redux
--------------------------------------------------

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας αποφάσισε πέρυσι ότι η κατεδάφιση του Babri Masjid ήταν παράνομη, αλλά εξακολουθεί να απονέμει την τοποθεσία σε ένα διορισμένο από την κυβέρνηση τραστ που θα χτίσει εκεί έναν ναό. Η απόφαση ισοδυναμούσε με τη νίκη του κόμματος Bharatiya Janata του Modi και του ευρύτερου ινδουϊστικού εθνικιστικού σχεδίου που επιδιώκει να ορίσει την Ινδία ως ινδουιστικό έθνος με κυρίως ινδουιστικό παρελθόν. Οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 14% του πληθυσμού, έχουν ζήσει στη Νότια Ασία για περισσότερο από μια χιλιετία, αλλά το BJP και οι σύμμαχοί του επιδιώκουν να αρνηθούν το ότι ανήκουν στο παρόν ή το παρελθόν του έθνους.

Μια πρόσφατη περίοδος ζωηρής εικονοκλασίας στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική έχει ανοίξει ξανά συζητήσεις στην Δύση που είναι από πολλές απόψεις οικείες στους Ινδούς ιστορικούς. Αγάλματα προσωπικοτήτων που σχετίζονται με την δουλεία, την γενοκτονία και τον λευκό ρατσισμό φαίνεται να πέφτουν καθημερινά. Μερικοί μελετητές της ινδικής ιστορίας ενοχλήθηκαν όταν οι διαδηλωτές έριξαν το άγαλμα του Βρετανού εμπόρου σκλάβων του 17ου αιώνα Edward Colston στο λιμάνι του Μπρίστολ τον Ιούνιο. Όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες του Κόλστον, η αναρχική αφαίρεση του μνημείου υπενθύμισε την καταστροφή του Babri Masjid και άλλων ινδουιστικών εθνικιστικών επιθέσεων σε τζαμιά [2] και αγάλματα [3] για να εκδικηθούν αντιληπτά ιστορικά λάθη.

Αλλά το πώς μια κοινωνία επιλέγει να θυμάται το παρελθόν της είναι μια αντανάκλαση του πώς βλέπει το παρόν της. Τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι επικριτές αυτών των μνημείων και ιστορικών κτηρίων επιδιώκουν να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο λέγεται η ιστορία των χωρών τους. Η κυβέρνηση του Modi αναπτύσσει το πολύ θριαμβευτικό και έμπλεο αποκλεισμών όραμα της ιστορίας που οι ακτιβιστές στην Δύση προσπαθούν τώρα να ανατρέψουν. Οι πρόσφατες ενέργειες εικονοκλασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη αναπτύχθηκαν από -και συνεχίζουν να τροφοδοτούν- μια συζήτηση για τον δομικό ρατσισμό και την ιστορία της δουλείας και του αποικισμού. Αντιθέτως, στην Ινδία, το αυταρχικό κράτος εργάζεται σταθερά για να αναδιαμορφώσει τον δημόσιο χώρο διεκδικώντας το δικαίωμα να καταστρέψει, να διατηρήσει, και να οικοδομήσει. Χρησιμοποιεί αυτήν την εξουσία για να επεκτείνει την εμβέλειά του και να καταστείλει τους επικριτές και τις πολιορκημένες μειονότητες.

Αφού ο Μόντι κέρδισε την πρώτη θητεία του το 2014, ενστάλαξε στο ινδουιστικό εθνικιστικό σχέδιο τις δικές του μεγαλοπρεπείς φιλοδοξίες και την αυταρχική αισθητική. Αυτές οι προσπάθειες περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός τεραστίου αγάλματος [4] -του ψηλότερου στον κόσμο- ενός ηγέτη της ανεξαρτησίας τον οποίο οι Ινδουιστές ισχυρίζονται τώρα ως δικό τους˙ την ισοπέδωση [5] εκατοντάδων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων και ιστορικών, στην ιερή πόλη Βαρανάσι για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των προσκυνητών στον ιερό ναό του Βισβανάθ (Vishwanath) και, ίσως, να προκαλέσουν [6] μια ακόμη κατεδάφιση τζαμιού˙ και, τώρα, η συνολική ανακατασκευή [7] του εμβληματικού Central Vista του Νέου Δελχί, που μοιάζει με το National Mall στην Ουάσινγκτον. Αυτό το τελευταίο έργο στην πρωτεύουσα θα περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων κατασκευών, ένα νέο πρωθυπουργικό μέγαρο και ένα νέο κτίριο του Κοινοβουλίου, όλα προορισμένα να διαρκέσουν τουλάχιστον 150 έως 200 χρόνια. Το σχέδιο είναι αυτοκρατορικό ως προς το πεδίο εφαρμογής του˙ ανακαλεί [στη μνήμη] παλιούς μονάρχες, που ο καθένας προσπάθησε να χτίσει εκ νέου το Δελχί. Σηματοδοτεί επίσης ότι η κυβέρνηση του Modi έχει ένα όραμα για τον εαυτό της που δεν περιορίζεται από τα όρια των θητειών, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει το έθνος για το ορατό μέλλον.

Αυτό το όραμα του μέλλοντος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια συγκεκριμένη άποψη του παρελθόντος. Ο Vinayak Savarkar, ένας βασικός πρώιμος ιδεολόγος του Hindutva, ή αλλιώς του ινδουιστικού εθνικισμού, δήλωσε το 1923 ότι η Ινδία ήταν ταυτόχρονα μια πατρίδα και μια ιερή γη, της οποίας η ιστορία και ο πολιτισμός ήταν ουσιαστικά ινδουιστικά. Αυτή η έννοια έρχεται σε αντίθεση με τον ευρέως πλουραλιστικό και κοσμικό εθνικισμό των ιδρυτών της Ινδίας, όπως ο Mohandas Gandhi και ο Jawaharlal Nehru, ο πρώτος πρωθυπουργός. Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί, κατέληξε ο Savarkar, ακόμη και εκείνοι που προέρχονταν από Ινδουιστές, δεν ήταν πραγματικοί Ινδοί.