Πέρα από τις μεγάλες δυνάμεις | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πέρα από τις μεγάλες δυνάμεις

Πώς τα άτομα εξακολουθούν να διαμορφώνουν την ιστορία
Περίληψη: 

Τα άτομα μπορούν να αρθούν πάνω από τους θεσμούς, τους κανόνες, τις συστημικές δυνάμεις, και την εσωτερική πολιτική, αφήνοντας τις χώρες τους ισχυρότερες ή πιο αδύναμες από όσο θα ήταν διαφορετικά. Οι ηγέτες μπορούν να μεταβάλουν θεμελιωδώς τις εθνικές φιλοδοξίες και τις γενικές στρατηγικές μιας χώρας.

Η ιστορία συνηθιζόταν να χαρακτηρίζεται ως η ιστορία μεγάλων ανδρών. Ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Φρειδερίκος ο Μέγας, ο Τζορτζ Ουάσιγκτον, ο Ναπολέων Βοναπάρτης, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μάο Τσε Τουνγκ -μοναδικοί ηγέτες, ταυτόχρονα διάσημοι και διαβόητοι, θεωρείτο ότι καθοδηγούσαν τα γεγονότα. Αλλά στην συνέχεια έγινε μόδα να λέγονται οι ίδιες ιστορίες με όρους ευρύτερων διαρθρωτικών δυνάμεων: Χονδρικοί υπολογισμοί εθνικής ισχύος, οικονομική αλληλεξάρτηση, ή ιδεολογικά κύματα. Οι ηγέτες έφθασαν να θεωρηθούν ως απλά οχήματα για άλλους, πιο σημαντικούς παράγοντες, με τις προσωπικότητες και τις προτιμήσεις τους να είναι ουσιαστικά άσχετες. Αυτό που είχε σημασία δεν ήταν οι σπουδαίοι άντρες ή γυναίκες αλλά οι μεγάλες δυνάμεις.

Στο κλασικό βιβλίο του, του 1959, Man, the State, and War (Άνθρωπος, Κράτος και Πόλεμος), [1] ο ακαδημαϊκός Kenneth Waltz έκανε την υπόθεση για αυτή τη νέα προσέγγιση. Ισχυρίστηκε ότι η εστίαση σε επιμέρους ηγέτες ή στην ανθρώπινη φύση προσέφερε γενικώς λίγα όταν επρόκειτο για την κατανόηση της παγκόσμιας πολιτικής. Αντ' αυτού, θα πρέπει εξεταστεί το πλαίσιο του διεθνούς συστήματος και η κατανομή της ισχύος σε αυτό. Μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο, ο Waltz ισχυριζόταν ότι δεν είχε καμιά σημασία αν ο Dwight Eisenhower ή ο Adlai Stevenson κατέλαβαν τον Λευκό Οίκο ή ο Ιωσήφ Στάλιν ή ο Νικήτα Χρουστσόφ το Κρεμλίνο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση θα επεδίωκαν τα ίδια συμφέροντα, θα επιζητούσαν τους ίδιους συμμάχους, και σε διαφορετική περίπτωση θα αναγκάζονταν από την πίεση του ανταγωνισμού του Ψυχρού Πολέμου να ενεργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο.

Οι ακαδημαϊκοί αγκάλιασαν το «στρουκτουραλιστικό» («δομικό») Zeitgeist [στμ: το πνεύμα της εποχής] και τις επόμενες δεκαετίες, αν και ορισμένοι θεωρητικοί επέκτειναν τον δικό τους κατάλογο των πρωτογενών υποκινητών των διεθνών σχέσεων για να συμπεριλάβουν τύπους καθεστώτων, θεσμούς και ιδέες, συνέχισαν να υποβαθμίζουν τους ηγέτες. Σήμερα, σε μια εποχή που τεράστιες απρόσωπες δυνάμεις φαίνεται να καθορίζουν τον κόσμο μας, αυτή η προκατάληψη έναντι του ατόμου μπορεί να φαίνεται δικαιολογημένη. Τα οικονομικά, η τεχνολογία, και η πολιτική αλλάζουν με τρόπους που φαίνονταν αδιανόητοι μόλις πριν από μερικές δεκαετίες. Οι εξελίξεις στον τομέα των επικοινωνιών, των μεταφορών, του κλίματος, της εκπαίδευσης, των πολιτιστικών αξιών, και της υγείας έχουν μεταβάλει θεμελιωδώς τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εντός των κοινοτήτων και σε ολόκληρο τον κόσμο. Η επανάσταση της πληροφορίας έχει οδηγήσει στο υπερενισχυμένο άτομο και στο υπερενισχυμένο κράτος και τα έβαλε αντιμέτωπα. Εν τω μεταξύ, η ισχύς αναδιανέμεται σε ολόκληρο τον κόσμο, με τη μονοπολική εποχή της αμερικανικής υπεροχής που ακολούθησε τον Ψυχρό Πόλεμο να δίνει την θέση της σε μια απρόβλεπτη πολυπολικότητα. Τέτοια είναι τα απρόσωπα θηρία που σπέρνουν τον όλεθρο σήμερα.

Οι δομικοί παράγοντες και οι τεχνολογικές αλλαγές αναμφισβήτητα και οδηγούν σε μεγάλο βαθμό την συμπεριφορά των κρατών, αλλά δεν είναι τα μόνα κομμάτια του παζλ. Ακόμη και σήμερα, μεμονωμένοι ηγέτες μπορούν να οδηγήσουν, να καθοδηγήσουν ή να αντισταθούν στις ευρύτερες δυνάμεις της διεθνούς πολιτικής. Και έτσι εξακολουθούν να υπάρχουν μερικοί άνδρες και γυναίκες που χαράσσουν τα μονοπάτια των εθνών τους -κάποια ευεργετικά, κάποια καταστροφικά, αλλά όλα αδιανόητα χωρίς τους ξεχωριστούς χαρακτήρες των ηγετών αυτών.

ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

Ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, ο πρίγκιπας-διάδοχος Mohammed bin Salman, ή MBS, είναι το πιο προφανές παράδειγμα ενός ηγέτη που αψηφά την πίεση τόσο της εγχώριας πολιτικής όσο και των διεθνών συνθηκών και, με τον τρόπο αυτό, επαναπροσδιορίζει και τα δύο, για καλύτερα ή για χειρότερα. Επί δεκαετίες, η αλλαγή στην Σαουδική Αραβία κινείτο με ρυθμούς παγετώνα. Το ζήτημα του κατά πόσον οι γυναίκες πρέπει να επιτρέπεται να οδηγούν, για παράδειγμα, συζητείτο από το 1990 χωρίς απόφαση. Οι Σαουδάραβες ηγέτες κυβερνούσαν συλλογικά, διασφαλίζοντας ότι τυχόν πολιτικές αλλαγές θα γίνονταν αποδεκτές από όλους τους μεγάλους κλάδους της ευρύτερης βασιλικής οικογένειας και του θρησκευτικού κατεστημένου. Παρόλο που η κυρίαρχη ελίτ συζητούσε για την σημασία των θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων επί χρόνια, δεν έκανε τίποτα, εμποδιζόμενη από τους συντηρητικούς κληρικούς, τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, και την προσανατολισμένη στην συναίνεση πολιτική κουλτούρα.

24072020-1.jpg

Γοητευτικός Πρίγκιπας: Ο Mohammed bin Salman στο Λονδίνο, τον Μάρτιο του 2018. Alastair Grant / AP
----------------------------------------------------------

Στην συνέχεια ήρθε ο MBS. Ο MBS [2] είχε σκοπό να αναζωογονήσει την οικονομία και την κοινωνία της Σαουδικής Αραβίας (αλλά, κρισίμως, όχι το πολιτικό σύστημά της) και άρχισε να εκκοσμικεύει την σαουδαραβική κοινωνία, να αναδομεί το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα του βασιλείου και να μεταρρυθμίζει την στάσιμη οικονομία του. Όπως και μια προηγούμενη γενιά αυταρχικών εκσυγχρονιστών -ο Ιταλός Μπενίτο Μουσολίνι, ο Κέμαλ Ατατούρκ της Τουρκίας, ο Στάλιν και ο Μοχάμαντ Ρεζά Σαχ Παχλεβί του Ιράν- είναι αποφασισμένος να σύρει την χώρα του στον νέο αιώνα και δεν πτοείται από το ανθρώπινο κόστος για να το πράξει. Είτε πετύχει είτε αποτύχει, ο MBS έχει αψηφήσει την λογική της αποφυγής των κινδύνων της σαουδαραβικής πολιτικής και στοιχηματίζει τα πάντα στις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις του.