Γιατί αποτυγχάνει η Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί αποτυγχάνει η Τουρκία

Γεωστρατηγική σύνθεση και τουρκική ενεργειακή πολιτική*
Περίληψη: 

Η Τουρκία όρισε τους στόχους της ενεργειακής αναβάθμισής της και η ίδια τους υπονομεύει θέτοντας πλέον την ίδια την ευμάρειά της, αν όχι την επιβίωσή της, σε κίνδυνο. Πρόκειται, δηλαδή, για δείγματα σύγχυσης και ανορθολογισμού.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΟΥΛΗΣ είναι διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκε την Τουρκία σε μια διαρκή μετάβαση. Ωστόσο, προς ποια κατεύθυνση όφειλε να πραγματοποιήσει το άλμα της; Ως να μην άλλαξε τίποτα από την περίοδο που ο Κεμάλ αποφάσιζε να επιβάλλει τον εκδυτικισμό του νεοσύστατου τότε τουρκικού κράτους, η μεταψυχροπολεμική Τουρκία βρέθηκε ενώπιον του ίδιου διλήμματος. Θα παρέμενε προσδεμένη στην Δύση αναλαμβάνοντας τον ρόλο του στρατηγικού τοποτηρητή των μεγάλων Δυτικών δυνάμεων; Ή θα προσπαθούσε να αυτονομηθεί εκμεταλλευόμενη την συστημική ευκαιρία που προέκυψε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την διάλυση του προαιώνιου σοβιετικού ανταγωνιστή;

28072020-1.jpg

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, προσέρχεται σε συνάντηση με τον πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ, στις Βρυξέλλες, στις 9 Μαρτίου 2020. REUTERS/Francois Lenoir
-----------------------------------------------------------------------------

Σε βάθος χρόνου, η τουρκική γεωστρατηγική είχε πολλές διακυμάνσεις μεταξύ των δύο προαναφερθεισών επιλογών. Από τις αδέξιες και ανακλαστικές αντιδράσεις του Turgut Özal κατά την πρώτη φάση περάσαμε στην πλήρη στρατηγική περιστολή στα μέσα της δεκαετίας του 1990, κατόπιν στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης διαμέσου της ανάληψης ρόλου «πελάτη» [1] στο πλαίσιο μιας πελατειακής σχέσης με τις ΗΠΑ και τέλος, στην πρόσφατη περίοδο του Erdoğan κατά την οποία διεκδικεί τη μεγιστοποίηση της τουρκικής ισχύος δίχως, όμως, σαφή προσανατολισμό και περιπίπτοντας σε διαρκείς παλινωδίες. Οι εν λόγω παλινωδίες, όπως θα καταδειχθεί, αφήνουν έκθετη την Τουρκία ενώπιον των μεγάλων δυνάμεων, και καταλήγουν να αποτελούν μια στρατηγική υψηλού ρίσκου.

Συνιστά αναμφίλεκτη πραγματικότητα ότι η Τουρκία δεσπόζει γεωπολιτικά στον ευρύτερο χώρο ενός νοητού διαδρόμου, ο οποίος συνδέει την Ανατολή με την Δύση. Υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, διατυπώθηκαν φιλοδοξίες επί του συνόλου σχεδόν των πτυχών επέκτασης και ισχυροποίησης ενός κράτους, ήτοι από την καλλιέργεια στρατιωτικών συνεργασιών με τα νεότευκτα κράτη του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας έως την χρηματοδότηση δορυφορικών τηλεοπτικών προγραμμάτων με σκοπό κυρίως την διεύρυνση της χρήσης της τουρκικής γλώσσας και την ενίσχυση των δεσμών με τα συγκεκριμένα κράτη. Ως εκ τούτου, επρόκειτο για γεωστρατηγική πλεύση συνυφασμένη με τον πολυπαραγοντικό ορισμό ενός ορθολογικού δρώντα για την έννοια της εθνικής ασφάλειας ως «η προστασία της υποστάσεως και της λειτουργίας των δομών του κράτους μέσω της προστασίας και ενισχύσεως, όταν τούτο καθίσταται δυνατό, των διαστάσεων της ισχύος του, δηλαδή της οικονομικής, δημογραφικής, πολιτικής, πολιτισμικής και αμυντικής» [2].

Το παρόν κείμενο φιλοδοξεί να αναφερθεί σε μια σημαίνουσα πτυχή της εν λόγω διακηρυττόμενης μεγιστοποίησης της τουρκικής ισχύος, και αυτή σχετίζεται με το πεδίο της λεγόμενης ενεργειακής πολιτικής. Με τον όρο «ενεργειακή πολιτική» εννοείται όλο εκείνο το πλέγμα των διακρατικών συνεργασιών και της αντίστοιχης εσωτερικής δυνατότητας της Τουρκίας με άξονα την γενικότερη ισχυροποίηση της θέσης και του ρόλου της στο σύμπλοκο της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Προς τούτο, η αναφορά στην ενέργεια εντάσσεται πλήρως και εύλογα στο μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο εκτύλιξης της τουρκικής στρατηγικής συμπεριφοράς. Η παραγωγή και η διαμετακόμιση υδρογονανθράκων εξηγείται παρακάτω ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόπειρας στρατηγικής αναβάθμισης της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, η «τουρκική ενεργειακή αναβάθμιση» νοείται ως το πλαίσιο ανόδου της Τουρκίας στην κλίμακα της ενεργειακής ασφάλειας.

Η διεύρυνση της ενεργειακής ασφάλειας επιτυγχάνεται διαμέσου της διαφοροποίησης των εισαγωγών από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό παραγωγών, της σταθεροποίησης των διόδων μεταφοράς και της ενίσχυσης της βιώσιμης χρήσης της ενέργειας [3]. Η ενεργειακή αναβάθμιση ενός δρώντα συνιστά στόχο πολιτικοοικονομικής ιδιοσυστασίας, αναδεικνυόμενος μέσω πολυπαραγοντικής –και επ’ ουδενί μονοδιάστατης– ανάλυσης, δυνάμενη να προσφερθεί μέσω της συστημικής γεωπολιτικής ανάλυσης, η οποία «ασχολείται με τη μελέτη, καταγραφή και πρόβλεψη των ανακατανομών ισχύος και καταλήγει πάντοτε στην δημιουργία αντιστοίχου υποδείγματος τάσεων. Διαγιγνώσκει, λοιπόν, τις αναπτυσσόμενες τάσεις και προβλέπει την δυναμική τους στο χώρο και στον –ιστορικώς– ομοιογενή χρόνο. Δηλαδή, τον χρόνο τον εγγραφόμενο στο πλαίσιο μιας και μόνης, ομοιογενούς ποιοτικώς, ιστορικής περιόδου. Δε στοχεύει σε “ελέγχους εδαφών”» [4]. Συνεπώς, προσφέρει την κατάλληλη αναλυτική βάση ως προς την επιβεβλημένη διεπιστημονικότητα της προσέγγισης, αλλά συνιστά και το αναγκαίο περιγραφικό υπόβαθρο προκειμένου να αναλυθεί η –κατά τα λοιπά μεροληπτικής ιδιοσυστασίας– γεωστρατηγική ενός δρώντα και εν προκειμένω της Τουρκίας.

Από τις πρώιμες φιλοδοξίες και τους μαξιμαλισμούς περί στρατηγικής επέκτασης στα άλλοτε οθωμανικά εδάφη και πέρα από αυτά, με όχημα τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, έως την κατάρρευση των προσδοκιών, αλλά και την από καιρού εις καιρόν επαπειλούμενη κατάρρευση της αυξημένης οικονομικής αλληλεξάρτησής της με την Ρωσία, η τουρκική στρατηγική έχει επιδείξει μεγάλες αποκλίσεις σκοπών και αποτελεσμάτων. Υπονοείται, δηλαδή, η ασυνέχεια της τουρκικής γεωστρατηγικής όσον αφορά τους αρχικά διατυπωμένους στόχους και τις πρωτοβουλίες επίτευξής τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, η συγκεκριμένη ασυνέχεια ή ανακολουθία δύναται να νοηθεί και ως ασυνέπεια υπό την έννοια ότι η Τουρκία επέδειξε μια αλλοπρόσαλλη στρατηγική συμπεριφορά, η οποία ήταν αμφίβολο αν εξυπηρετούσε εν τέλει το σκοπό της ενεργειακής αναβάθμισής της ή ήταν απλά μια σειρά ανορθολογικών εκτιμήσεων και αποφάσεων.