Η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει τους ανθρώπους πέρα από τα σύνορα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει τους ανθρώπους πέρα από τα σύνορα

Αλλά η πραγματική κρίση θα ήταν να αναγκαστούν να μείνουν
Περίληψη: 

Η κλιματική αλλαγή δυσκολεύει την κατοικησιμότητα του πλανήτη και ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι διεθνείς οργανισμοί ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκτοπισμένων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης του ΟΗΕ, 200 εκατομμύρια άνθρωποι ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για λόγους που σχετίζονται με το κλίμα έως το 2050.

Η SONIA SHAH είναι η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Next Great Migration: The Beauty and Terror of Life on the Move [1]. Το ρεπορτάζ για αυτό το κείμενο υποστηρίχθηκε από το Pulitzer Center on Crisis Reporting.

Ακραίες πυρκαγιές έπληξαν την Βόρεια Καλιφόρνια το 2018, αφήνοντας τους άστεγους να κατασκηνώνουν υπαίθρια σε έναν χώρο στάθμευσης της [εταιρείας καταστημάτων οικιακών ειδών] Home Depot στο Όκλαντ, όχι μακριά από τον κόμβο των δισεκατομμυριούχων της Silicon Valley. Ο τυφώνας Irma εκτόπισε περισσότερους από 1.500 κατοίκους της Barbuda το 2017: η κυβέρνησή τους σχεδίαζε να πουλήσει την γη που κατέχει στην κοινότητα σε διάσημους επενδυτές, ενώ οι επιζώντες ανακτούσαν δυνάμεις σε καταφύγια. Το λιώσιμο του permafrost [στμ: του μόνιμα παγωμένου εδάφους] και οι ανερχόμενες θάλασσες απειλούν την πόλη Shishmaref, σε ένα νησί-φράγμα στα ανοικτά της βορειοδυτικής ακτής της Αλάσκας –θέμα για το οποίο η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποκρίθηκε αφαιρώντας την ομοσπονδιακή υποστήριξη για τη μετεγκατάσταση των σπιτιών σε ασφαλέστερο έδαφος.

05082020-1.jpg

Ένα κατεστραμμένο σπίτι στις Μπαχάμες, τον Σεπτέμβριο του 2019. Loren Elliott / Reuters
---------------------------------------------------------

Τέτοια γεγονότα προκαλούν πρώιμους προάγγελους ενός παγκόσμιου φαινομένου: η κλιματική αλλαγή δυσκολεύει την κατοικησιμότητα του πλανήτη και ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι διεθνείς οργανισμοί ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκτοπισμένων. Ήδη, περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ ζουν [2] εκτός των χωρών γέννησής τους, και σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης του ΟΗΕ, 200 εκατομμύρια άνθρωποι ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν [3] τα σπίτια τους για λόγους που σχετίζονται με το κλίμα έως το 2050.

Παρά τις προβολές αυτές, δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο που να βοηθά αυτούς τους μετανάστες να μετεγκατασταθούν, πόσω μάλλον να τους προστατεύει στις πιο ευάλωτες στιγμές τους. Αντ' αυτού, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν παραμελήσει και εκμεταλλευτεί αυτήν τη νέα τάξη «εκτοπισμένων του κλίματος» -εκθέτοντάς τους τόσο στα κλιματικά σοκ όσο και στην κατάχρηση που συχνά ακολουθεί. Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να ακολουθήσουν μια καλύτερη πορεία επιτρέποντας στους ευάλωτους πληθυσμούς να μεταναστεύσουν πριν και αφότου χτυπήσει η καταστροφή. Τα οφέλη μιας τέτοιας πολιτικής υπερτερούν κατά πολύ του βραχυπρόθεσμου κόστους.

ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Εάν κάποια περιοχή έχει γίνει συνώνυμη με τις καταστροφές της κλιματικής αλλαγής, είναι η Καραϊβική. Σε νησιωτικά έθνη όπως οι Μπαχάμες, το 80% της γης βρίσκεται [4] όχι περισσότερο από τρία πόδια [περίπου ένα μέτρο] πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ακόμη και πριν αρχίσουν να αυξάνονται οι παγκόσμιες θερμοκρασίες, οι άγριοι τυφώνες σάρωναν τακτικά τις ζωές και τα προς το ζην και μάλιστα σε καταστροφική κλίμακα. Τώρα, οι ανερχόμενες θάλασσες και οι πιο ακραίες καταιγίδες καθιστούν [5] τους κατοίκους τρεις φορές πιο πιθανό να εκτοπιστούν λόγω των κλιματικών καταστροφών από όσο οι άνθρωποι που ζουν αλλού. Παρά τους κινδύνους αυτούς, η προστασία των δικαιωμάτων των εκτοπισμένων λόγω κλίματος είναι περιορισμένη.

Τον Ιανουάριο του 2020, επισκέφθηκα τις Μπαχάμες, όπου μια φυσική καταστροφή είχε συνδυαστεί με μακροχρόνια πρότυπα πολιτικών διώξεων για να επιταχύνει αυτό που οι ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ονόμασαν [6] ως εκ των πραγμάτων εκστρατεία εθνοκάθαρσης. Ο τυφώνας Dorian είχε χτυπήσει στα βορειότερα νησιά του αρχιπελάγους στις Μπαχάμες τον Σεπτέμβριο του 2019, σκοτώνοντας 2.000 άτομα, σύμφωνα με την εκτίμηση του ειδικού στην παγκόσμια υγεία στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, Vincent DeGennaro, Jr. Η πλειοψηφία των νεκρών, υποπτεύονται ο DeGennaro και άλλοι εργαζόμενοι στην βοήθεια, ήταν μετανάστες από την Αϊτή και οι απόγονοί τους, πολλοί από τους οποίους ζούσαν στις εκτεταμένες, χαμηλές πεδιάδες στο βόρειο νησί Αμπάκο στις Μπαχάμες.

Μετά την καταιγίδα, αξιωματούχοι ενθάρρυναν [7] πολίτες και Δυτικούς ιδιοκτήτες ακινήτων στις Μπαχάμες να ξαναχτίσουν τα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους. Αλλά αντί να βοηθήσουν τους επιζώντες της Αϊτής να κάνουν το ίδιο, οι πολιτικοί ηγέτες τούς απείλησαν [8] με απέλαση και ακύρωσαν τις άδειες εργασίας τους εάν είχαν χάσει την δουλειά τους. Αξιωματούχοι της μετανάστευσης συνέλαβαν μερικούς Αϊτινούς επιζώντες μερικά μέτρα από τα καταφύγιά τους και σε νυχτερινές επιδρομές έψαχναν εξονυχιστικά τις προχειροφτιαγμένες σκηνές στις οποίες πολλοί είχαν καταφύγει, απελαύνοντας [9] εκατοντάδες στην πληγείσα από την κρίση Αϊτή.

Πολλοί Αϊτινοί που ίσως ήθελαν να φύγουν από τις Μπαχάμες θα το βρήκαν σχεδόν αδύνατο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, αρνήθηκαν να χορηγήσουν προσωρινό καθεστώς προστασίας στους επιζώντες από τον τυφώνα στις Μπαχάμες. Η στάση αυτή ήταν σύμφωνη με την προηγούμενη πολιτική των ΗΠΑ, καθώς και με εκείνη πολλών εθνών της Καραϊβικής: η Ουάσιγκτον απέρριπτε τους μετανάστες από την Αϊτή εδώ και χρόνια, σε ορισμένες περιπτώσεις προλαμβάνοντας τις αξιώσεις ασύλου τους με το να τους αναχαιτίζει [10] στην θάλασσα και τους αποστέλλει πίσω στην Αϊτή. Η Δομινικανή Δημοκρατία αφαίρεσε [11] από τα παιδιά των Αϊτινών μεταναστών το δικαίωμα υπηκοότητας δια της γεννήσεως το 2013. Τα [βρετανικά υπερπόντια νησιά] Turks και Caicos προσπάθησαν να τους εμποδίσουν να αποκτήσουν νόμιμη κατοικία και η Βραζιλία σχεδόν έκλεισε τα σύνορά της με το Περού για να αποκρούσει τους Αϊτινούς μετανάστες.