Η σύγκρουση με μικρές δυνάμεις εκτροχιάζει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σύγκρουση με μικρές δυνάμεις εκτροχιάζει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ

Η υπόθεση της στρατηγικής πειθαρχίας

Αλλά για τα μικρά κράτη, σχεδόν κάθε σύγκρουση με μια υπερδύναμη είναι υπαρξιακή -και όχι μόνο μια στρατιωτική σύγκρουση. Τα μικρά κράτη τείνουν να φοβούνται ότι η πραγματοποίηση σημαντικών παραχωρήσεων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμακούμενες απαιτήσεις και να σηματοδοτήσει αδυναμία στους περιφερειακούς και εγχώριους αντιπάλους. Για αυτά τα κράτη, η απώλεια της αυτονομίας που συνεπάγεται η συγκατάνευση είναι πιο ανησυχητική από την πιθανή ζημία που ενδέχεται να προκαλέσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με το να εφαρμόσουν τις οικονομικές ή στρατιωτικές απειλές τους.

Σε έντονη αντίθεση, τέτοιες συγκρούσεις δεν απειλούν την επιβίωση των Ηνωμένων Πολιτειών, και η Ουάσιγκτον έχει μόνο περιορισμένη προσοχή να δώσει σε οποιαδήποτε από αυτές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στοχεύουν να κερδίσουν, αλλά οι αντίπαλοί τους συχνά στοχεύουν απλά στο να μην χάσουν -δηλαδή να επιβιώσουν χωρίς να παραδοθούν έως ότου οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίσουν ότι η λιγότερο δαπανηρή επιλογή τους είναι να προχωρήσουν παρακάτω. Το αποτέλεσμα είναι συχνά αδιέξοδο.

Όταν αναπτύσσονται τέτοια αδιέξοδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες συχνά έχουν λίγες καλές επιλογές για εξέλθουν από αυτά. Οι εκστρατείες καταναγκασμού μερικές φορές κλιμακώνονται σε πλήρη πόλεμο. Αυτό συνέβη στο Ιράκ το 1991 και στην Λιβύη το 2011 [5]. Ωστόσο, αυτές και άλλες εμπειρίες -συμπεριλαμβανομένου του πολέμου του Ιράκ του 2003 και της δεκαετούς εμπλοκής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν- έχουν αφήσει τους Αμερικανούς αξιωματούχους και το κοινό των ΗΠΑ να είναι επιφυλακτικοί στο να στραφούν σε στρατιωτικές συγκρούσεις όταν ο καταναγκασμός αποτυγχάνει.

Αλλά ακόμα κι αν η κλιμάκωση δεν είναι ελκυστική, ούτε απλώς εξαφανίζεται. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι συχνά φοβούνται ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο θα πλήξει την αξιοπιστία των ΗΠΑ στο εξωτερικό αλλά θα οδηγήσει και σε εγχώριες πολιτικές επιπτώσεις. Όταν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν είναι ικανοποιημένοι ούτε με την κλιμάκωση ούτε με την απεμπλοκή, το αδιέξοδο συχνά συνεχίζεται.

Οι μικροί αντίπαλοι παίζουν τον ρόλο τους στο να διατηρήσουν τέτοια αδιέξοδα. Αν και φαίνεται να έχουν έντονο συμφέρον για την επίτευξη μιας διευθέτησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην πραγματικότητα αντιστέκονται συχνά σε αυτό. Ακόμα κι αν ένα μικρό κράτος δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις των ΗΠΑ, μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα ήταν πρόθυμο να αποφύγει τις προκλήσεις με αντάλλαγμα τον τερματισμό του καταναγκασμού. Ωστόσο, για πολλούς από τους μικρούς αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, η αντίθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς θέμα πολιτικής αλλά ιδεολογίας: ο αντι-αμερικανισμός είναι θεμελιώδης στο ιρανικό καθεστώς, για παράδειγμα, ακριβώς όπως βρίσκεται στον πυρήνα της βορειοκορεατικής ιδεολογίας [6]. Αυτά τα καθεστώτα πιθανότατα πιστεύουν ότι θα διακινδυνεύσουν την αξιοπιστία τους ή ακόμα και την επιβίωσή τους εάν παρατήσουν τον ανταγωνισμό τους έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι συχνά δεν καταλαβαίνουν αυτήν την δυναμική.

ΜΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε μπορούν ούτε πρέπει να αποφύγουν εντελώς την σύγκρουση με τα μικρά κράτη γενικώς. Οι απειλές που θέτουν τέτοια κράτη είναι συχνά γνήσιες και η αντιμετώπισή τους μπορεί να συμπληρώσει μια στρατηγική που εστιάζεται στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να βασίζονται σε καταναγκαστικές τεχνικές και ακόμη και στην στρατιωτική βία για την επιδίωξη των συμφερόντων τους.

Όμως στην αμέσως επόμενη εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να διαχειριστούν την δύναμή τους, καθώς οι αντίπαλοί τους, όπως η Κίνα, τις προφθάνουν [σε ισχύ] [7]. Προς τον σκοπό αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να θέσουν έναν υψηλό πήχη για να εμπλακούν σε πάλη με μικρά κράτη, και θα πρέπει να εμπλακούν με αυτά γνωρίζοντας πλήρως την δυσκολία τους και την ανάγκη για μια σαφή και ρεαλιστική πορεία προς την επιτυχία.

Αυτή η πειθαρχία θα απαιτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μελετήσουν το μακροπρόθεσμο κόστος κάθε εκστρατείας καταναγκασμού πριν την ξεκινήσουν, και να εκτιμήσουν το πώς μια συγκεκριμένη πορεία δράσης μπορεί να επηρεάσει άλλες, ιδιαίτερα υψηλότερες, προτεραιότητες. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά το πώς ένα κράτος-στόχος είναι πιθανό να αντιληφθεί και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, και πρέπει να περιορίσουν αυτές τις απαιτήσεις μόνο σε ό, τι είναι απαραίτητο για την διαφύλαξη των συμφερόντων των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους αξιόπιστα και να το πράξουν με μια σειρά εργαλείων, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης βίας, που σηματοδοτούν μια προθυμία να διασκεδαστεί ο κίνδυνος και να ξεπεραστούν περιορισμένα μέτρα όπως οι κυρώσεις. Το Κογκρέσο θα πρέπει στην συνέχεια να χρησιμοποιήσει τα πολλαπλά εργαλεία που έχει στην διάθεσή του για να παρακολουθεί εκστρατείες καταναγκασμού που υπολείπονται του πολέμου. Θα μπορούσε να διεξαγάγει ακροάσεις και να διορίζει ανεξάρτητες επιτροπές που θα βοηθούν στην εκτίμηση του μακροπρόθεσμου κόστους και των πλεονεκτημάτων των εκστρατειών καταναγκασμού προκειμένου να παρέχουν πληροφορίες για μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις.

Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συγκεντρώνουν την υποστήριξη των συμμάχων τους σε εκστρατείες καταναγκασμού. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται συναλλαγή: οι απαιτήσεις μιας μεγαλύτερης ομάδας κρατών πιθανότατα θα είναι λιγότερο ισχυρές, αλλά θα απολαμβάνουν ευρύτερη στήριξη. Επιπλέον, το κόστος της εκστρατείας θα μοιράζεται ευρέως, και η συμμετοχή των εταίρων θα μειώνει ή θα εξαλείφει τις τριβές που διαφορετικά θα μπορούσαν να προκαλέσουν μέτρα όπως η επιβολή κυρώσεων μεταξύ συμμάχων των οποίων η συνεργασία είναι απαραίτητη σε άλλες πρωτοβουλίες υψηλότερης πολιτικής προτεραιότητας.