Ο αναδυόμενος ψυχρός πόλεμος με την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο αναδυόμενος ψυχρός πόλεμος με την Κίνα

Το Πεκίνο αντισταθμίζει ήδη την πολιτική της Ουάσιγκτον
Περίληψη: 

Η Κίνα έχει εισέλθει σε έναν αγώνα ταχύτητας για να αναπτύξει ημιαγωγούς και άλλες βασικές τεχνολογίες, ώστε να μειώσει την ευπάθειά της στις αλυσίδες εφοδιασμού που διέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο ADAM SEGAL κατέχει την έδρα Ira A. Lipman για τις Αναδυόμενες Τεχνολογίες και την Εθνική Ασφάλεια και είναι διευθυντής του προγράμματος Ψηφιακής Πολιτικής και Κυβερνο-πολιτικής στο Council on Foreign Relations.

Τριάμισι χρόνια μέσα στην πρώτη της θητεία, η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνέταξε τελικά μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τον τεχνολογικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Από την διακοπή των αλυσίδων που προμηθεύουν κινεζικούς τεχνολογικούς γίγαντες έως την παρεμπόδιση συναλλαγών μαζί τους και μέχρι την ρύθμιση των υποθαλάσσιων καλωδίων από τα οποία εξαρτώνται οι τηλεπικοινωνίες, τα μέτρα της κυβέρνησης Trump ήταν συχνά ατελή, αυτοσχεδιαστικά, και ακόμη και επιζήμια για ορισμένα από τα πιο δυνατά σημεία του αμερικανικού συστήματος καινοτομίας. Ωστόσο, έχουν καθορίσει το περίγραμμα της πολιτικής των ΗΠΑ προς την Κίνα για την τεχνολογία στο εγγύς μέλλον. Αυτή η πολιτική βασίζεται στον περιορισμό της ροής τεχνολογίας προς την Κίνα, στην αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, και στην επένδυση σε αναδυόμενες τεχνολογίες εγχωρίως. Ακόμη και μια νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι απίθανο να απομακρυνθεί από αυτές τις βασικές αρχές.

11092020-1.jpg

Μια κάμερα παρακολούθησης στο Πεκίνο, στην Κίνα, τον Ιούνιο του 2019. Jason Lee / Reuters
--------------------------------------------------------

Η αντισταθμιστική στρατηγική του Πεκίνου έχει επίσης αποκρυσταλλωθεί. Η Κίνα έχει εισέλθει σε έναν αγώνα ταχύτητας για να αναπτύξει ημιαγωγούς και άλλες βασικές τεχνολογίες, ώστε να μειώσει την ευπάθειά της στις αλυσίδες εφοδιασμού που διέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι ηγέτες της κινητοποιούν εταιρείες τεχνολογίας, συσφίγγουν τους δεσμούς με τις χώρες που συμμετέχουν στην κινεζική Πρωτοβουλία Belt and Road, και υποστηρίζουν μια εκστρατεία στον κυβερνο-βιομηχανικής κατασκοπείας.

Το περίγραμμα του «τεχνολογικού ψυχρού πολέμου» έχει γίνει ξεκάθαρο, αλλά το ποιος θα επωφεληθεί από αυτόν τον ανταγωνισμό , εάν επωφεληθεί κάποιος, παραμένει ανοιχτό ζήτημα. Ένας διπολικός τεχνολογικός κόσμος πιθανότατα θα καινοτομεί πιο αργά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Θα είναι επίσης ακριβός. Μια έκθεση [1] της Deutsche Bank εκτιμά το κόστος του τεχνολογικού πολέμου σε περισσότερα από 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια. Ωστόσο, οι ηγέτες και από τις δύο πλευρές του Ειρηνικού ελπίζουν να βάλουν σε γρήγορη τροχιά την τεχνολογική ανάπτυξη εγχωρίως, καθιστώντας την ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Η ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Ο Τραμπ έχει χαράξει την τροχιά του τεχνολογικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Κίνα. Εάν υπάρξει αλλαγή στην διοίκηση, οι μεταβολές στην πολιτική είναι πιθανό να αποτελέσουν θέμα τελειοποίησης [των ήδη αποφασισμένων πολιτικών]. Για παράδειγμα, για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες που δημιουργούν το TikTok, το WeChat και άλλες κινεζικές εφαρμογές σχετικά με το απόρρητο των δεδομένων και την λογοκρισία, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν τελικά να επιλέξουν να αντικαταστήσουν τις γενικές απαγορεύσεις που βασίζονται στην χώρα προέλευσης με ένα ισχυρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο ιδιωτικού απορρήτου. Και μια νέα διοίκηση θα μπορούσε να εισαγάγει άλλες ευρείες αλλαγές που θα επηρεάσουν την πορεία του ανταγωνισμού.

Εάν, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να ενισχύουν τις σχέσεις με τους συμμάχους τους, ίσως να βρουν πιο πρόθυμους εταίρους για να συνεργαστούν στην ανάπτυξη διεθνών προτύπων, στην προστασία της ευαίσθητης πνευματικής ιδιοκτησίας και στην επένδυση σε 5G και άλλες αναδυόμενες τεχνολογίες. Η διοίκηση Τραμπ πρότεινε αύξηση κατά 30% [2] στις μη αμυντικές δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη και τις κβαντικές επιστήμες πληροφοριών, αλλά άλλοι τομείς επιστημονικής έρευνας θα μπορούσαν επίσης να λάβουν χρηματοδότηση προτεραιότητας. Οι εξυπνότερες πολιτικές μετανάστευσης θα μπορούσαν να αποτρέψουν πολλούς από τους καλύτερους και τους πιο έξυπνους από το να αναζητήσουν ευκαιρίες στην Αυστραλία, τον Καναδά, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και έτσι να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στους ημιαγωγούς [3] και την τεχνητή νοημοσύνη [4] ].

Αλλά όλες αυτές οι αλλαγές θα πραγματοποιηθούν γύρω από τα περιθώρια της ίδιας βασικής στρατηγικής: να εμποδιστεί η ροή της τεχνολογίας στην Κίνα, να επαναπατριστούν μερικές αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας, και να αναζωογονηθεί η αμερικανική καινοτομία. Αυτές οι βασικές αρχές είναι τόσο σαφείς για το Πεκίνο όσο έχουν γίνει και στην Ουάσιγκτον. Ως αποτέλεσμα, η Κίνα προετοιμάζεται για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα μπορεί να βασιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για βασικές τεχνολογίες.

Φέτος, το Εθνικό Λαϊκό Συνέδριο παρουσίασε ένα πενταετές σχέδιο στο οποίο δήμοι, επαρχίες, και εταιρείες θα επενδύσουν περίπου 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή «νέας υποδομής» [5] μέσω AI, κέντρων δεδομένων (data centers), 5G, Βιομηχανικού Διαδικτύου (Industrial Internet), και άλλων νέων τεχνολογιών. Οι Κινέζοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιδιώκουν ιδιαίτερα να μειώσουν την εξάρτηση της χώρας τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες στους ημιαγωγούς. Τον Οκτώβριο του 2019, το Πεκίνο ίδρυσε ένα ταμείο ημιαγωγών ύψους 29 δισεκατομμυρίων δολαρίων [6] και τον Αύγουστο [7] οι Κινέζοι αξιωματούχοι εισήγαγαν άλλες πολιτικές για την στήριξη της βιομηχανίας τσιπ, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών οφελών, της υποστήριξης της Έρευνας και Ανάπτυξης, και των κινήτρων για μετεγκατάσταση διεθνών εταιρειών ημιαγωγών στην Κίνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, δύο υποστηριζόμενοι από την κυβέρνηση κατασκευαστές τσιπ έχουν προσλάβει περισσότερους από 100 βετεράνους μηχανικούς και διευθυντές [8] από την Taiwan Semiconductor Manufacturing Company, την κορυφαία εταιρεία κατασκευής chip στον κόσμο, και μια εταιρεία κυβερνοασφάλειας αποκάλυψε πρόσφατα ένα διετές πρόγραμμα hacking [9] που έκλεψε τον πηγαίο κώδικα, κιτ ανάπτυξης λογισμικού, και σχέδια τσιπ από επτά εταιρίες τσιπ της Ταϊβάν.