«Ριπή ανέμου» (Rafale) πάνω από το Αιγαίο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

«Ριπή ανέμου» (Rafale) πάνω από το Αιγαίο

Τι σημαίνει στην πράξη η νέα αγορά μαχητικών για την ελληνική Πολεμική Αεροπορία
Περίληψη: 

Εάν εξαρχής τα εξοπλιστικά προγράμματα στην Ελλάδα διέπονταν από τις αρχές της διοικητικής ορθολογικότητας, σήμερα θα είχαμε ένα σαφώς ισχυρότερο αποτρεπτικό οπλοστάσιο με την ίδια ακριβώς δαπάνη ή, έστω, ένα περίπου ισοδύναμο οπλοστάσιο, αλλά με πολύ μικρότερη δαπάνη.

Ο Δρ. ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΤΑΡΑΣ είναι στρατιωτικός αναλυτής, συγγραφέας 6 βιβλίων και τακτικός συνεργάτης, από το 1995, του περιοδικού ΠΤΗΣΗ. Όλες οι θέσεις, απόψεις και εκτιμήσεις που εκφράζονται στο παρόν κείμενο είναι αυστηρά προσωπικές.

Οι προμήθειες ιδιαίτερα ακριβών οπλικών συστημάτων, όπως είναι κατεξοχήν τα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη, συνιστούν πρόκληση στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής (public policy) και, ειδικότερα, της πολιτικής εθνικής ασφάλειας (national security policy). Ειδικά η απόφαση αγοράς ενός νέου τύπου μαχητικού αποτελεί μια σύνθετη εξίσωση, με πολλές και -το κυριότερο- διαφορετικής φύσεως παραμέτρους: οικονομικές, επιχειρησιακές και γεωπολιτικές. Η αποσαφήνιση και η στάθμιση της κάθε δέσμης παραμέτρων αποτελεί έργο της στρατιωτικής και της πολιτικής ηγεσίας μιας χώρας, με την τελευταία να αναλαμβάνει την τελική ευθύνη της επιλογής. Στις περισσότερες Δυτικές χώρες, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν επιτακτικά προβλήματα ασφάλειας, μια τέτοια απόφαση προκύπτει από μια χρονοβόρα διαδικασία, η οποία ξεκινάει από τον αρχικό σχεδιασμό, μέσω του καθορισμού των αναγκών και των διαθέσιμων κονδυλίων, προχωράει στην φάση ενός διεθνούς διαγωνισμού, ακολουθεί η αξιολόγηση των υποψηφίων σχεδιάσεων στην βάση όλων των κριτηρίων και, στο τέλος, επέρχεται η κατακύρωση με την συνακόλουθη υπογραφή της σύμβασης προμήθειας.

15092020-1.jpg

Ένα μαχητικό Rafale, κατασκευασμένο από την Dassault Aviation, στον διάδρομο της αεροπορικής βάσης Saint-Dizier, στην Γαλλία, στις 4 Οκτωβρίου 2019. REUTERS/Benoit Tessier
----------------------------------------------------------------

Αυτός είναι ο κανόνας και σωστά: η απόφαση αγοράς μαχητικού θα δεσμεύσει μια χώρα για ένα διάστημα γύρω στα 30 με 45 έτη, δηλαδή το διάστημα που μεσολαβεί από την δημιουργία της σχετικής υποδομής μέχρι την απόσυρση του τύπου. Καθοριστικός, δε, παράγοντας της οικονομικής ειδικά αξιολόγησης δεν είναι το κόστος κτήσης ενός αεροσκάφους δηλ. η τιμή αγοράς όπως εξέρχεται από τη μαζική γραμμή παραγωγής (flyaway cost), αλλά ολόκληρο το κόστος του «κύκλου ζωής»: Το ακριβότερο μαχητικό αεροσκάφος που κατασκευάστηκε ποτέ, το F-22 Raptor, έχει τιμή αγοράς 150+ εκατ. δολάρια ανά μονάδα, το οποίο απογειώνεται στα 340-350 εκατ., συμπεριλαμβανομένου του κόστους έρευνας και εξέλιξης (R&D) πριν ακόμη αρχίσει η μαζική παραγωγή. Όσο για τo κόστος του «κύκλου ζωής», είναι εξωπραγματικό: με 59.000 δολάρια επιχειρησιακό κόστος ανά ώρα πτήσης και εκτιμώμενη διάρκεια ζωής 8.000 ώρες πτήσης, προκύπτει 820 εκατ. δολ. (350 + 470). Αυτό σημαίνει ότι οι 187 μονάδες που αγοράστηκαν από τις ΗΠΑ -μοναδικό πελάτη- θα κοστίσουν, μέχρι να αποσυρθούν, πάνω από 150 δισ.! Τυχόν αναβάθμιση του στόλου στο μέλλον θα αυξήσει κι άλλο αυτό το νούμερο... Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι τυχαίο που στις ΗΠΑ, την χώρα με το μεγαλύτερο προϋπολογισμό εξοπλιστικών προμηθειών παγκοσμίως, λειτουργεί, υπό την εποπτεία του Πενταγώνου, Πανεπιστήμιο Αμυντικών Αγορών (Defense Acquisition University ή DAU), με σκοπό να εκπαιδεύσει τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων στο σύνθετο αυτό αντικείμενο.

ΠΑ: ΟΔΥΝΗΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η Ελλάδα αποτελεί, εν μέρει, μια ιδιάζουσα περίπτωση σε ολόκληρη την Εσπερία. Ως φαίνεται, μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και υλοποίηση εξοπλιστικού προγράμματος στην βάση των πραγματικών αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων ουσιαστικά δεν υπήρξε. Οι προμήθειες, ακόμη και των πλέον ακριβών οπλικών συστημάτων, υπήρξαν, δυστυχώς, αποσπασματικές και συγκυριακές: κατά κανόνα, κάθε φορά που λάμβανε χώρα μια κρίση με την γείτονα, όπως λ.χ. η σημερινή (2020), ακολουθούσε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα/εξπρές. Αυτό απλά κάλυπτε κάποια εμφανή κενά, όχι με τον καλύτερο επιχειρησιακά ούτε τον πιο συμφέροντα οικονομικά τρόπο. Η γνωστή και πάγια αβελτηρία της ελληνικής δημόσιας πολιτικής έχει βρει στις αμυντικές προμήθειες την πιο χαρακτηριστική έκφρασή της. Διόλου τυχαίο που ορισμένες αδιαφανείς και προδήλως υπερκοστολογημένες προμήθειες της περιόδου από το 1996 ως το 2004 (πρωθυπουργία Κώστα Σημίτη), ενέπλεξαν ποινικά την τότε πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ, η οποία κατηγορήθηκε για «μίζες» και κατέληξε στην Δικαιοσύνη. Μια εμφανώς απαράδεκτη τακτική, την οποία πολλάκις ακολουθήσαμε ως χώρα με την επίφαση του… κατεπείγοντος, ήταν οι απευθείας αναθέσεις συμβολαίων, σε αντίθεση με τους ανοιχτούς διαγωνισμούς. Στην απευθείας ανάθεση η τιμή, κατά κανόνα, απογειώνεται. Ο Έλληνας φορολογούμενος ήταν, τελικά, ο μονίμως ζημιωμένος της υπόθεσης, καθώς τα χρήματά του δεν αξιοποιήθηκαν με την δέουσα αποτελεσματικότητα. Εάν εξαρχής τα εξοπλιστικά προγράμματα στην Ελλάδα διέπονταν από τις αρχές της διοικητικής ορθολογικότητας, σήμερα θα είχαμε ένα σαφώς ισχυρότερο αποτρεπτικό οπλοστάσιο με την ίδια ακριβώς δαπάνη ή, έστω, ένα περίπου ισοδύναμο οπλοστάσιο, αλλά με πολύ μικρότερη δαπάνη.

Ο αντίκτυπος της μνημονιακής εποχής στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας και, κατά συνέπεια, στην εθνική μας ασφάλεια υπήρξε βαρύς. Επί μια ολόκληρη δεκαετία, αρχής γενομένης από το 2010, η ελληνική Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) μόνο απέσυρε αεροσκάφη δίωξης και βομβαρδισμού, χωρίς να ενισχύεται. Τα τελευταία μαχητικά που παρήγγειλε η Ελλάδα ήταν τριάντα (30) αμερικανικά Lockheed Martin F-16C block 52+, στο πλαίσιο του προγράμματος με την κωδική ονομασία «Peace Xenia IV». Η παραγγελία αυτή, αξίας ακριβώς 2 δισ. δολαρίων, οριστικοποιήθηκε πριν από 15 έτη, τον Δεκέμβριο του 2005, επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή. Οι παραδόσεις τους ξεκίνησαν την άνοιξη του 2009 και ολοκληρώθηκαν στις 28/1/2010, ανεβάζοντας έτσι το σύνολο των παραληφθέντων μονάδων του τύπου από το 1988 μέχρι σήμερα στις 170 μονάδες (αναλυτικά 40 + 40 + 60 + 30, σε τέσσερις διαδοχικές αγορές) [1]. Ο δεύτερος σύγχρονος τύπος στο ελληνικό οπλοστάσιο σήμερα είναι το γαλλικό Dassault Mirage 2000, ουσιαστικά οι μόλις 25 μονάδες της έκδοσης 2000-5 Mark 2, που παραγγέλθηκαν τον Αύγουστο του 2000 έναντι 1,1 δισ. δολαρίων (15 από αυτές ήταν ολοκαίνουργιες και οι υπόλοιπες 10 αναβαθμισμένες από τα 40 αρχικά Mirage 2000 της δεκαετίας του 1980).