Η πανδημία δεν σημαίνει το τέλος των πόλεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πανδημία δεν σημαίνει το τέλος των πόλεων

Οι πολεοδόμοι πρέπει να αγκαλιάσουν –όχι να φοβούνται- την αστική πυκνότητα
Περίληψη: 

Η αστική πυκνότητα δεν προκαλεί απαραίτητα υπερσυνωστισμό, εκτός εάν οι πόλεις έχουν αποτύχει στον σχεδιασμό τους. Οι ηγέτες των πόλεων μπορούν ακόμα να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να ανακτήσουν χώρο για την εξυπηρέτηση της υγείας των κατοίκων τους.

Η JENNIFER KEESMAAT είναι διευθύνουσα σύμβουλος του Keesmaat Group, το οποίο συνεργάζεται με εταιρικούς και πολιτικούς ηγέτες για την προώθηση αλλαγών σε πόλεις σε όλο τον κόσμο. Υπηρέτησε ως Chief Planner για την Πόλη του Τορόντο από το 2012 έως το 2017.

Η πανδημία του κορωνοϊού απειλεί να ανατρέψει την αστική ζωή όπως την γνωρίζουμε. Μητροπόλεις όπως η Νέα Υόρκη έχουν σταματήσει [τις δραστηριότητές τους] ενώ αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά μόλυνσης. Οι απαιτήσεις της κοινωνικής αποστασιοποίησης είναι πιο δύσκολο να τηρηθούν στις πόλεις από όσο σε μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν σε μεγαλύτερα σπίτια ή οδηγούν αυτοκίνητα. Κάποιοι κάτοικοι της πόλης έχουν φύγει ή σχεδιάζουν να φύγουν σύντομα.

22092020-1.jpg

Ένας πεζός διασχίζει μια σχεδόν ερημική Times Square στη Νέα Υόρκη, τον Μάιο του 2020. Stefan Falke / laif / Redux
-----------------------------------------------------------

Το νέο φυσιολογικό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την κουλτούρα των πυκνών αστικών κέντρων. Οι πόλεις φέρνουν κοντά τους ανθρώπους και τις δραστηριότητές τους. Στηρίζονται σε κοινόχρηστο δημόσιο χώρο και αγαθά -πάρκα, συγκοινωνία, βιβλιοθήκες, και παραλίες. Το μεγάλο αστικό σχέδιο της Βόρειας Αμερικής του περασμένου αιώνα έχει ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ανταλλάσσουν τις [ιδιωτικές] πισίνες στις πίσω αυλές με τις δημόσιες πισίνες˙ μια μακρά μετακίνηση με αυτοκίνητο με μια σύντομη με μετρό ή ποδήλατο˙ την παραχώρηση ενός ιδιωτικού κήπου για κοινόχρηστες πλατείες, πάρκα και άλλα αστικά τοπία˙ τη μοναξιά για την πρόσβαση σε θεάματα του αθλητισμού, της τέχνης, και του πολιτισμού. Ο κορωνοϊός περιπλέκει αυτούς τους συλλογικούς χώρους και δραστηριότητες, οδηγώντας ορισμένους στην πρόγνωση ότι το αστικό σχέδιο έχει φτάσει σε ένα πρόωρο τέλος: μια συντονισμένη υποχώρηση [1] από τις πόλεις της Βόρειας Αμερικής είναι επικείμενη, προβλέπουν όλο και περισσότερο τα μέσα ενημέρωσης και οι κτηματομεσίτες.

Αλλά οι νεκρολογίες είναι πρόωρες. Οι πόλεις θα παραμείνουν ζωντανά και δυναμικά κέντρα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Η πυκνότητα που υποτίθεται ότι τις έκανε ευάλωτες στην πανδημία δεν πρέπει να αποτελεί λόγο για την διάλυσή τους. Οι πολεοδόμοι πρέπει απλώς να πάρουν ένα μάθημα από αυτήν την εμπειρία και να κάνουν τις πόλεις πυκνές με τους σωστούς τρόπους: αποφεύγοντας τον υπερσυνωστισμό, ελαχιστοποιώντας την χρήση αυτοκινήτου, και χτίζοντας κοινότητες χωρίς αποκλεισμούς, με προσιτή στέγαση. Όταν η πανδημία θα έχει εξαφανιστεί, η πυκνότητα και ο καλός πολεοδομικός σχεδιασμός θα συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις μεγάλες υποσχέσεις της πόλης τον 21ο αιώνα.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ

Καθώς οι πυκνές αστικές περιοχές, όπως η Νέα Υόρκη, έχουν γίνει χοτ σποτ της COVID-19, της ασθένειας που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό, αμέτρητα άρθρα έχουν επιτιμήσει την πυκνότητα [2] ως αιτία ή παράγοντα επιδείνωσης της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης του ιού. Οι σχολιαστές έχουν φτάσει στο σημείο να προτείνουν ότι η πανδημία θα μπορούσε να θέσει τέρμα στην «άνοδο των πόλεων» και να αναγκάσει πολλούς αστικούς κατοίκους να μετακινηθούν σε μικρότερες πόλεις και προαστιακές ή αγροτικές περιοχές [3].

Αλλά η πυκνότητα από μόνη της δεν καταδικάζει τις πόλεις σε υψηλά ποσοστά μόλυνσης. Η πόλη της Νέας Υόρκης, φυσικά, είναι εξαιρετικά πυκνή σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες πόλεις των ΗΠΑ, αλλά πυκνές πόλεις αλλού στον κόσμο έχουν αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κορωνοϊό. Το Χονγκ Κονγκ, η Σεούλ, η Σιγκαπούρη και η Ταϊπέι -για να αναφέρουμε μόνο λίγες- έχουν δει πολλές λιγότερες λοιμώξεις και θανάτους. Η πόλη της Νέας Υόρκης, με πληθυσμό μητροπολιτικών περιοχών περίπου 21 εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει αναφέρει περισσότερες από 200.000 περιπτώσεις COVID-19 και περισσότερους από 20.000 θανάτους [στμ: τον Μάιο του 2020 οπότε γράφτηκε το κείμενο αυτό], ενώ η Σεούλ, η οποία έχει μητροπολιτικό πληθυσμό άνω των 25 εκατομμυρίων, έχει αναφέρει μόλις 735 κρούσματα COVID-19 και τέσσερις θανάτους [4] μέχρι τις 16 Μαΐου. Τόσο η Νέα Υόρκη όσο και η Σεούλ είναι πυκνές πόλεις, αλλά οι αποκρίσεις τους στον ιό δεν θα μπορούσαν να ήταν πιο διαφορετικές. Στη Νότια Κορέα, οι Αρχές ενήργησαν γρήγορα και αποφασιστικά για να περιορίσουν την ασθένεια. Οι Αμερικανοί ομόλογοί τους δεν το έκαναν.

Ακόμη και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πυκνότητα δεν καθορίζει πόσο άσχημα πλήττει ο ιός τις κοινότητες. Ναι, η Νέα Υόρκη έχει τον υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων ανά 100.000 άτομα από οποιαδήποτε άλλη μητροπολιτική περιοχή στην χώρα. Ωστόσο, ορισμένες από τις πολύ λιγότερο πυκνές πόλεις των ΗΠΑ, όπως οι Μπάφαλο, Ντιτρόιτ, Χάρτφορντ και Ινδιανάπολη, εμφανίζονται επίσης κοντά στην κορυφή του διαγράμματος [5]. Επιπλέον, τουλάχιστον το 40% των μεγάλων πόλεων των ΗΠΑ έχουν υψηλότερα ποσοστά αναφερόμενων κατά κεφαλήν κρουσμάτων [6] στα λιγότερο πυκνά προάστιά τους από όσο στους πυκνότερους αστικούς πυρήνες τους. Τα ποσοστά μόλυνσης σχετίζονται περισσότερο με παράγοντες όπως η ετοιμότητα της δημόσιας υγείας παρά με τον καθαρό αριθμό ατόμων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.

Για αιώνες, η λαϊκή φαντασία έχει κρατήσει τις πυκνές πόλεις να είναι καταβόθρες ασθενειών. Όμως, οι σύγχρονοι αστικοί τρόποι ζωής είναι στην πραγματικότητα συχνά πιο υγιείς από τους αντίστοιχους σε προάστια και αγροτικές πόλεις. Οι κάτοικοι των πόλεων στην Βόρεια Αμερική έχουν χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και θνησιμότητας από τα άτομα που δεν ζουν σε πόλεις. Σε σύγκριση με τους κατοίκους των προαστίων, είναι λιγότερο πιθανό να διάγουν καθιστική ζωή [7] και εξαρτώνται λιγότερο από τα αυτοκίνητα, συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια στην δουλειά ή με την δημόσια συγκοινωνία, προτιμώντας την έναντι της οδήγησης. Οι πόλεις από τον σχεδιασμό τους απαιτούν από τους κατοίκους τους να είναι σωματικά ενεργοί -και αυτή η δραστηριότητα, με την σειρά της, μειώνει τον κίνδυνο των κατοίκων από καρδιακές παθήσεις [8], αρθρίτιδα [9] και διαβήτη [10]