Η κλιματική αλλαγή δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί συγκρούσεις | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κλιματική αλλαγή δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί συγκρούσεις

Η πολιτική έχει μεγαλύτερη σημασία από το περιβάλλον όταν πρόκειται για τον πόλεμο και την ειρήνη

Η Βόρεια Νιγηρία δύσκολα είναι μόνη της σε αυτό. Σε όλο τον κόσμο, η κλιματική αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο βίαιων συγκρούσεων με το να απαξιώνει τις κεντρικές κυβερνήσεις, να προκαλεί συγκρούσεις για τους πόρους και να ενισχύει την ελκυστικότητα της στρατολόγησης σε μη κρατικές ένοπλες ομάδες. Στην βορειοανατολική Συρία, για παράδειγμα, μια σοβαρή ξηρασία, που επιδεινώθηκε από τις κακές πολιτικές διαχείρισης των υδάτων, διήρκεσε από το 2006 έως το 2011. Από τις οικογένειες που εξαρτώνται από την γεωργία, το 75% [7] υπέστη αποτυχίες στις καλλιέργειες, και οι βοσκοί έχασαν σχεδόν το 85% των ζώων τους [8]. Η εξέγερση της Συρίας το 2011 είχε πολλές αιτίες -πρώτα απ' όλα την βίαιη καταστολή της κυβέρνησης στις αρχικές διαδηλώσεις. Αλλά η ξηρασία πρέπει σίγουρα να συμπεριληφθεί ανάμεσά τους, καθώς οι λαϊκές αναταραχές και οι βίαιες συγκρούσεις άρχισαν σε πόλεις που έχουν ήδη εξαντληθεί από την επισιτιστική ανασφάλεια και την εισροή εκατοντάδων χιλιάδων [9] Σύρων αγροτών που εκτοπίστηκαν από την ξηρασία.

Η κλιματική αλλαγή έχει επίσης αυξήσει τις εντάσεις μεταξύ χωρών. Δείτε την διαμάχη μεταξύ Αιγύπτου, Σουδάν και Αιθιοπίας [10] σχετικά με το Μεγάλο Φράγμα της Αιθιοπικής Αναγέννησης (Grand Ethiopian Renaissance Dam) στον ποταμό Νείλο. Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες και οι μειωμένες βροχοπτώσεις προμηνύουν μεγαλύτερη λειψυδρία στην λεκάνη του Νείλου και έχουν περιπλέξει τις ήδη επίπονες διαπραγματεύσεις για το φράγμα. Η Αίγυπτος φοβάται ότι το φράγμα θα περιορίσει την κύρια παροχή της σε νερό και έχει απειλήσει με στρατιωτική δράση για να εμποδίσει την ολοκλήρωση της κατασκευής. Αν και ένας άμεσος πόλεμος είναι απίθανος, οι συνομιλίες έχουν σταματήσει από τότε που η Αιθιοπία άρχισε να κατακρατά νερό αυτό το καλοκαίρι. Εάν προκύψει μεγάλη ξηρασία χωρίς να υπάρξουν συμφωνίες για το νερό, μπορεί να είναι πιο δύσκολο να αποφευχθεί μια σύγκρουση. Στην Κεντρική Ασία, οι αυξανόμενες θερμοκρασίες έχουν προκαλέσει διασυνοριακές διαμάχες για τα ύδατα μεταξύ του Καζακστάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν και του Ουζμπεκιστάν [11]. Και στην λεκάνη του ποταμού Μεκόνγκ, οι εντάσεις συνεχίζουν να σιγοβράζουν [12] μεταξύ των κρατών στην κατάντη που αντιμετωπίζουν έναν συνδυασμό ξηρασίας, πλημμυρών και αδιαφανών πρακτικών διαχείρισης των υδάτων στα 11 φράγματα της Κίνας στην ανάντη [13].

Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν επίσης αυξανόμενες πιέσεις από τη μετανάστευση που σχετίζεται με το κλίμα, η οποία προκαλείται από την κατάρρευση των γεωργικών τομέων και τις όλο και πιο σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Στην Κεντρική Αμερική, η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με την εγχώρια ανασφάλεια και την οικονομική στασιμότητα, έχει εκτοπίσει εκατοντάδες χιλιάδες [14] ανθρώπους τα τελευταία χρόνια, με πολλούς περισσότερους να αναμένεται να ακολουθήσουν. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι θα υπάρχουν περισσότεροι από 140 εκατομμύρια [15] εσωτερικοί κλιματικοί μετανάστες σε όλη την υποσαχάρια Αφρική, τη Νότια Ασία και την Λατινική Αμερική έως το 2050. Ο αντίκτυπος θα είναι μεγαλύτερος σε τροπικές χώρες όπου η αύξηση της θερμοκρασίας θα είναι πιο απότομη, αλλά άλλα έθνη θα επιβαρυνθούν επίσης. Η διασυνοριακή μετανάστευση μπορεί να θέσει τους νεοεισερχόμενους σε ανταγωνισμό με τους γηγενείς για τις περιορισμένες οικονομικές ευκαιρίες και την κυβερνητική υποστήριξη, οδηγώντας σε κοινωνικοπολιτική πίεση, ξενοφοβία, και τη μετατροπή των προσφύγων σε αποδιοπομπαίους τράγους -όλα αυτά είναι συνταγές για θανατηφόρα βία.

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Αλλά πρέπει να σταματήσουμε πριν προχωρήσουμε σε γενικευμένα συμπεράσματα σχετικά με τις άμεσες συνδέσεις μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και των συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις που οφείλονται στο κλίμα δεν είναι πάντα ένας ευθύς αγώνας για μειούμενους πόρους, είτε πρόκειται για νερό, τρόφιμα είτε για καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Οι περιβαλλοντικές αλλαγές -και, πιο συχνά, οι ανθρώπινες αντιδράσεις σε αυτές- μπορούν να ωφελήσουν ορισμένες κοινότητες εις βάρος άλλων, προκαλώντας συγκρούσεις για απροσδόκητα ωφελήματα που δεν έχουν τύχει καλής διαχείρισης. Όπως η βόρεια Νιγηρία, και το Μάλι και η Μπουρκίνα Φάσο επλήγησαν από ξηρασίες στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Προβλέψιμα, η ξηρασία προκάλεσε ερημοποίηση και άλλαξε την ισορροπία ισχύος μεταξύ των αγροτών και των βοσκών. Οι νομαδικές ομάδες είδαν τα κοπάδια τους να αποδεκατίζονται και πολλοί από τις τάξεις τους αναγκάστηκαν να αναζητήσουν απασχόληση φροντίζοντας τα ζώα των εγκατεστημένων αγροτών. Ωστόσο, παραδόξως, αν και η ποσότητα της αρόσιμης γης συρρικνωνόταν κάθε χρόνο λόγω της κλιματικής αλλαγής, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αυξήθηκαν, όπως και η συνολική γεωργική παραγωγή.

Για παράδειγμα, στην περιοχή Mopti του κεντρικού Μάλι, η κυβέρνηση και οι συνεργάτες της άνοιγαν νέα πηγάδια για να ελαφρύνουν τα βάσανα των νομάδων, καθιστώντας τις άνυδρες περιοχές πιο βιώσιμες και προσελκύοντας ακούσια αγρότες που, με την πάροδο του χρόνου, διεκδικούσαν την γη γύρω από τα πηγάδια που έσκαψαν αρχικά προς όφελος των βοσκών. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι παραδοσιακές Αρχές απέτυχαν να ρυθμίσουν τα προκύπτοντα ζητήματα χρήσης γης δίκαια ή αποτελεσματικά, και οι σχέσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων, που είχαν ήδη ξεφτίσει, έγιναν βίαιες. Στην επαρχία Soum της Μπουρκίνα Φάσο, μια παρόμοια σύγκρουση εξελίχθηκε μεταξύ εγκατεστημένων αγροτικών και νομαδικών πληθυσμών όταν αναπτυξιακά έργα ενίσχυσαν την παραγωγή ρυζιού στον δήμο Belehédé. Οι μη ιθαγενείς αγρότες μετακόμισαν στις καινούργιες περιοχές της αφθονίας, προκαλώντας εντάσεις με τον αυτόχθονο πληθυσμό, κυρίως νομάδες βοσκούς.