Το βασικό εισόδημα έχει δυναμική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το βασικό εισόδημα έχει δυναμική

Πώς η πανδημία έφερε μια περιθωριακή ιδέα στη μόδα
Περίληψη: 

Το να βλέπεις το βασικό εισόδημα ως δαπάνη είναι ο λανθασμένος τρόπος να το δεις. Είναι μια επένδυση στο είδος της κοινωνίας που θέλουν οι άνθρωποι, αυτή που εκτιμά και επενδύει στην υγεία, την εκπαίδευση και την ασφάλειά τους. Οι αποδόσεις αυτής της επένδυσης δεν είναι μόνο στην υψηλότερη ποιότητα ζωής αλλά και οικονομικές.

Η EVELYN L. FORGET είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Basic Income for Canadians: From the COVID-19 Emergency to Financial Security for All.

Το βασικό εισόδημα -μια τακτική, χωρίς προϋποθέσεις πληρωμή που διανέμεται από την κυβέρνηση- είναι μια παλιά ιδέα. Ο Thomas More έγραψε για αυτό κατά την Αναγέννηση στο βιβλίο του «Ουτοπία», και ο Thomas Paine κήρυξε τα πλεονεκτήματά του όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν στα σπάργανα. Αλλά η ιδέα δεν απέκτησε ποτέ την αποδοχή της κύριας τάσης. Παρόλο που οι κοινωνικοί επιστήμονες είχαν δοκιμάσει από καιρό τις επιπτώσεις ενός βασικού εισοδήματος με πιλοτικά σχέδια σε όλο τον κόσμο, ήταν εύκολο να φανταστεί κανείς ότι οι κυβερνήσεις που επέτρεπαν αυτά τα πειράματα ήλπιζαν ότι ο δημόσιος ενθουσιασμός θα μπορούσε να εξαφανιστεί την στιγμή που θα συλλέγονταν τα αποτελέσματα. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (International Labor Organization. ILO), ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας [1] και, ιδιαίτερα, η Παγκόσμια Τράπεζα [2] έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον για το βασικό εισόδημα. Ποτέ, ωστόσο, η ιδέα δεν έκανε το άλμα από τις λευκές βίβλους [στμ: εκθέσεις για συγκεκριμένο ζήτημα] στην πραγματική πολιτική.

12102020-1.jpg

Ο Δημοκρατικός προεδρικός υποψήφιος, Andrew Yang, σε μια συγκέντρωση στο Λος Άντζελες, τον Απρίλιο του 2019. Lucy Nicholson / Reuters
---------------------------------------------------

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος υποστηρικτής του βασικού εισοδήματος ήταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία του 2020, Andrew Yang. Ως μια λύση στην διαρθρωτική ανεργία που προκαλείται από τον αυτοματισμό, ο Γιανγκ πρότεινε κάθε Αμερικανός ενήλικας να λαμβάνει μηνιαία επιταγή 1.000 δολαρίων. Το ονόμασε «Μέρισμα Ελευθερίας» και αποτελούσε σημαντικό μέρος της πλατφόρμας του. Όμως στις 11 Φεβρουαρίου, έχοντας λάβει μόλις το 2,8% των ψήφων στις προκριματικές του Νιού Χάμσαϊρ, ο Γιανγκ αποχώρησε από τον αγώνα. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την ιδέα του δεν φαινόταν να προκαλεί έκπληξη. Στις περισσότερες χώρες με υψηλό εισόδημα, ήταν δίκαιο να πούμε ότι ένα βασικό εισόδημα είχε μια λατρευτική ακολουθία, δημοφιλές μόνο στα είδη των ανθρώπων που διάβαζαν θεωρητικές μυθοπλασίες και φορούσαν μπλουζάκια με αθλητικά αστεία μεταμφιεσμένα σε μαθηματικές εξισώσεις. Ήταν κάτι περιθωριακού ενδιαφέροντος.

Στην συνέχεια ήρθε η πανδημία. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, αφού η [ασθένεια] COVID-19 ανάγκασε τις κυβερνήσεις να κλείσουν ολόκληρες οικονομίες, οι ηγέτες σε όλο τον κόσμο συνειδητοποίησαν ότι τα υπάρχοντα προγράμματα παροχών δεν ανταπεξέρχονταν στο καθήκον να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες ενώ δεν εργάζονταν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και οι συντηρητικοί παρατάσσονταν για να υποστηρίξουν άνευ όρων επιχορηγήσεις σε μετρητά. Ο γερουσιαστής Mitt Romney, Δημοκρατικός της Γιούτα, πρότεινε [3] να σταλεί σε κάθε Αμερικανό ενήλικα μια εφάπαξ πληρωμή 1.000 δολαρίων. Το Κογκρέσο πέρασε γρήγορα ένα τεράστιο πακέτο τόνωσης [της οικονομίας], το οποίο διέθεσε πληρωμές έως 1.200 δολαρίων σε άτομα κάτω από ένα ορισμένο όριο εισοδήματος, επέκτεινε την κατηγορία των ατόμων που είναι επιλέξιμα για επίδομα ανεργίας και πρόσθεσε επιπλέον 600 δολάρια σε κάθε εβδομαδιαία επιταγή [επιδόματος] ανεργίας. Σε λιγότερο από έναν μήνα, μια ιδέα που σχεδόν όλοι οι πολιτικοί θεωρούσαν ως εκκεντρική είχε -σε προσωρινή, μερική μορφή- γίνει πραγματική πολιτική.

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Αυτό που άλλαξε, φυσικά, ήταν η πολιτική. Σε κανονικές εποχές, οι άνεργοι [4] δύσκολα αποτελούν σημαντικό εκλογικό σώμα, αλλά η πανδημία αύξησε δραματικά τον αριθμό των ατόμων χωρίς δουλειά και οι πολιτικοί θεώρησαν ότι έπρεπε να ανταποκριθούν. Καθώς ξεκίνησαν τα lockdown και οι επιχειρήσεις έκλεισαν, άνθρωποι που δεν περίμεναν ποτέ να χρειαστούν κυβερνητική βοήθεια άρχισαν να πανικοβάλλονται όταν χάθηκαν οι μισθοί τους. Πολλοί στράφηκαν σε καθιερωμένα κοινωνικά προγράμματα και ανακάλυψαν ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις -επειδή εργάζονταν με μερική απασχόληση, ήταν αυτοαπασχολούμενοι ή εργάζονταν στην gig economy [στμ: εργασία μέσω διαδικτυακών πλατφορμών]. Όσοι όντως πληρούσαν τις προϋποθέσεις διαπίστωσαν ότι το επίπεδο των παροχών για τις οποίες ήταν επιλέξιμοι δεν πλησίαζε τα βασικά έξοδά τους.

Αντιμετωπίζοντας εκατομμύρια αιτούντες που δεν χρειάστηκαν ποτέ άλλοτε υποστήριξη, τα συστήματα πρόνοιας κατακλύστηκαν. Η πανδημία αποκάλυψε τον βαθμό στον οποίο η ασφάλιση ανεργίας και άλλα κοινωνικά προγράμματα δεν κατάφεραν να συμβαδίσουν με την εξέλιξη της αγοράς εργασίας. Σε όλο τον κόσμο, οι δημόσιοι υπάλληλοι επιφορτίστηκαν με τον σχεδιασμό προσωρινών προγραμμάτων που εκτυλίχθηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες -μερικά πιο επιτυχημένα από άλλα. Πολλές υψηλού εισοδήματος χώρες έκαναν κέντρο της απάντησής τους τις παροχές μετρητών σε άτομα. Τον Ιούνιο, η Ισπανία [5] παρουσίασε ένα πρόγραμμα που προσέφερε μηνιαίες πληρωμές περίπου 1.100 δολαρίων σε φτωχά νοικοκυριά. Τον Αύγουστο, η Γερμανία [6] ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στο οποίο 120 Γερμανοί θα λάβουν 1.400 δολάρια το μήνα για τρία χρόνια. Χωρίς καμία πρόθεση να το πράξουν, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν να πειραματίζονται με διάφορες μορφές βασικού εισοδήματος.