Η απατηλή υπόσχεση της αλλαγής καθεστώτος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η απατηλή υπόσχεση της αλλαγής καθεστώτος

Γιατί η Ουάσιγκτον συνεχίζει να αποτυγχάνει στη Μέση Ανατολή
Περίληψη: 

Η αλλαγή καθεστώτος θα δελεάζει πάντα την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η μακρά, ποικίλη, και τραγική ιστορία των υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ αλλαγών καθεστώτος στη Μέση Ανατολή, υποδηλώνει ότι τέτοιοι πειρασμοί (όπως και οι περισσότερες γρήγορες επιδιορθώσεις στην ζωή και στην πολιτική) πρέπει να τύχουν αντίστασης.

Ο PHILIP H. GORDON είναι ανώτερος υπότροφος Mary και David Boies για την αμερικανική εξωτερική πολιτική στο Council on Foreign Relations και συγγραφέας του Losing the Long Game: The False Promise of Regime Change in the Middle East.

Από την δεκαετία του 1950, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσπαθήσει να εκδιώξουν κυβερνήσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, κατά μέσο όρο μια φορά κάθε δεκαετία. Το έχουν πράξει στο Ιράν, το Αφγανιστάν (δύο φορές), το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Λιβύη και την Συρία -μια λίστα που περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η απομάκρυνση των ηγετών μιας χώρας και ο μετασχηματισμός του πολιτικού της συστήματος ήταν οι στόχοι της πολιτικής των ΗΠΑ και η Ουάσιγκτον κατέβαλε παρατεταμένες προσπάθειες για την επίτευξή τους. Τα κίνητρα πίσω από αυτές τις παρεμβάσεις διέφεραν ευρέως, όπως και οι μέθοδοι της Ουάσινγκτον: σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίζοντας ένα πραξικόπημα, σε άλλες εισβάλλοντας και καταλαμβάνοντας μια χώρα, και σε άλλες βασιζόμενες στην διπλωματία, την ρητορική, και τις κυρώσεις.

13102020-1.jpg

Αμερικανός στρατιώτης στην Kandahar, στο Αφγανιστάν, τον Μάιο του 2012.
Shamil Zhumatov / Reuters
--------------------------------------------------

Όλες αυτές οι προσπάθειες, ωστόσο, έχουν ένα κοινό: απέτυχαν. Σε κάθε περίπτωση, οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπερέβαλαν την απειλή που αντιμετώπιζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, υποτίμησαν τις προκλήσεις της εκδίωξης ενός καθεστώτος, και αγκάλιασαν τις αισιόδοξες διαβεβαιώσεις εξόριστων ή τοπικών δρώντων με μικρή δύναμη. Σε κάθε περίπτωση εκτός από εκείνη της Συρίας (όπου το καθεστώς κρατήθηκε στην εξουσία), οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν πρόωρα τη νίκη, απέτυχαν να προβλέψουν το χάος που θα προέκυπτε αναπόφευκτα μετά την κατάρρευση του καθεστώτος, και τελικά βρέθηκαν να βαρύνονται τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος για τις επερχόμενες δεκαετίες.

Γιατί είναι τόσο δύσκολη η αλλαγή καθεστώτος στη Μέση Ανατολή; Και γιατί οι ηγέτες και οι ειδικοί των ΗΠΑ συνεχίζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να την κάνουν σωστά; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι σε κάθε περίπτωση, οι εναλλακτικές λύσεις στην αλλαγή καθεστώτος δεν ήταν ελκυστικές. Αλλά καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ μελετούν τις προκλήσεις της αντιμετώπισης αυτής της ενοχλητικής περιοχής, θα πρέπει να δουν τα μοτίβα της αυταπάτης και της εσφαλμένης κρίσης που έχουν κάνει ξανά και ξανά την αλλαγή καθεστώτος τόσο δελεαστική -και, τελικά, τόσο καταστροφική.

ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ

Το 2011, καθώς οι ανώτεροι αξιωματούχοι συζητούσαν εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ εναντίον του Λίβυου κυβερνήτη Μουαμάρ αλ-Καντάφι, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Γκέιτς, -το πιο έμπειρο μέλος της ομάδας εθνικής ασφάλειας του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα- υπενθύμισε [1] στους συναδέλφους του ότι «όταν ξεκινάς έναν πόλεμο δεν ξέρεις ποτέ πώς θα πάει». Η προειδοποίηση του Γκέιτς ήταν μετριοπαθής: σε κάθε περίπτωση, όσο προσεκτικά κι αν ήταν προετοιμασμένη, η αλλαγή καθεστώτος στη Μέση Ανατολή είχε απρόβλεπτες και ανεπιθύμητες συνέπειες. Ίσως το πιο δυνατό παράδειγμα αυτού του φαινομένου ήταν η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, όταν η Ουάσιγκτον τερμάτισε την διακυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά επίσης ενδυνάμωσε ακούσια το Ιράν, τροφοδότησε τον τζιχαντισμό, απέδειξε σε δικτάτορες σε όλο τον κόσμο την πιθανή αξία της κατοχής πυρηνικών όπλων (για να αποτρέψουν τέτοιες εισβολές) , αύξησε τις αμφιβολίες σε όλο τον κόσμο για την καλή προαίρεση της αμερικανικής ισχύος, και δυσαρέστησε το αμερικανικό κοινό για τις στρατιωτικές επεμβάσεις για τις επόμενες δεκαετίες.

Το Ιράκ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ακραίο [παράδειγμα]: σε κάθε άλλη περίπτωση, οι σημαντικότερες συνέπειες ήταν οι ακούσιες. Στο Ιράν το 1953, η CIA βοήθησε να εκδιώξει τον ευερέθιστο εθνικιστή πρωθυπουργό Mohammad Mosaddeq, ελπίζοντας ότι με τον Mosaddeq έξω από την εικόνα, ο Ιρανός σάχης, Mohammad Reza Pahlavi, θα ήταν ένας πιο αξιόπιστος περιφερειακός σύμμαχος και θα κρατούσε το Ιράν έξω από το σοβιετικό στρατόπεδο. Ωστόσο, η μπαρόκ διαφθορά και η σκληρή καταστολή του σάχη –ενθαρρυμένη από τους ευεργέτες του στις ΗΠΑ- οδήγησαν τελικά στην επανάσταση του 1979, η οποία έφερε στην εξουσία ένα έντονα αντι-αμερικανικό ισλαμικό καθεστώς που έχει υποστηρίξει την τρομοκρατία και έχει αποσταθεροποιήσει την περιοχή έκτοτε. Στο Αφγανιστάν την δεκαετία του 1980, η υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους ισλαμιστές μουτζαχεντίν βοήθησε να υπονομευθεί η Σοβιετική Ένωση, αλλά συνέβαλε επίσης σε μια δεκαετία χάους, εμφύλιου πολέμου, στην άνοδο της βάναυσης κυβέρνησης των Ταλιμπάν, ενός ενδυναμωμένου παγκόσμιου τζιχαντιστικού κινήματος -και, τελικά, σε μια άλλη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου το 2001, οι οποίες σχεδιάστηκαν από τρομοκράτες της Αλ Κάιντα με έδρα το Αφγανιστάν. Μετά από μια λαϊκή εξέγερση στην Αίγυπτο το 2011, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν την διπλωματική τους μόχλευση για να βοηθήσουν να τερματιστεί η δεκαετιών καταπιεστική διακυβέρνηση του Χόσνι Μουμπάρακ. Ωστόσο, η κατάσταση επιδεινώθηκε τα χρόνια που ακολούθησαν. Το 2012, οι εκλογές έφεραν στην εξουσία μια υπέρ των αποκλεισμών ισλαμική κυβέρνηση. Την επόμενη χρονιά, αυτή η κυβέρνηση ανατράπηκε βίαια και αντικαταστάθηκε από ένα νέο στρατιωτικό καθεστώς με επικεφαλής τον στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, το οποίο αποδείχθηκε ακόμη πιο καταπιεστικό από εκείνο του Μουμπάρακ.