Η καταπολέμηση μιας πανδημίας απαιτεί εμπιστοσύνη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταπολέμηση μιας πανδημίας απαιτεί εμπιστοσύνη

Οι κυβερνήσεις πρέπει να την κερδίσουν

Οι μεταπολεμικές, φτωχοποιημένες χώρες που είχαν πληγεί περισσότερο στις πρόσφατες επιδημίες του Έμπολα μπορεί να φαίνονται ως ασυνήθεις περιπτώσεις, αλλά το μάθημα που προσφέρει η εμπειρία τους δεν είναι. Στην πανδημία γρίπης H1N1 το 2009, έρευνες στην Ιταλία [8], την Ολλανδία [9] και την Ελβετία [10] διαπίστωσαν επίσης ότι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση συνδεόταν με την ευρύτερη υιοθέτηση προτεινόμενων συμπεριφορών, όπως το πλύσιμο των χεριών, η κοινωνική αποστασιοποίηση και ο εμβολιασμός. Το ίδιο συνέβη και στο Χονγκ Κονγκ κατά την διάρκεια της επιδημίας του οξέος αναπνευστικού συνδρόμου του 2003 (SARS) [11].

Η κυβερνητική εμπιστοσύνη αναλαμβάνει έναν πολύ μεγάλο ρόλο όταν η απειλή είναι καινούργια σε έναν πληθυσμό που δεν θεωρεί τον εαυτό του ευάλωτο. Άτομα σε ασιατικές χώρες που είχαν βιώσει άμεσα το SARS το 2003 ανέφεραν σε μια έρευνα του 2009 [12] ότι αισθάνονταν πολύ πιο ευάλωτα σε μια άλλη επιδημία από όσο οι ερωτηθέντες σε ευρωπαϊκά έθνη που δεν επηρεάστηκαν. Σε τόπους χωρίς αυτήν την προηγούμενη εμπειρία, οι άνθρωποι είναι πιθανό να υιοθετήσουν προστατευτική συμπεριφορά, όπως το να φορούν μάσκες ή να κρατούν κοινωνικές αποστάσεις, μόνο όταν αξιωματούχοι της δημόσιας υγείας και κυβερνητικοί ηγέτες έχουν αυξήσει την ευαισθητοποίησή τους για τον κίνδυνο, καθώς και για την ανάγκη και την αποτελεσματικότητα τέτοιων προληπτικών μέτρων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να κερδίσουν και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού ώστε να επιτύχουν αυτές οι προσπάθειες.

Κατά συνέπεια, η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι διάφορες χώρες έχουν αποδώσει στον περιορισμό και την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, ειδικά σε χώρες όπου δεν είχαν πρόσφατα εμφανιστεί θανατηφόρες εκδηλώσεις άλλων κορωνοϊών ή αναδυόμενων λοιμώξεων. Η καλύτερη εκτίμηση του ρόλου της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μπορεί να βοηθήσει τις χώρες να προετοιμαστούν και να ανταποκριθούν όχι μόνο στην τρέχουσα πανδημία, αλλά και σε αυτές που θα έρθουν στο μέλλον.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι σχολιαστές έχουν ορίσει μια σειρά διαφορετικών κυβερνητικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών για να εξηγήσουν γιατί ορισμένες χώρες ήταν πολύ πιο επιτυχημένες από άλλες στον έλεγχο της πανδημίας COVID-19. Οι γυναίκες ηγέτες, η έλλειψη λαϊκισμού, οι πιο ισότιμες οικονομίες [13] και η καθολική υγειονομική κάλυψη [14] μπορεί όλα να είναι επιθυμητά, αλλά δεν υπάρχουν εμπειρικές ενδείξεις ότι οποιοσδήποτε από αυτούς τους παράγοντες έχει αυξήσει τις πιθανότητες περιορισμού αυτού του θανατηφόρου νέου ιού. Εννέα από τα δέκα [15] έθνη με τον υψηλότερο αριθμό αθροιστικών περιπτώσεων κορωνοϊού που αναφέρθηκαν είναι δημοκρατίες, αλλά και πολλές από τις χώρες που ενήργησαν γρήγορα για να περιορίσουν την πανδημία, όπως η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα, και η Ουρουγουάη. Οι απολυταρχίες, οι οποίες περιλαμβάνουν το Ιράν, την Ρωσία και την Βενεζουέλα, τα έχουν πάει ελάχιστα καλύτερα σε αυτήν την κρίση.

Πρόσφατοι σχολιαστές [16] έχουν καταδείξει την διάσπαση της κοινωνικής εμπιστοσύνης -που σημαίνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων- αναφέροντάς την ως έναν σημαντικό λόγο που ο κορωνοϊός έχει πάθει αμόκ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά μια κορυφαία έρευνα κατατάσσει την Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο κορυφαίο 20% [17] των εθνών με διαπροσωπική εμπιστοσύνη, καλύτερα από την Ιαπωνία και πολλές από τις άλλες ιστορίες επιτυχίας σε αυτήν την πανδημία.

Μέχρι στιγμής, οι ειδικοί δεν τα έχουν πάει πολύ καλύτερα από τους ειδήμονες. Δεν υπήρξε συσχέτιση μεταξύ των κορυφαίων μέτρων ετοιμότητας για πανδημία –η Κοινή Εξωτερική Αξιολόγηση και ο Δείκτης Παγκόσμιας Ασφάλειας Υγείας (GHS) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας- και των επιδόσεων [απέναντι] στην πανδημία (βλ. Σχήμα 1). Μερικά από τα έθνη που τα πήγαν καλύτερα από αυτές τις μετρήσεις, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν υψηλότερα ποσοστά θανάτων [18] από εκείνα που είχαν χαμηλή βαθμολογία, ακόμη υπολογίζοντας και διαφορές στην δομή και το μέγεθος της ηλικίας του πληθυσμού, καθώς και τον χρόνο της πρώτης αναφερόμενης θνησιμότητας.

26102020-2.jpg

Ένας και μοναδικός γεωγραφικός, δημογραφικός ή κοινωνικός παράγοντας είναι απίθανο να εξηγήσει τις επιτυχίες του Καναδά, της Νέας Ζηλανδίας, της Νορβηγίας, της Ρουάντα, της Νότιας Κορέας, της Ταϊβάν, της Ταϊλάνδης και του Βιετνάμ στην άρθρωση ισχυρών, γρήγορων αντιδράσεων στην πανδημία. Ένα χαρακτηριστικό που πολλές, αλλά όχι όλες, από αυτές τις πρώτες χώρες που ανταποκρίθηκαν ήταν η άμεση εμπειρία με προηγούμενα κρούσματα, όπως το SARS ή το αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής (MERS) ή ένα υψηλό επίπεδο ενδημικών μολυσματικών ασθενειών.

Αλλά εάν κανένας παράγοντας δεν εξηγεί τις ιστορίες επιτυχίας, υπάρχει ένας παράγοντας που συνδέεται σαφώς με σχεδόν όλες τις χώρες που υπέφεραν τους περισσότερους θανάτους, ακόμη και με υπολογισμένες τις διαφορές στην δομή και το μέγεθος της ηλικίας του πληθυσμού και το χρονοδιάγραμμα της πανδημίας: χαμηλή κυβερνητική εμπιστοσύνη , όπως ορίζεται από την Παγκόσμια Έρευνα Αξιών (βλ. Σχήμα 2). Μια πρόσφατη μελέτη 23 χωρών [19], επί του παρόντος υπό αξιολόγηση από ομοτίμους, συμφωνεί με αυτό το συμπέρασμα, διαπιστώνοντας ότι εκείνοι που ζουν σε χώρες με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση ήταν πολύ πιο πιθανό να πλένουν τα χέρια τους, να αποφεύγουν τα μέρη με πολυκοσμία και να κάνουν προσωπικές θυσίες για να σταματήσουν την διάδοση του ιού. Μια μικρότερη έρευνα [20] που επικεντρώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο απέδωσε παρόμοια αποτελέσματα.

26102020-3.jpg

ΜΙΑ ΕΝΤΙΜΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΣΚΟΥ