Η καταπολέμηση μιας πανδημίας απαιτεί εμπιστοσύνη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταπολέμηση μιας πανδημίας απαιτεί εμπιστοσύνη

Οι κυβερνήσεις πρέπει να την κερδίσουν

«Η κυβέρνηση υπάρχει για να μας προστατεύει τον έναν από τον άλλο», είπε [1] κάποτε περιφήμως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, αλλά «ξεπερνά τα όριά της … με το να αποφασίζει να μας προστατεύσει από τον εαυτό μας».

Όταν εφαρμόζεται σε πανδημικές απειλές, η άποψη του Ρέιγκαν είναι λανθασμένη, όπως και οι απόψεις πολλών πολιτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο εξωτερικό που την έχουν υιοθετήσει. Αντιμέτωπες με έναν νέο, μεταδοτικό ιό, για τον οποίο δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία και κατά του οποίου οι άνθρωποι δεν έχουν προϋπάρχουσα ανοσία, ο μόνος τρόπος για τις κυβερνήσεις ώστε να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους πολίτες τον έναν από τον άλλο είναι να τους πείσει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία τους. Ειδικά στις ελεύθερες κοινωνίες, η επιτυχία αυτής της προσπάθειας εξαρτάται από την εμπιστοσύνη μεταξύ της κυβέρνησης και του λαού της.

26102020-1.jpg

Απολύμανση κινηματογράφου στην Βομβάη της Ινδίας, τον Οκτώβριο του 2020. Niharika Kulkarni / Reuters
---------------------------------------------------

Ορισμένοι εθνικοί ηγέτες απέτυχαν να εκτιμήσουν την σημασία της ύπαρξης μιας κυβέρνησης που οι πολίτες εμπιστεύονται και ακούν. Αυτή η αποτυχία έχει συμβάλει σε τεράστιες διαφορές στις επιδόσεις των χωρών σε αυτήν την πανδημία και απειλεί να κάνει όλους λιγότερο ασφαλείς όταν εμφανιστεί η επόμενη πανδημία, όπως αναπόφευκτα θα συμβεί.

ΜΙΑ ΑΛΥΣΙΔΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Οι αποτελεσματικές θεραπείες για μολυσματικές ασθένειες αποτελούν μια πρόσφατη εξέλιξη στην ανθρώπινη ιστορία. Η ευρεία διαθεσιμότητα αντιβιοτικών και η ανάπτυξη των περισσότερων εμβολίων πραγματοποιήθηκαν μόλις μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι τακτικές που επικρατούν στην σημερινή προσπάθεια καταστολής του νέου κορωνοϊού, ωστόσο, είναι οτιδήποτε άλλο παρά καινούργιες: προστατευτικές μάσκες, καραντίνες, απομόνωση, και κοινωνική αποστασιοποίηση εμφανίστηκαν [2] ως απάντηση στην πανδημία του Μαύρου Θανάτου τον 14ο αιώνα. Η ανίχνευση επαφών προήλθε πριν από εκατό χρόνια, ως εργαλείο [3] για την παρακολούθηση της εξάπλωσης της σύφιλης μεταξύ των εργαζομένων του σεξ και των προστατών τους.

Ιστορικοί όπως ο Mark Harrison [4] υποστήριξαν ότι η ανάγκη συντονισμού και επιβολής μέτρων όπως οι καραντίνες, η απομόνωση και η κοινωνική αποστασιοποίηση δημιούργησαν τις συνθήκες από τις οποίες προέκυψαν το σύγχρονο κράτος και οι μηχανισμοί της διακυβέρνησης. Για το σκοπό αυτό, οι ιταλικές πόλεις-κράτη δημιούργησαν τα πρώτα συμβούλια υγείας και ανέπτυξαν λεπτομερή πρωτόκολλα δημόσιας υγείας. Μια τακτική ναυτική παρουσία επέβαλλε τις καραντίνες. Οι κυβερνήσεις σε όλη την βορειοδυτική Ευρώπη μιμήθηκαν αργότερα την ιταλική προσέγγιση.

Οι άλλως αρπακτικές ελίτ αναγκάστηκαν να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ζωή και την συλλογική ευημερία των ψηφοφόρων τους προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους και το εργατικό δυναμικό τους. Αλλά το αντίστροφο ήταν επίσης αλήθεια: ο αγώνας ενάντια στις μολυσματικές ασθένειες βάθυνε την σχέση των ανθρώπων με την κυβέρνησή τους. Μέτρα όπως οι καραντίνες και οι κοινωνικές αποστάσεις πρέπει να εφαρμόζονται γρήγορα και με συνέπεια για να είναι αποτελεσματικά. Μόνο η κυβέρνηση μπορεί να το επιτύχει αυτό, και μόνο εάν οι ψηφοφόροι την εμπιστεύονται και την χρηματοδοτούν για να το κάνει.

Η εμπιστοσύνη μπαίνει στην αλυσίδα σε κάθε κρίκο. Τα άτομα που ασθενούν πρέπει να αναφέρουν τα συμπτώματά τους στους εργαζομένους στον τομέα της υγείας, να προσδιορίσουν εκείνους με τους οποίους έχουν έρθει σε επαφή και να υποβληθούν σε απομόνωση και θεραπεία. Οι δυνητικά μολυσμένες επαφές τους πρέπει να τηρούν την καραντίνα. Για να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία, το κοινό πρέπει να εμπιστευτεί την κυβέρνηση ότι γνωστοποιεί αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την έρευνά της για την επιδημία˙ το κοινό τότε πρέπει να αποδεχτεί τις συμβουλές και τις εντολές των κυβερνητικών αξιωματούχων σχετικά με μέτρα που θα αποτρέψουν την περαιτέρω εξάπλωση. Η υπόσχεση αξιόπιστων πληροφοριών και ικανής, υποστηρικτικής ιατρικής περίθαλψης είναι αυτό που πείθει όσους υποφέρουν από συμπτώματα να εμφανιστούν, ώστε να εντοπιστούν, να ιχνηλατηθούν, και να αντιμετωπιστούν τα νέα κρούσματα.

ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΚΑΙ ΙΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ

Κάποιος δεν χρειάζεται να επιστρέψει στα μεσαιωνικά χρόνια για να βρει παραδείγματα προηγούμενων καταρρεύσεων της κυβερνητικής εμπιστοσύνης που βοήθησαν να εξαπλωθούν οι λοιμώξεις. Οι θεωρίες συνωμοσίας και η έντονη απέχθεια για τις κυβερνητικές εντολές εμπόδισαν τις προσπάθειες για τον έλεγχο του ιού του Έμπολα κατά τους πρώτους μήνες της επιδημίας στην Δυτική Αφρική το 2014.

Οι κάτοικοι των αφανισμένων από ιούς κοινοτήτων αντιτάχθηκαν στο κλείσιμο των σχολείων και στην απαγόρευση κυκλοφορίας. Έφεραν βαρέως τις έρευνες ιχνηλάτησης σχετικά με τις επαφές τους και το πού βρίσκονταν, τις εντολές για εγκατάλειψη της σωματικής επαφής, και την φροντίδα των μολυσμένων αγαπημένων στο σπίτι, και τις οδηγίες να σταματήσουν την συνήθη πρακτική τους να πλένουν τους νεκρούς πριν την ταφή. Χωρίς θεραπεία, ορισμένοι επέλεξαν δηλητηριώδη θαυματουργά φάρμακα που προωθούσαν οι γιατροί-μάγοι και οι τοπικοί ηγέτες.

Εν μέρει, λόγω της χαμηλής συμμόρφωσης [5] με τις εντολές περί δημόσιας υγείας, η επιδημία εξαπλώθηκε εκτός ελέγχου, σκοτώνοντας σε τρία χρόνια περισσότερο από πέντε φορές τον αριθμό των ανθρώπων που είχαν πεθάνει από τον Έμπολα στις 28 προηγούμενες επιδημίες από τότε που εντοπίστηκε για πρώτη φορά ο ιός το 1976. Και η συμμόρφωση σχετίζεται με την εμπιστοσύνη: έρευνες στην Λιβερία [6] κατά την διάρκεια της επιδημίας του 2014 και μετά από ένα επακόλουθο ξέσπασμα [της επιδημίας] στο Κονγκό [7] έδειξαν ότι όσοι εμπιστεύτηκαν την κυβέρνησή τους ήταν πιο πιθανό να διατηρήσουν την κοινωνική απόσταση και να αποδεχθούν τα εμβόλια του Έμπολα που η κυβέρνηση αναγνωρίζει ως χρήσιμα.

Οι μεταπολεμικές, φτωχοποιημένες χώρες που είχαν πληγεί περισσότερο στις πρόσφατες επιδημίες του Έμπολα μπορεί να φαίνονται ως ασυνήθεις περιπτώσεις, αλλά το μάθημα που προσφέρει η εμπειρία τους δεν είναι. Στην πανδημία γρίπης H1N1 το 2009, έρευνες στην Ιταλία [8], την Ολλανδία [9] και την Ελβετία [10] διαπίστωσαν επίσης ότι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση συνδεόταν με την ευρύτερη υιοθέτηση προτεινόμενων συμπεριφορών, όπως το πλύσιμο των χεριών, η κοινωνική αποστασιοποίηση και ο εμβολιασμός. Το ίδιο συνέβη και στο Χονγκ Κονγκ κατά την διάρκεια της επιδημίας του οξέος αναπνευστικού συνδρόμου του 2003 (SARS) [11].

Η κυβερνητική εμπιστοσύνη αναλαμβάνει έναν πολύ μεγάλο ρόλο όταν η απειλή είναι καινούργια σε έναν πληθυσμό που δεν θεωρεί τον εαυτό του ευάλωτο. Άτομα σε ασιατικές χώρες που είχαν βιώσει άμεσα το SARS το 2003 ανέφεραν σε μια έρευνα του 2009 [12] ότι αισθάνονταν πολύ πιο ευάλωτα σε μια άλλη επιδημία από όσο οι ερωτηθέντες σε ευρωπαϊκά έθνη που δεν επηρεάστηκαν. Σε τόπους χωρίς αυτήν την προηγούμενη εμπειρία, οι άνθρωποι είναι πιθανό να υιοθετήσουν προστατευτική συμπεριφορά, όπως το να φορούν μάσκες ή να κρατούν κοινωνικές αποστάσεις, μόνο όταν αξιωματούχοι της δημόσιας υγείας και κυβερνητικοί ηγέτες έχουν αυξήσει την ευαισθητοποίησή τους για τον κίνδυνο, καθώς και για την ανάγκη και την αποτελεσματικότητα τέτοιων προληπτικών μέτρων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να κερδίσουν και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού ώστε να επιτύχουν αυτές οι προσπάθειες.

Κατά συνέπεια, η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι διάφορες χώρες έχουν αποδώσει στον περιορισμό και την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, ειδικά σε χώρες όπου δεν είχαν πρόσφατα εμφανιστεί θανατηφόρες εκδηλώσεις άλλων κορωνοϊών ή αναδυόμενων λοιμώξεων. Η καλύτερη εκτίμηση του ρόλου της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μπορεί να βοηθήσει τις χώρες να προετοιμαστούν και να ανταποκριθούν όχι μόνο στην τρέχουσα πανδημία, αλλά και σε αυτές που θα έρθουν στο μέλλον.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι σχολιαστές έχουν ορίσει μια σειρά διαφορετικών κυβερνητικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών για να εξηγήσουν γιατί ορισμένες χώρες ήταν πολύ πιο επιτυχημένες από άλλες στον έλεγχο της πανδημίας COVID-19. Οι γυναίκες ηγέτες, η έλλειψη λαϊκισμού, οι πιο ισότιμες οικονομίες [13] και η καθολική υγειονομική κάλυψη [14] μπορεί όλα να είναι επιθυμητά, αλλά δεν υπάρχουν εμπειρικές ενδείξεις ότι οποιοσδήποτε από αυτούς τους παράγοντες έχει αυξήσει τις πιθανότητες περιορισμού αυτού του θανατηφόρου νέου ιού. Εννέα από τα δέκα [15] έθνη με τον υψηλότερο αριθμό αθροιστικών περιπτώσεων κορωνοϊού που αναφέρθηκαν είναι δημοκρατίες, αλλά και πολλές από τις χώρες που ενήργησαν γρήγορα για να περιορίσουν την πανδημία, όπως η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα, και η Ουρουγουάη. Οι απολυταρχίες, οι οποίες περιλαμβάνουν το Ιράν, την Ρωσία και την Βενεζουέλα, τα έχουν πάει ελάχιστα καλύτερα σε αυτήν την κρίση.

Πρόσφατοι σχολιαστές [16] έχουν καταδείξει την διάσπαση της κοινωνικής εμπιστοσύνης -που σημαίνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων- αναφέροντάς την ως έναν σημαντικό λόγο που ο κορωνοϊός έχει πάθει αμόκ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά μια κορυφαία έρευνα κατατάσσει την Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο κορυφαίο 20% [17] των εθνών με διαπροσωπική εμπιστοσύνη, καλύτερα από την Ιαπωνία και πολλές από τις άλλες ιστορίες επιτυχίας σε αυτήν την πανδημία.

Μέχρι στιγμής, οι ειδικοί δεν τα έχουν πάει πολύ καλύτερα από τους ειδήμονες. Δεν υπήρξε συσχέτιση μεταξύ των κορυφαίων μέτρων ετοιμότητας για πανδημία –η Κοινή Εξωτερική Αξιολόγηση και ο Δείκτης Παγκόσμιας Ασφάλειας Υγείας (GHS) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας- και των επιδόσεων [απέναντι] στην πανδημία (βλ. Σχήμα 1). Μερικά από τα έθνη που τα πήγαν καλύτερα από αυτές τις μετρήσεις, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν υψηλότερα ποσοστά θανάτων [18] από εκείνα που είχαν χαμηλή βαθμολογία, ακόμη υπολογίζοντας και διαφορές στην δομή και το μέγεθος της ηλικίας του πληθυσμού, καθώς και τον χρόνο της πρώτης αναφερόμενης θνησιμότητας.

26102020-2.jpg

Ένας και μοναδικός γεωγραφικός, δημογραφικός ή κοινωνικός παράγοντας είναι απίθανο να εξηγήσει τις επιτυχίες του Καναδά, της Νέας Ζηλανδίας, της Νορβηγίας, της Ρουάντα, της Νότιας Κορέας, της Ταϊβάν, της Ταϊλάνδης και του Βιετνάμ στην άρθρωση ισχυρών, γρήγορων αντιδράσεων στην πανδημία. Ένα χαρακτηριστικό που πολλές, αλλά όχι όλες, από αυτές τις πρώτες χώρες που ανταποκρίθηκαν ήταν η άμεση εμπειρία με προηγούμενα κρούσματα, όπως το SARS ή το αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής (MERS) ή ένα υψηλό επίπεδο ενδημικών μολυσματικών ασθενειών.

Αλλά εάν κανένας παράγοντας δεν εξηγεί τις ιστορίες επιτυχίας, υπάρχει ένας παράγοντας που συνδέεται σαφώς με σχεδόν όλες τις χώρες που υπέφεραν τους περισσότερους θανάτους, ακόμη και με υπολογισμένες τις διαφορές στην δομή και το μέγεθος της ηλικίας του πληθυσμού και το χρονοδιάγραμμα της πανδημίας: χαμηλή κυβερνητική εμπιστοσύνη , όπως ορίζεται από την Παγκόσμια Έρευνα Αξιών (βλ. Σχήμα 2). Μια πρόσφατη μελέτη 23 χωρών [19], επί του παρόντος υπό αξιολόγηση από ομοτίμους, συμφωνεί με αυτό το συμπέρασμα, διαπιστώνοντας ότι εκείνοι που ζουν σε χώρες με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση ήταν πολύ πιο πιθανό να πλένουν τα χέρια τους, να αποφεύγουν τα μέρη με πολυκοσμία και να κάνουν προσωπικές θυσίες για να σταματήσουν την διάδοση του ιού. Μια μικρότερη έρευνα [20] που επικεντρώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο απέδωσε παρόμοια αποτελέσματα.

26102020-3.jpg

ΜΙΑ ΕΝΤΙΜΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΣΚΟΥ

Ευτυχώς, η εμπιστοσύνη είναι κάτι που οι κυβερνήσεις μπορούν να κερδίσουν σε μια κρίση. Ένα κοινό που εμπιστεύεται την κυβέρνησή του είναι πιο πιθανό να αποδεχθεί ότι οι κίνδυνοι που εντοπίζει η κυβέρνηση είναι πραγματικοί και να ακολουθήσει την καθοδήγησή της˙ η κυβέρνηση χτίζει και διατηρεί αυτήν την εμπιστοσύνη εκδίδοντας συμβουλές και αξιολογώντας τον κίνδυνο με τρόπο που να είναι έγκαιρος, ειλικρινής και βασισμένος στην επιστήμη. Ένας τέτοιος θετικός κύκλος ανατροφοδότησης είναι απαραίτητος για την διατήρηση της συμμόρφωσης των ανθρώπων με τα μέτρα δημόσιας υγείας.

«Δεν είναι μόνο το “τι” που έχει σημασία» στην επικοινωνία του ρίσκου, όπως έγραψαν κάποτε οι ειδικοί επί της παγκόσμιας υγείας, Heidi Larson και David Heymann [21], «αλλά “ποιος” μεταφέρει τις πληροφορίες ή τις ανησυχίες και “πώς” κοινοποιούνται».

Για να τεθεί υπό έλεγχο η επιδημία του Έμπολα στην Δυτική Αφρική απαιτήθηκε οι κυβερνήσεις και οι υποστηρικτές τους να δημιουργήσουν με κόπο εμπιστοσύνη του κοινού στην αντίδραση στον ιό. Στην Λιβερία, η κυβέρνηση παρουσίασε τους επιζώντες του Έμπολα σε κοινότητες για να δείξει τον ρόλο που έπαιξαν οι μονάδες θεραπείας στην διάσωση ζωών. Ανθρωπολόγοι βοήθησαν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να συνεργαστεί με ντόπιους για να βρουν ασφαλείς ταφικές πρακτικές που και πάλι να ενσωματώνουν τις παραδόσεις τους. Τοπικοί αξιωματούχοι και μη κυβερνητικές οργανώσεις εκπαίδευσαν τους ηγέτες της νεολαίας, τους πάστορες και τους ιμάμηδες για να πραγματοποιούν καθημερινή παρακολούθηση από πόρτα σε πόρτα και να εντοπίζουν τους ασθενείς. Οι δοκιμές για το εμβόλιο Ebola στην Σιέρρα Λεόνε κατά την διάρκεια και μετά το ξέσπασμα της επιδημίας περιελάμβαναν τοπικές ομάδες συνδέσμων.

Για αρκετό καιρό, οι Ηνωμένες Πολιτείες -όπως η Γουινέα, η Λιβερία και η Σιέρρα Λεόνε- υπέφεραν επίσης από χαμηλή κυβερνητική εμπιστοσύνη. Μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ και την παραίτηση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, η εμπιστοσύνη των Αμερικανών στην κυβέρνηση μειώθηκε κατακόρυφα. Έπεσε ακόμη περισσότερο μετά την οικονομική κρίση του 2008. Σήμερα, λιγότεροι από ένας στους πέντε [22] Αμερικανούς δηλώνουν ότι μπορούν να εμπιστευτούν την κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον να κάνει ό, τι είναι σωστό. Μεταξύ των Μαύρων Αμερικανών, αυτός ο αριθμός είναι πιο κοντά στο ένας στους δέκα.

Έρευνες [23] δείχνουν ότι, σε μια πανδημία, οι κυβερνήσεις διατηρούν την εμπιστοσύνη του κοινού με το να παρέχουν πλήρεις πληροφορίες, ακόμη και όταν τα δεδομένα είναι περιορισμένα, και με το να μην υποτιμούν ποτέ τον πραγματικό κίνδυνο προκειμένου να μειωθεί ο φόβος του κοινού. Παλαιότερες έρευνες διαπίστωσαν [24] ότι οι πιο αξιόπιστες πηγές πληροφοριών σε μια υγειονομική κρίση ήταν οι αξιωματούχοι του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), ακολουθούμενοι από κρατικούς και τοπικούς αξιωματούχους δημόσιας υγείας, με τους εκλεγμένους αξιωματούχους συνήθως να είναι λιγότερο αξιόπιστοι. Κατά συνέπεια, η εναρκτήρια Εθνική Στρατηγική Εφαρμογής των ΗΠΑ για το Σχέδιο Υλοποίησης της Πανδημικής Γρίπης (U.S. National Strategy for Pandemic Influenza Implementation Plan) που εκδόθηκε για πρώτη φορά [25] το 2006, προειδοποίησε ότι «δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί η ανάγκη για έγκαιρες, ακριβείς, αξιόπιστες και συνεπείς πληροφορίες που είναι προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένο κοινό».

Ωστόσο, αξιωματούχοι των ΗΠΑ –ιδίως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ– έχουν ακολουθήσει την αντίθετη οδό. Παρόλο που καταλάβαινε ότι ο κορωνοϊός ήταν «θανατηφόρο πράγμα» και «το πιο δύσκολο πράγμα» στις αρχές Φεβρουαρίου [26], ο Τραμπ είπε στο [27] στο κοινό ότι ήταν συγκρίσιμος με την γρίπη, «υπό έλεγχο» και «θα εξαφανιστεί». Ο Λευκός Οίκος εμπόδισε το CDC από το να ενημερώσει το κοινό [28], του αφαίρεσε ευθύνες σχετικά με τα δεδομένα [29], και αποδυνάμωσε τις συστάσεις του [30].

Ο πρόεδρος επέλεξε την πολιτική έναντι της προώθησης της εμπιστοσύνης στα μέτρα δημόσιας υγείας σε αυτήν την κρίση, προχωρώντας στο σημείο να μοιραστεί ένα tweet που έγραφε [31], «Όλοι λένε ψέματα. Το CDC, τα μέσα ενημέρωσης, οι Δημοκρατικοί, οι γιατροί μας, όχι όλοι αλλά οι περισσότεροι, τους οποίους μας λένε να εμπιστευόμαστε». Τα αποτελέσματα -8 εκατομμύρια Αμερικανοί μολύνθηκαν και 220.000 νεκροί- δυστυχώς, μιλούν από μόνα τους.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2020-10-23/coronav...

Σύνδεσμοι:
[1] https://timesmachine.nytimes.com/timesmachine/1980/03/22/111144884.html?...
[2] https://www.amazon.com/Plagues-Paradox-Progress-Healthier-Worrisome/dp/0...
[3] https://heinonline.org/HOL/Page?collection=journals&handle=hein.journals...
[4] https://www.amazon.com/Disease-Modern-World-1500-Present/dp/0745628109/r...
[5] https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMp1409859
[6] https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27914936/
[7] https://www.thelancet.com/journals/laninf/article/PIIS1473-3099(19)30063-5/fulltext#seccestitle140
[8] https://academic.oup.com/her/article/26/5/761/633081
[9] http://www.biomedcentral.com/1471-2458/11/575
[10] https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/21476079/
[11] https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/19371910802053224
[12] https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19125335/
[13] https://wzb-ipi.github.io/corona/WD_paper.pdf
[14] https://www.thinkglobalhealth.org/article/all-bets-are-measuring-pandemi...
[15] https://gisanddata.maps.arcgis.com/apps/opsdashboard/index.html#/bda7594...
[16] https://www.theatlantic.com/ideas/archive/2020/10/collapsing-levels-trus...
[17] http://www.worldvaluessurvey.org/WVSOnline.jsp
[18] https://www.cfr.org/report/pandemic-preparedness-lessons-COVID-19/
[19] https://doi.org/10.31234/osf.io/p5gns
[20] https://www.kcl.ac.uk/news/public-opinion-and-trust-in-government-during...
[21] https://jamanetwork.com/journals/jama/article-abstract/185216
[22] https://www.pewresearch.org/politics/2019/04/11/public-trust-in-governme...
[23] https://doi.org/10.29333/ejgm/7856
[24] https://www.liebertpub.com/doi/10.1089/bsp.2012.0048
[25] https://georgewbush-whitehouse.archives.gov/homeland/pandemic-influenza-...
[26] https://www.washingtonpost.com/politics/bob-woodward-rage-book-trump/202...
[27] https://www.washingtonpost.com/graphics/2020/politics/trump-coronavirus-...
[28] https://www.statnews.com/2020/04/13/u-s-is-less-safe-from-coronavirus-wh...
[29] https://www.sciencemag.org/news/2020/10/inside-story-how-trumps-covid-19...
[30] https://www.propublica.org/article/inside-the-fall-of-the-cdc
[31] https://www.politico.com/news/2020/07/13/trump-questions-public-health-e...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition