Δεν υπάρχει συμβιβασμός ενόψει για την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δεν υπάρχει συμβιβασμός ενόψει για την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν

Η 100ετής αναζήτηση για μια αδύνατη νίκη στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ
Περίληψη: 

Μια λύση για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ θα απαιτούσε από την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η επίλυση της σύγκρουσής τους είναι περισσότερο προς το κοινό συμφέρον τους από το να επιμένουν με την στρατιωτική βία ή με το να επιτρέψουν σε άλλους να την επιλύσουν. Η τρέχουσα πικρία και η αιματοχυσία δείχνουν δυστυχώς ότι μια τέτοια απόφαση δεν είναι κοντά.

Ο THOMAS DE WAAL είναι ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Europe και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Black Garden: Armenia and Azerbaijan Through Peace and War [1].

Επί έναν αιώνα, συγκρούσεις ξεσπούν στην περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, έναν εθνοτικά κυρίως αρμενικό θύλακα που βρίσκεται μέσα από τα σύνορα του Αζερμπαϊτζάν. Στην δεκαετία του 1990, οι Αρμένιοι πίστευαν ότι είχαν κερδίσει στρατιωτική νίκη επί του Αζερμπαϊτζάν όταν κατέλαβαν την αμφισβητούμενη περιοχή και πολλές αζερικές περιοχές τριγύρω. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το Αζερμπαϊτζάν ξεκίνησε να τους αποδείξει ότι κάνουν λάθος, αρχίζοντας μια νέα στρατιωτική επίθεση που έχει πάρει πολλές από αυτές τις περιοχές πίσω και έδωσε σε χιλιάδες εκτοπισμένους Αζέρους την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν στα εδάφη που εξακολουθούν να θεωρούν πατρίδα τους. Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, ισχυρίστηκε ότι σχεδόν 5.000 άνθρωποι έχουν ήδη πεθάνει -συμπεριλαμβανομένων δεκάδων πολιτών. Και επιστρέφοντας μια αδικία, το Αζερμπαϊτζάν δημιουργεί με αιματηρό τρόπο μια νέα: οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο-Καραμπάχ δέχονται επίθεση και ενδέχεται σύντομα να περικυκλωθούν, αντιμετωπίζοντας δυνητικά καταστροφικές ανθρωπιστικές συνέπειες.

27102020-1.jpg

Ένας Αζέρος στρατιώτης στην ανακτημένη πόλη Jabrayil, στο Αζερμπαϊτζάν, τον Οκτώβριο του 2020. Umit Bektas / Reuters
---------------------------------------------------

Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ παραμένει μια από τις πιο τραγικές και επίμονες διαφορές στην Ευρώπη. Είναι ένα από τα τελευταία κομμάτια της ανολοκλήρωτης δουλειάς από το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που εξακολουθεί να πολεμιέται με τους κανόνες μηδενικού αθροίσματος του περασμένου αιώνα: Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν επιδιώκουν να γρονθοκοπήσουν ο ένας τον άλλο μέχρι την συνθηκολόγηση. Η διαβολική δυσκολία αυτής της σύγκρουσης πηγάζει από δύο παράγοντες: ένα εκατονταετές δίλημμα ασφαλείας, στο οποίο κάθε πλευρά προσπάθησε να επιτύχει αίσθημα ασφάλειας και ελέγχου εις βάρος της άλλης, υπονομεύοντας έτσι την ασφάλεια και των δύο˙ και ένα δημοκρατικό έλλειμμα, μια πλήρη απουσία κοινωνικής εμπιστοσύνης και πραγματικού διαλόγου, που καθιστά σχεδόν αδύνατο τον συμβιβασμό μεταξύ των δύο πλευρών. Η τρέχουσα ξεδοντιασμένη ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας δεν μπορεί να τους συγκρατήσει, όπως δεν το έκαναν και οι πρόσφατες συνομιλίες [2] που ενορχηστρώθηκαν από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo. Οι κύριες προοπτικές για τον περιορισμό των συγκρούσεων βρίσκονται στους επιμελητειακούς περιορισμούς του τραχιού εδάφους του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και στην προθυμία και ικανότητα δύο μεγάλων δυνάμεων -της Ρωσίας και τώρα, μετά την απουσία ενός αιώνα, της Τουρκίας- να διευκολύνουν μια ειρηνευτική συμφωνία.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΥΣ

Οι τελευταίοι ξένοι για την «επίλυση» της σύγκρουσης στο Καραμπάχ ήταν οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι. Ακριβώς πριν από 100 χρόνια, το 1920, η 11η στρατιά των Μπολσεβίκων έσπρωξε τις εισβάλλουσες τουρκικές δυνάμεις έξω από τον Καύκασο, συνθλίβοντας τις δύο ανεξάρτητες δημοκρατίες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, και κατέλαβε την αμφισβητούμενη ορεινή περιοχή.

Οι Αρμένιοι κατοικούσαν ως επί το πλείστον στο Καραμπάχ και καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της περιοχής, αλλά το Καραμπάχ είχε επίσης μια πόλη Αζέρων, τη Σούσα, και βρισκόταν εξ ολοκλήρου στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν. Ούτε οι Αρμένιοι ούτε οι Αζέροι μπορούσαν να ζήσουν χωρίς το Καραμπάχ, μια περιοχή με μεγάλη σημασία για κάθε έθνος. Αν αφεθούν μόνες τους, και οι δύο πλευρές καταφεύγουν σε εθνοκάθαρση για να το κρατήσουν. Το 1920, οι Αρμένιοι ήταν ιδιαίτερα απρόθυμοι ακόμα και να σκεφτούν να χάσουν το Καραμπάχ αφού είχαν χάσει ολόκληρη την δυτική Αρμενική πατρίδα τους από την Οθωμανική Τουρκία σε μια γενοκτονική βία πέντε χρόνια πριν.

Ούτε οι Αρμένιοι ούτε οι Αζέροι είχαν σημαντικό λόγο [να εκφράσουν] για την επίλυση της διαφοράς. Τον Ιούλιο του 1921, το «Γραφείο του Καυκάσου» των Μπολσεβίκων, υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν, αποφάσισε ότι μια νέα επινοημένη περιοχή που ονομάζεται Ναγκόρνο («ορεινό»)-Καραμπάχ θα σχηματιστεί μέσα στο Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν. Ο θύλακας θα έχει σχετική αυτονομία και έναν συντριπτικά αρμενικό πληθυσμό.

Οι ιστορικοί έχουν συζητήσει ασταμάτητα την απόφαση του Στάλιν όλα αυτά τα χρόνια. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια «διαίρει και βασίλευε». Άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού Arsene Saparov [3], διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι η σοβιετική σκέψη ήταν πολύ πιο βραχυπρόθεσμη και οικονομική: οι Μπολσεβίκοι φαντάστηκαν ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν θα ήταν βιώσιμο εάν περιείχε μια νησίδα εδάφους που ελέγχεται από την γειτονική του Αρμενία. Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν είχε επίσης καλή οδική σύνδεση με την Αρμενία, οπότε η ύπαρξή του στο Αζερμπαϊτζάν είχε καλή εμπορική λογική. Σε κάθε περίπτωση, ως ευσεβείς μαρξιστές, οι Μπολσεβίκοι ίσως πίστευαν πραγματικά ότι μέσα σε μια γενιά, τόσο οι Αρμένιοι όσο και οι Αζέροι θα απέρριπταν τις εθνικές τους ταυτότητες και θα γίνονταν καλοί σοσιαλιστές.

Υπό την σοβιετική κυριαρχία, η διευθέτηση ως επί το πλείστον λειτούργησε, και οι δύο κοινότητες ζούσαν γενικά ειρηνικά δίπλα-δίπλα, αν και ήταν περισσότερο παράλληλα παρά μαζί, για εξήμισι δεκαετίες. Ο Sergei Shugarian, πρώην αξιωματούχος του Κομμουνιστικού Κόμματος των Αρμενίων, μου είπε ότι οι ελίτ των Αρμενίων και των Αζέρων ταιριάζουν καλά, όπως και οι εργάτες: «[Τα] κάτω-κάτω [κοινωνικά στρώματα] ζούσαν φιλικά, δεν υπήρχαν καθόλου προβλήματα». Όμως, οι εντάσεις συνεχίστηκαν στη μέση [της κοινωνικής κλίμακας], ειδικά μεταξύ των διανοουμένων, οι οποίοι κράτησαν ζωντανές τις φλόγες του εθνικισμού, εξακολουθώντας να τροφοδοτούν τις εθνικές φιλοδοξίες που θα μπορούσαν να εκπληρωθούν μόνο εις βάρος του άλλου.