Μια εξωτερική πολιτική «Πρώτα το Κλίμα» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια εξωτερική πολιτική «Πρώτα το Κλίμα»

Η διπλωματία και η εκτελεστική δράση θα επιτρέψουν στον Μπάιντεν να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή
Περίληψη: 

Αν δεν ελεγχθεί, η κλιματική αλλαγή θα προκαλέσει ανείπωτες βλάβες και δυσκολίες σε ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, θα καταστρέψει οικονομίες και θα απειλήσει την βιωσιμότητα χωρών.

Ο STEVEN HERZ είναι ανώτερος δικηγόρος στη ΜΚΟ Sierra Club.
Ο BRENDAN GUY είναι Επικεφαλής Στρατηγιστής για το Διεθνές Κλίμα στο Natural Resources Defense Council.
Ο JAKE SCHMIDT είναι Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Προγράμματος στο Natural Resources Defense Council.

Ο πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, θα παραδώσει στην επερχόμενη διοίκηση του εκλεγμένου προέδρου, Τζο Μπάιντεν, ένα τρομακτικό σύνολο προκλήσεων εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου της μαζικής πανδημίας COVID-19, της σταθεροποίησης της παγκόσμιας οικονομίας και της διαχείρισης οξυμένων εντάσεων με την Κίνα. Κάθε πρόβλημα θα μπορούσε να είναι το καθοριστικό ζήτημα μιας λιγότερο ταραχώδους και υψηλών στοιχημάτων θητείας. Αλλά από όλες τις παγκόσμιες απειλές που ο Τραμπ έχει παραμελήσει, κακοδιαχειριστεί, ή ενεργά αναφλέξει, η κλιματική κρίση είναι η πιο επικίνδυνη και εκτεταμένη. Αν δεν ελεγχθεί, η κλιματική αλλαγή θα προκαλέσει ανείπωτες βλάβες και δυσκολίες σε ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, θα καταστρέψει οικονομίες και θα απειλήσει την βιωσιμότητα χωρών. Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής θα πέσουν καταρρακτωδώς με βαθείς και απρόβλεπτους τρόπους, επιβαρύνοντας τις ικανότητες των κυβερνήσεων -ακόμη και εκείνων των πλουσιότερων χωρών.

26112020-1.jpg

Ο εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι, στο Γουίλμινγκτον του Ντέλαγουερ, τον Νοέμβριο του 2020. Joshua Roberts / Reuters
-----------------------------------------------------

Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθέτησε μια υπερβολικά εχθρική προσέγγιση ως προς την διεθνή συνεργασία για την αλλαγή του κλίματος, αναστρέφοντας την προστασία του κλίματος εγχωρίως και αποσυρόμενη από την Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, του 2015, η οποία απέσπασε δεσμεύσεις από όλες τις χώρες ότι θα μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αλλά ο υπόλοιπος κόσμος δεν ακολούθησε. Η συμφωνία του Παρισιού διατηρεί ευρεία διεθνή υποστήριξη και πολλές από τις χώρες που είναι πιο υπεύθυνες για την πρόκληση της αλλαγής του κλίματος αρχίζουν να λαμβάνουν πιο συντονισμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και πολλοί άλλοι έχουν δεσμευτεί να επιτύχουν καθαρές μηδενικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου έως το 2050 και η Κίνα -η μεγαλύτερη πομπός διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο- δεσμεύτηκε πρόσφατα να φτάσει στην «ουδετερότητα άνθρακα» (να απορροφά τουλάχιστον τόσο άνθρακα όσο εκπέμπει η χώρα) πριν από το 2060.

Οι χώρες αρχίζουν επίσης να εφαρμόζουν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των μακροπρόθεσμων στόχων. Η ΕΕ αναλαμβάνει δράση για την κλιματική αλλαγή στο επίκεντρο της οικονομικής ανάκαμψης από την [ασθένεια] COVID-19, καθώς και της συνολικής της στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα απαγορεύσει νέα αυτοκίνητα βενζίνης και ντίζελ από το 2030. Και η Κίνα κατασκευάζει εγχώριες υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με πρωτοποριακό ρυθμό. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει μακριά από το να διατηρήσει την κλιματική αλλαγή εντός διαχειρίσιμων ορίων. Όλες οι χώρες πρέπει να κάνουν σημαντικά περισσότερα για να κάμψουν τις αυξανόμενες παγκόσμιες θερμοκρασίες.

Ο Μπάιντεν κατανοεί την σοβαρότητα της κρίσης και δεσμεύθηκε να καθοδηγήσει την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για το κλίμα πίσω στην τροχιά της. Στα τελευταία επιχειρήματα της προεδρικής του εκστρατείας, προειδοποίησε ότι η κλιματική αλλαγή είναι «υπαρξιακή απειλή» [1] και «το νούμερο ένα ζήτημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα». Ο Μπάιντεν συζήτησε την συνεργασία για την κλιματική αλλαγή με σχεδόν όλους τους ηγέτες του κόσμου που του τηλεφώνησαν για να τον συγχαρούν για τη νίκη του. Και διορίζοντας τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, Τζον Κέρι, ως απεσταλμένο σε επίπεδο Υπουργού για το κλίμα, ο Μπάιντεν δήλωσε ότι η αλλαγή του κλίματος θα είναι μια προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής. Αλλά για να μπορέσει ο Μπάιντεν να αντιμετωπίσει ευθέως την κλιματική κρίση ως «το νούμερο ένα ζήτημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα», η κυβέρνησή του θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει ουσιαστικά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν πρέπει να αναβιβάσει την κλιματική αλλαγή στην πρώτη σειρά των διεθνών προτεραιοτήτων και να την αντιμετωπίσει με τον ίδιο επείγοντα χαρακτήρα με άλλες απειλές για τα βασικά εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, όπως η τρομοκρατία και η διάδοση των πυρηνικών.

Όχι μόνο πρέπει οι Ηνωμένες Πολιτείες να ηγηθούν δια του παραδείγματος και να μειώσουν τις δικές τους εκπομπές, αλλά πρέπει να επαναδιαμορφώσουν εκ νέου την δέσμευσή τους με άλλες μεγάλες οικονομίες σχετικά με τα κλιματικά ζητήματα, να δώσουν προτεραιότητα στην ατζέντα του κλίματος στα υψηλότερα διπλωματικά επίπεδα, και να χρησιμοποιήσουν την διπλωματική τους ισχύ για να ενθαρρύνουν μια πιο συντονισμένη δράση για το κλίμα σε όλο τον κόσμο. Πρέπει να συνεργαστούν με συμμάχους και αντιπάλους, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, για την αντιμετώπιση της κρίσης. Και πρέπει να βοηθήσουν τις φτωχές και ευάλωτες χώρες να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Αυτοί οι στόχοι είναι όλοι εφικτοί, αλλά θα απαιτήσουν μια κατακλυσμική αλλαγή στην προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής από οποιασδήποτε προηγούμενης διοίκησης.

ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΙΜΑΤΟΣ

Ακόμα και πριν ο Τραμπ γίνει πρόεδρος, οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν φήμη ως αναξιόπιστος εταίρος στον παγκόσμιο αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Οι πρόεδροι των Δημοκρατικών βοήθησαν στον σχεδιασμό δύο μεγάλων παγκόσμιων συμφώνων για το κλίμα -του Πρωτοκόλλου του Κιότο το 1997 και της συμφωνίας του Παρισιού το 2015- που εγκαταλείφθηκαν αμέσως από τις επόμενες ρεπουμπλικανικές διοικήσεις. Ταυτόχρονα, οι ομοσπονδιακές πολιτικές των ΗΠΑ για το κλίμα έχουν κυμανθεί μεταξύ ανεπαρκούς σταδιακής μεταβολής και απόλυτης άρνησης.