Οι κίνδυνοι της απογοήτευσης από τα εμβόλια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι κίνδυνοι της απογοήτευσης από τα εμβόλια

Μια βιώσιμη ανοσοποίηση είναι καλά νέα, αλλά η πραγματικότητα δεν θα ταιριάζει με τις προσδοκίες επί πολλούς μήνες
Περίληψη: 

Με ελλείψεις που ενδέχεται να παραμείνουν σε μεγάλο μέρος του κόσμου για τουλάχιστον έναν χρόνο και προκλήσεις στην διανομή των εμβολίων που αναμένεται να επιβραδύνουν τις προσπάθειες ανοσοποίησης αρκετά, ο κόσμος θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος ότι η COVID-19 θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ο JOSH MICHAUD είναι αναπληρωτής διευθυντής για την Παγκόσμια Πολιτική Υγείας στο Kaiser Family Foundation και επίκουρος λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Η JEN KATES είναι ανώτερη αντιπρόεδρος και διευθύντρια της Παγκόσμιας Πολιτικής Υγείας και HIV στο Kaiser Family Foundation και επίκουρη λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Ο Νοέμβριος έφερε μερικές από τις καλύτερες ειδήσεις σχετικά με την πανδημία COVID-19: ισχυρές ενδείξεις ότι θα δράσουν τα νέα εμβόλια κατά του κορωνοϊού που βρίσκονται τώρα υπό ανάπτυξη. Αυτό δεν ήταν ποτέ ένα σίγουρο συμπέρασμα. Αλλά είναι πλέον σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι διαθέσιμα μέσα στους επόμενους μήνες αρκετά διαφορετικά αποτελεσματικά εμβόλια κατά του κορωνοϊού.

03122020-1.jpg

Μια διαδηλώτρια ενάντια στους περιορισμούς για την COVID-19 στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 2020. Jess Hurd /REPORT DIGITAL-REA / Redux
--------------------------------------------------

Ωστόσο, η ανάπτυξη ενός εμβολίου είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά πορεία προς την εξάλειψη της πανδημίας. Ακόμα πιο τρομακτικά καθήκοντα περιμένουν τους υπεύθυνους για την χάραξη πολιτικής και για τους εργαζόμενους στην υγεία αφότου οι φαρμακευτικές εταιρείες στείλουν τις πρώτες δόσεις. Για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος μελλοντικών εστιών, έως και το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού θα πρέπει να είναι άνοσο στον κορωνοϊό -μέσω εμβολιασμού ή μέσω μόλυνσης και ανάκαμψης. Δεδομένου ότι μόνο το 10% [1] του παγκόσμιου πληθυσμού είχε μέχρι σήμερα COVID-19 (με τις περισσότερες μολύνσεις να συγκεντρώνονται σε σχετικά μικρό αριθμό χωρών), αυτό αφήνει έναν εξαιρετικά υψηλό στόχο για τις παγκόσμιες προσπάθειες εμβολιασμού. Η επίτευξη αυτού [του στόχου] θα απαιτήσει έναν εκπληκτικό άθλο παγκόσμιας συνεργασίας, κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολο και να διαρκέσει πολύ περισσότερο από όσο συνειδητοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Μόλις καταστεί σαφές ότι ένα εμβόλιο δεν θα σημαίνει άμεση απελευθέρωση από την κρίση, υπάρχει ο κίνδυνος να εδραιωθεί λαϊκή απογοήτευση, βαθαίνοντας τον έρποντα σκεπτικισμό για τα εμβόλια σε μέρη του κόσμου και προσθέτοντας στην ήδη τρομερή πρόκληση της ανοσοποίησης περισσότερου από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι κυβερνήσεις πρέπει επομένως να προστατευθούν από τις λαϊκές απογοητεύσεις, επικοινωνώντας με σαφήνεια και μετριάζοντας τις προσδοκίες -ενώ θα προωθούν δυναμικά τις εκστρατείες ανοσοποίησης για να σώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές.

ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΕΜΒΟΛΙΩΝ

Αρκετά εμβόλια ενδέχεται να βρίσκονται στο μεταίχμιο της έγκρισης, αλλά θα περάσει τουλάχιστον ένα έτος έως ότου γίνουν ευρέως διαθέσιμα σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Οι χώρες με υψηλό εισόδημα έχουν ήδη δεσμεύσει τα πρώτα εννέα δισεκατομμύρια δόσεις [2] των κορυφαίων υποψηφίων εμβολίων μέσω άμεσων διμερών συμφωνιών με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η εκπλήρωση αυτών των παραγγελιών θα καταναλώσει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας ικανότητας παραγωγής εμβολίων για τους επόμενους 12 μήνες και πιθανώς περισσότερο. Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το 80% των δόσεων εμβολίου που αναμένεται να παράγουν το 2021 η Pfizer και η BioNTech έχουν ήδη δεσμευτεί, όπως και το 100% των δόσεων που αναμένεται να παράγει η Moderna.

Οι πλούσιες χώρες δεν έχουν απλώς προχωρήσει για να εξασφαλίσουν προνομιακή πρόσβαση για τους πληθυσμούς τους. Πολλές από αυτές έχουν αντισταθμίσει το ρίσκο τους συγκεντρώνοντας προμήθειες πολλαπλών υποψηφίων εμβολίων. Η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δεσμεύσει αρκετές δόσεις για να εμβολιάσουν ολόκληρο τον πληθυσμό τους αρκετές φορές [3]. Είναι πιθανό αυτές οι χώρες να αποφασίσουν τελικά να παραιτηθούν από τις υπερβάλλουσες δόσεις τους ή να τις δωρίσουν, αλλά οι περισσότερες θα περιμένουν να το κάνουν μέχρι να εμβολιαστούν οι ίδιοι οι πληθυσμοί τους.

Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος θα βρεθούν στο τέλος της ουράς, αναγκασμένες να βασιστούν για τα εμβόλια τους σε μηχανισμούς που χρηματοδοτούνται από δωρητές. Ο πιο υποσχόμενος τέτοιος μηχανισμός είναι η COVAX, μια πολυμερής πρωτοβουλία με επικεφαλής τις πρωτοβουλίες Coalition for Epidemic Preparedness, Gavi Alliance, και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, που στοχεύει στην διασφάλιση της δίκαιης παγκόσμιας πρόσβασης στα εμβόλια του κορωνοϊού. Με εξαίρεση την Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αμφότερες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, σχεδόν κάθε ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο έχει εγγραφεί στην COVAX για να υποστηρίξει τις προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίων, και πολλές έχουν επίσης συμφωνήσει να βοηθήσουν στην χρηματοδότηση της διανομής εμβολίων σε 92 χώρες χαμηλού εισοδήματος, μόλις αυτά εγκριθούν. Ωστόσο, η COVAX εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα κενό χρηματοδότησης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, και με τόσο μεγάλο μέρος της μελλοντικής παγκόσμιας προσφοράς εμβολίων και παραγωγικής ικανότητας να έχει ήδη μονοπωληθεί από τις πλούσιες χώρες, υπάρχουν όρια στο πόσα μπορεί να κάνει η πρωτοβουλία. Ακόμα κι αν ο εκλεγμένος πρόεδρος, Joe Biden, αποφασίσει να αντιστρέψει την θέση του προκατόχου του και να δώσει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στην COVAX, το καλύτερο σενάριο θα έβλεπε μόνο το 20% του πληθυσμού σε χώρες χαμηλού εισοδήματος να έχει πρόσβαση σε εμβόλια μέχρι το τέλος του 2021.