Μπορεί η Αμερική να προστατεύσει τους συμμάχους της; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μπορεί η Αμερική να προστατεύσει τους συμμάχους της;

Πώς να κάνει την αποτροπή να λειτουργήσει*

Με τον Τραμπ ή χωρίς τον Τραμπ, τα σύγχρονα προβλήματα ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορούν να επιλυθούν μόνο με την παραδοσιακή στρατιωτική αποτροπή. Η Ουάσιγκτον πρέπει να δεσμεύσει τον εαυτό της στο να διαβεβαιώσει τους συμμάχους της ότι είναι πρόθυμη και ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις Συνθήκες. Αλλά ακόμα πιο σημαντικό, πρέπει να αρχίσει να διευρύνει την προσέγγισή της στην αποτροπή, υπό το πρίσμα της μεταβαλλόμενης φύσης της απειλής που θέτουν ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία. Πάνω απ' όλα, οι φορείς χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν στρατηγικές που να συνδυάζουν στρατιωτικά στοιχεία με οικονομικές κυρώσεις και άλλες μορφές μη στρατιωτικής τιμωρίας. Μια τέτοια στρατηγική θα μείωνε τον κίνδυνο ενός καταστρεπτικού πολέμου, πείθοντας τους αντιπάλους ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πρόθυμες να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, ακόμα και σε μια εποχή κατά την οποία η Κίνα και η Ρωσία όχι μόνο κραδαίνουν ισχυρότερα όπλα αλλά και δείχνουν αυξημένη προθυμία να τα χρησιμοποιήσουν.

07122020-2.jpg

Κινεζικά και ιαπωνικά πλοία κοντά στα νησιά Diaoyu / Senkaku, τον Απρίλιο του 2013. Kyodo / Reuters
------------------------------------------------------

ΦΙΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ

Από ορισμένες απόψεις, το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τώρα προβλήματα στο να διαβεβαιώνουν τους συμμάχους τους δεν πρέπει να αποτελεί μεγάλη έκπληξη. Η διαβεβαίωση είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Πράγματι, σε έναν κόσμο Βεστφαλιακών εθνών-κρατών, είναι απολύτως αφύσικη. Το να πείσεις μια χώρα να εξαρτάται από μια άλλη για την ασφάλειά της και ίσως ακόμη και για την επιβίωσή της αντιβαίνει το ένστικτο, την κοινή λογική και το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Αν και η ρητορική του Trump είναι συχνά ασύνετη, μπορεί απλά να καταστήσει ξεκάθαρο αυτό που πολλοί έχουν ήδη υποψιαστεί για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η διαβεβαίωση είναι επίσης δύσκολη διότι οι υποσχέσεις για την προστασία των συμμάχων δεν πρέπει να είναι άνευ όρων. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν πρέπει να αισθάνονται ότι μπορούν να είναι απερίσκεπτοι, ασφαλείς μέσα στην επίγνωση ότι η Ουάσιγκτον θα τους διασώσει αν έρθουν σε δύσκολη θέση. Στην δεκαετία του 1960, η Νότια Κορέα ανέπτυξε σχέδια για λεγόμενα χτυπήματα αποκεφαλισμού (decapitation strikes) για να σκοτώσει την ηγεσία της Βόρειας Κορέας˙ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν να μειώσουν τις επιθετικές τάσεις της συμμάχου τους. Και το 1965, το Πακιστάν επιτέθηκε στην Ινδία με την πεποίθηση ότι προστατευόταν από τις εγγυήσεις ασφάλειας των ΗΠΑ. Ορισμένοι φοβούνται ότι η Σαουδική Αραβία [8] θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι παρόμοιο σήμερα με το Ιράν. Όπως τόνισε ο Τραμπ στις επικρίσεις του σχετικά με τις στρατιωτικές δαπάνες των μελών του ΝΑΤΟ, η άνευ όρων διαβεβαίωση μπορεί να ενθαρρύνει τον παρασιτισμό των συμμάχων, οι οποίοι μπορεί να υποθέσουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλαμβάνουν πάντοτε τον λογαριασμό της συλλογικής άμυνας.

Τόσο η αποτροπή όσο και η διαβεβαίωση (reassurance) απαιτούν σαφήνεια των μηνυμάτων σχετικά με το πότε και το πώς θα στηρίξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες τους συμμάχους τους. Δεδομένης της ασυνέπειας του Trump και της τάσης του για ρητορικούς ακροβατισμούς, μερικές από τις μεγαλύτερες πηγές ανησυχίας σήμερα προέρχονται από την Ουάσινγκτον. Ο Τραμπ περίμενε μέχρι τον Ιούνιο του 2017 -σχεδόν έξι μήνες από την αρχή της προεδρίας του- για να επιβεβαιώσει την δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην υπόσχεση της κοινής άμυνας στο ΝΑΤΟ. Έχει αμφισβητήσει το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βοηθήσουν έναν σύμμαχο που δεν κατάφερε να εκπληρώσει την δέσμευσή του να δαπανήσει τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ του για την άμυνα. Σύμφωνα με ανώνυμους βοηθούς [9] που αναφέρονται στην [εφημερίδα] The New York Times, ο Trump έχει δηλώσει ιδιωτικά ότι δεν βλέπει το νόημα του ΝΑΤΟ και θα ήθελε να αποσυρθεί από αυτό. (Τον Ιούνιο επέκρινε επίσης την συνθήκη αμοιβαίας ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ιαπωνία ως «άδικη»). Νωρίτερα, στην πορεία της προεκλογικής εκστρατείας, σκέφθηκε ότι ίσως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα να έχουν τα δικά τους πυρηνικά όπλα αντί να εξαρτώνται από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Με κάποιο τρόπο, μέχρι σήμερα, τα λόγια του Trump φαίνεται να έχουν κάνει ελάχιστες μόνιμες ζημιές. Μια δημοσκόπηση το 2018 από την Pew [10] βρήκε αυξανόμενες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Αμερικανών ως συμμάχων (μόνο το 10% των Γερμανών και το 9% των Γάλλων που ρωτήθηκαν εξέφρασαν εμπιστοσύνη ότι ο Trump «θα κάνει το σωστό για τις παγκόσμιες υποθέσεις»). Ωστόσο η ίδια δημοσκόπηση έδειξε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων εξακολουθούσε να προτιμά τις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι της Κίνας ως την κορυφαία δύναμη στον κόσμο. Η παγκόσμια τάξη που κατευθύνεται από τις ΗΠΑ δεν φαίνεται να καταρρέει. Κανένας σύμμαχος δεν έχει παραιτηθεί από την Συνθήκη περί Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων ή απειλεί να το πράξει. Πράγματι, κανένας σύμμαχος δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε σημαντική στρατιωτική συσσώρευση. Το ΝΑΤΟ έχει βελτιώσει μετριοπαθώς την κατανομή των στρατιωτικών βαρών από το 2014, αλλά οι περισσότεροι από τους εταίρους ασφαλείας των ΗΠΑ εξακολουθούν να ξοδεύουν ένα ιστορικά μέτριο 1% έως 2% του ΑΕΠ τους στον στρατό τους, πολύ λιγότερο από όσο κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ, αλλά δεν έχουν κάνει βήματα, όπως η ενίσχυση των συνόρων τους, που θα περίμενε κάποιος εάν απειλούνταν πραγματικά από μια ρωσική εισβολή. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ μπορεί να είναι νευρικοί, αλλά δεν φαίνονται να πανικοβάλλονται ή να αλλάζουν ριζικά τις δικές τους στρατηγικές εθνικής ασφάλειας.