Η πρόκληση της Κίνας μπορεί να βοηθήσει την Αμερική να αποτρέψει την παρακμή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πρόκληση της Κίνας μπορεί να βοηθήσει την Αμερική να αποτρέψει την παρακμή

Γιατί ο ανταγωνισμός θα μπορούσε να αποδείξει ότι οι «παρακμιστές» κάνουν λάθος

Ο παρακμισμός κορυφώθηκε σε ένα μακρόχρονο, τρίτο κύμα στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν κοινωνικές αναταραχές και πολιτικές δολοφονίες˙ την κατάρρευση του Bretton Woods και την άφιξη του στασιμοπληθωρισμού˙ τη μομφή κατά του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον και την πτώση της Σαϊγκόν -όλα απέναντι σε ένα σκηνικό σοβιετικής προόδου. Αλλά τελικά ακόμη και αυτές οι εξελίξεις έφεραν προσαρμογή και ανανέωση. Η κοινωνική αναταραχή προώθησε τις μεταρρυθμίσεις των πολιτικών δικαιωμάτων, η μομφή επιβεβαίωσε το κράτος δικαίου, η κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς έφερε τελικά την κυριαρχία του δολαρίου, η ήττα στο Βιετνάμ τερμάτισε την [υποχρεωτική] στρατολόγηση, και η εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν επιτάχυνε την κατάρρευσή της.

Αλλά ο παρακμισμός των ΗΠΑ δεν είχε υποχωρήσει για τα καλά. Ένα τέταρτο κύμα που χαρακτηρίζεται από βιομηχανική διάβρωση, εμπορικά ελλείμματα, και αυξανόμενη ανισότητα έπληξε τους Αμερικανούς ηγέτες στην δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ώθησε τον γερουσιαστή της Μασαχουσέτης, Πολ Τσόνγκας, να δηλώσει ότι «ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε και η Ιαπωνία και η Γερμανία κέρδισαν». Ωστόσο, παρά τις πιέσεις αυτές, οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποίησαν επιτυχώς την επανάσταση της τεχνολογίας των πληροφοριών. Λιγότερο από μια δεκαετία μετά το σχόλιο του Τσόνγκα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγγέλλονταν ως ασυναγώνιστη υπερδύναμη.

Ο ΝΕΟΣ ΠΑΡΑΚΜΙΣΜΟΣ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται τώρα στο πέμπτο κύμα παρακμισμού -αυτό που ξεκίνησε με την παγκόσμια οικονομική κρίση το 2008 και επιταχύνθηκε μέσω της ριζοσπαστικής προεδρίας του Trump. Η αμερικανική παρακμή είναι «εμφανέστατη», παρατηρεί [2] ο αρθρογράφος του Bloomberg, Noah Smith, υποστηρίζοντας ότι εν τη ελλείψει εγχώριας μεταρρύθμισης, «οι ΗΠΑ θα μοιάζουν με ένα αναπτυσσόμενο έθνος σε λίγες δεκαετίες». Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μια «αποβιομηχανοποιημένη, αγγλόφωνη εκδοχή μιας λατινοαμερικανικής δημοκρατίας», προειδοποιεί [3] ο καθηγητής Michael Lind του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν, με μια οικονομία που βασίζεται σε «προϊόντα, ακίνητα, τουρισμό, και ίσως διακρατική φοροδιαφυγή», καθώς η Κίνα ξεφεύγει με τις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας της χώρας και περιορίζει την παγκόσμια ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εκείνοι που προβλέπουν συνεχιζόμενη παρακμή των ΗΠΑ καταδεικνύουν δυνάμεις -όπως η ανισότητα, η πόλωση, η παραπληροφόρηση και η αποβιομηχανοποίηση- που είναι πραγματικές και τρομερές, αλλά και παγκόσμιας φύσης και όχι μοναδικά αμερικανικές. Ταυτόχρονα, παραβλέπουν τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ έναντι της Κίνας, η οποία έχει έναν γηράσκοντα πληθυσμό, επιβραδυνόμενη ανάπτυξη, και ένα νόμισμα που απέχει πολύ από το να ανταγωνιστεί το δολάριο. Καθ' όλη την τεσσάρων δεκαετιών άνοδο της Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες [4] διατηρούν σταθερά το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ίσως επίσης να υποτιμούν την ισχύ της ελκυστικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική ανοικτότητα προσελκύει τους συμμάχους που υποστηρίζουν την παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη, τους μετανάστες που τροφοδοτούν την αμερικανική ανάπτυξη, και το κεφάλαιο που διατηρεί την κυριαρχία του δολαρίου. Η ήπια ισχύς των ΗΠΑ εκρέει από την ανοιχτή κοινωνία και το πολιτικό δόγμα της χώρας, όχι από το κράτος. Οι διαμαρτυρίες που ακολούθησαν την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ το περασμένο καλοκαίρι αντανακλούσαν έναν λαϊκό αγώνα για την υλοποίηση των ιδρυτικών αξιών των Ηνωμένων Πολιτειών -αξίες των οποίων η ελκυστικότητα ήταν τόσο καθολική που ο αγώνας για αυτές γοητεύει το παγκόσμιο κοινό και ενέπνευσε πορείες στο εξωτερικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσελκύουν περισσότερη κριτική από άλλες μεγάλες δυνάμεις «ακριβώς επειδή στέκονται σε υψηλότερο επίπεδο», υποστηρίζει [5] ο δημοσιογράφος Dele Olojode που εδρεύει στη Νότια Αφρική. «Κανείς δεν τοποθετεί την Κίνα σε αυτό το είδος επιπέδου».

Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ δεν αρκούν από μόνα τους για να αποτρέψουν την παρακμή της χώρας. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακμάσουν, η βασική αιτία θα είναι πολιτική και επομένως θέμα επιλογής. Η οικονομική ανισότητα, το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, οι αλγόριθμοι των social media, και οι χωρίς περιορισμούς συνεισφορές σε [προεκλογικές] εκστρατείας έχουν εντείνει τον εγχώριο διχασμό, ο οποίος με την σειρά του εμπόδισε το Κογκρέσο για περισσότερο από μια δεκαετία. Ένα σύστημα ιστορικά συνενωμένο περισσότερο από κανόνες παρά από νόμους απλώς ξεπέρασε τις εκλογές [6] που θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει με πολιτική βία και τη μεγαλύτερη συνταγματική κρίση μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Μπορεί το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ να συνεχίσει να συγκαλεί τον κοινό σκοπό που απαιτείται για την αντιμετώπιση των δεινών της χώρας;

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Πολλοί πιστεύουν ότι μπορεί, συμπεριλαμβανομένου του εκλεγμένου προέδρου Μπάιντεν, ο οποίος δεν αποδέχεται την πρόταση της αμερικανικής παρακμής. «Τόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν στοιχηματίσει στον θάνατό μας που με κάνει να τρελαίνομαι», είπε [7] πριν από δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση. Ενώ μια πρώτη θητεία Μπάιντεν ίσως να αντιμετωπίσει το είδος της κομματικής παρακώλυσης που ήταν συνήθης κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης Ομπάμα, εμποδίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να ενεργήσουν για να αντιστρέψουν την παρακμή, αυτό δεν είναι απαραίτητο να συμβεί. Κάτω από την συνηθισμένη κομματική έχθρα, και τα δύο κόμματα έχουν αποσύρει κάποιες παλιές ορθόδοξες απόψεις τους και αναγνώρισαν την ανάγκη για επανεφεύρεση. Μερικές φορές, έχουν συγκλίνει ακόμη και σε νέες προτεραιότητες και μετασχηματιστικές ιδέες -ιδίως όσον αφορά την βιομηχανική πολιτική, τις σχέσεις κράτους-αγοράς, την έρευνα και ανάπτυξη, και την εμπορική πολιτική.