Η ευκαιρία του Μπάιντεν στην Λατινική Αμερική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ευκαιρία του Μπάιντεν στην Λατινική Αμερική

Γιατί το δυτικό ημισφαίριο είναι πιο σημαντικό από ποτέ
Περίληψη: 

Στην Λατινική Αμερική, όπου οι απόψεις των Ηνωμένων Πολιτειών βούλιαξαν υπό τον Τραμπ, ο Μπάιντεν μπορεί να ισχυριστεί αξιόπιστα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την εγγύτητά τους με την περιοχή ως λόγο για να επενδύσουν σε μια κοινή επιτυχία, όχι για να κατασκευάσουν ένα ακριβό συνοριακό τείχος.

Ο MICHAEL J. CAMILLERI είναι διευθυντής του προγράμματος Κράτους Δικαίου Peter D. Bell στο Inter-American Dialogue. Υπηρέτησε στην διοίκηση Ομπάμα από το 2012 έως το 2017 ως Σύμβουλος για το Δυτικό Ημισφαίριο στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.

Για οκτώ χρόνια ως αντιπρόεδρος, ο Joe Biden υπηρέτησε ως ο κύριος απεσταλμένος των Ηνωμένων Πολιτειών στην Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Πήγε συνολικά 16 ταξίδια στην περιοχή, το τελευταίο από τα οποία -στην πόλη της Καρταχένα της Κολομβίας τον Δεκέμβριο του 2016- ήταν ένας γύρος της νίκης: ο Μπάιντεν συνεχάρη τον πρόεδρο της Κολομβίας, Juan Manuel Santos, για την δύσκολα κερδισμένη ειρηνευτική συμφωνία της κυβέρνησής του με την μαρξιστική-λενινιστική εξέγερση γνωστή ως FARC, ή αλλιώς Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας.

29122020-1.jpg

Ο Biden στην Bogota, στην Κολομβία, τον Μάιο του 2013. Xinhua / eyevine / Redux
-----------------------------------------------------------------

Στην Καρταχένα, ο Μπάιντεν θα ήταν δικαιολογημένος να αισθάνεται γεμάτος ελπίδες [1] για το μέλλον της περιοχής. Η ειρηνευτική συμφωνία της Κολομβίας είχε τερματίσει την πλέον μακροχρόνια εξέγερση στο ημισφαίριο, και ένα ιστορικό άνοιγμα των ΗΠΑ στην Κούβα τερμάτισε τον Ψυχρό Πόλεμο στην Λατινική Αμερική και έθεσε σε αστάθεια το παγιωμένο κουβανικό καθεστώς. Ακόμα και στο Βόρειο Τρίγωνο της Κεντρικής Αμερικής, την πηγή μιας μεταναστευτικής κρίσης το 2014, ο Μπάιντεν είχε καταφέρει να εφαρμόσει μια πολλά υποσχόμενη στρατηγική [2] για την αντιμετώπιση της βίας, της φτώχειας και των αποτυχημένων θεσμών που έκαναν τους ανθρώπους να φεύγουν.

Αλλά υπήρχαν ήδη σημάδια προβλημάτων στον ορίζοντα. Οι οικονομίες της Λατινικής Αμερικής ήταν στάσιμες. Η ικανοποίηση για την δημοκρατία μειωνόταν. Στην συνάντησή του [3] με τον Σάντος, ο Μπάιντεν εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την πολιτική πόλωση γύρω από την ειρηνευτική συμφωνία και την αναζωπύρωση της διακίνησης ναρκωτικών. Μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς θα ταρακουνούσαν σύντομα την περιοχή, ενισχύοντας την δημόσια αγανάκτηση. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών φαινομενικά διεύρυνε τα όρια των πολιτικών πιθανοτήτων. Και σύντομα, η Λατινική Αμερική γνώρισε την δική της θέρμη κατά του κατεστημένου [4], με τους εθνικιστές λαϊκιστές να μπαίνουν σαρωτικά στην εξουσία στην Βραζιλία και το Μεξικό το 2018. Το επόμενο έτος εμφανίστηκαν τεράστια κύματα κοινωνικής διαμαρτυρίας ακόμη και σε χώρες που φαίνονταν συγκριτικά σταθερές, όπως η Χιλή, η Κολομβία και το Περού.

Στην συνέχεια, χτύπησε η πανδημία. Για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής με αναιμική ανάπτυξη, βαθιές ανισότητες, και αδύναμα κοινωνικά συμβόλαια, ο νέος κορωνοϊός κατάφερε ένα σκληρό πλήγμα [5]. Η περιοχή βρίσκεται πλέον σε τροχιά για μια πιο έντονη οικονομική συρρίκνωση από οποιαδήποτε άλλη εκτός της ευρωζώνης. Η απώλεια θέσεων εργασίας και η πείνα αυξάνονται. Μπορεί να χαθούν δύο δεκαετίες προόδου ενάντια στην φτώχεια. Εάν η ιστορία αποτελεί κάποιον οδηγό, η πολιτική αναταραχή, η λαϊκή κινητοποίηση, και η πιθανότητα δημοκρατικής οπισθοδρόμησης θα συνοδεύσουν πιθανώς το οικονομικό hangover από την πανδημία.

Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάιντεν θα φέρει στο δικό του Οβάλ Γραφείο μια μεγαλύτερη γνώση των σχέσεων για το ημισφαίριο από οποιονδήποτε άλλον από τους πρόσφατους προκατόχους του. Αλλά θα αντιμετωπίσει επίσης μια Λατινική Αμερική που πλήττεται από πολιτικές, οικονομικές και υγειονομικές κρίσεις -και από την κληρονομιά της σποραδικής και πολιτικά καθοδηγούμενης εμπλοκής της κυβέρνησης Τραμπ. Η διοίκηση του Μπάιντεν θα πρέπει να αναμένει το απροσδόκητο και να σχεδιάζει για πολλαπλές απρόβλεπτες καταστάσεις, είτε πρόκειται για αυξήσεις της μετανάστευσης, φυσικές καταστροφές, είτε συνταγματικές κρίσεις. Ταυτόχρονα, έχει την ευκαιρία να θέσει τα θεμέλια για ένα νέο όραμα για το ημισφαίριο που να αναγνωρίζει και να αξιοποιεί την στρατηγική σημασία της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής.

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ

Πολλοί Λατινοαμερικανοί χαιρέτισαν την εκλογή του Μπάιντεν ως μια ανακούφιση [6] από τις προσβολές, τον εκφοβισμό και την τάση της κυβέρνησης Τραμπ να βλέπει την περιοχή μέσω του πρίσματος της εκλογικής πολιτικής. Ο Μπάιντεν επέκρινε [7] τον Τραμπ ότι παραιτήθηκε από την ηγεσία των ΗΠΑ στην περιοχή και έκανε έκκληση για επιστροφή στην κοινή ευθύνη, τον σεβασμό, και την συνεργασία. Η απόρριψη της φιλοσοφίας «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ από τον εκλεγμένο πρόεδρο [8] και η δέσμευσή του να αναζωογονήσει το πολυμερές σύστημα θα αντηχήσει δυνατά στην περιοχή. Το ισχυρό ιστορικό του Μπάιντεν [9] στην Λατινική Αμερική και την Καραϊβική -και το απλό γεγονός ότι δεν είναι ο Ντόναλντ Τραμπ- θα τον εξυπηρετήσει καλά στην προσπάθεια αποκατάστασης της ηγεσίας των ΗΠΑ στο ημισφαίριο, όπως θα κάνει και η εκφρασμένη ταπεινοφροσύνη του [10] υπό διορισμό υπουργού Εξωτερικών, Antony Blinken.

Ωστόσο, δεν θα ανακουφιστούν όλοι στην Λατινική Αμερική όταν δουν τον Τραμπ να φεύγει. Αρκετές κυβερνήσεις στην περιοχή έφθασαν να εκτιμήσουν την στενά συναλλακτική συμπεριφορά της διοίκησής του και την μη παρεμβατική προσέγγισή της σε ζητήματα όπως το κράτος δικαίου και το περιβάλλον. Ανάμεσά τους δεν ήταν μόνο ο ιδεολογικός ομόκλινος του Τραμπ, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Jair Bolsonaro, αλλά και ο αριστεριστής ηγέτης του Μεξικού, Andrés Manuel López Obrador –αμφότεροι οι οποίοι έσερναν τα πόδια τους για εβδομάδες πριν αναγνωρίσουν τη νίκη του Μπάιντεν. Οι ανησυχίες αυτών των ηγετών [11] δεν είναι δύσκολο να εξηγηθούν. Ο Μπάιντεν έχει δεσμευτεί [12] για μια εξωτερική πολιτική με αμερικανικές αξίες όπως η υπεράσπιση της δημοκρατίας, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η αντιμετώπιση της «υπαρξιακής απειλής» ενός πλανήτη που θερμαίνεται. Αν και πολλοί Λατινοαμερικανοί αγκαλιάζουν αυτήν την ατζέντα, πολλοί από τους ηγέτες τους δεν το κάνουν.