Ο ρόλος του Ισραήλ στην ασφάλεια της Αν. Μεσογείου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο ρόλος του Ισραήλ στην ασφάλεια της Αν. Μεσογείου

Ο αγωγός EastMed και η συνεργασία με την Ελλάδα σε όλους τους τομείς*
Περίληψη: 

Μια στενή και προπαντός βιώσιμη και μακρόχρονη συνεργασία μεταξύ Ελλάδος και Ισραήλ που μπορεί να καταλήξει σε συμμαχία, απαιτεί την ικανοποίηση αμφοτέρων των μερών. Στις διεθνείς σχέσεις επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας. Αυτού του είδους η προσέγγιση πρέπει να γίνει δίχως επιφυλάξεις και με μόνο γνώμονα τα κοινά εθνικά συμφέροντα.

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΣ είναι Δικηγόρος, Επισκ. Καθηγητής στο Δίκαιο Ενέργειας και το Διασυνοριακό Εμπόριο Ενέργειας στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος, στο Δίκαιο Υδρογονανθράκων στο Πανεπιστήμιο του Exeter, καθώς και πρώην Αντιπρόεδρος της ΡΑΕ.

Η παρατεταμένη προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα την πρόσφατη συμφωνία της με την Λιβύη για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να επεκτείνει την σφαίρα επιρροής της στην Μεσόγειο και ανεξαρτήτως της νομιμότητας της συμφωνίας αυτής, θέτει εκ των πραγμάτων το ζήτημα των ουσιαστικών συμμαχιών της Ελλάδος με άλλες χώρες του μεσογειακού χώρου.

30122020-1.jpg

Ο Κύπριος πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, σε κοινή συνέντευξη Τύπου μετά την υπογραφή συμφωνίας για την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού EastMed για μεταφορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο στην Ευρώπη, στο Ζάππειο Μέγαρο, στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2020. REUTERS/Alkis Konstantinidis
---------------------------------------------------------------

Προφανώς, είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι η χώρα μας έχει συνάψει συμφωνίες με την Αίγυπτο, τη μεγαλύτερη χώρα του αραβικού κόσμου, ωστόσο η σημαντικότερη συνεργασία είναι αυτή με το κράτος του Ισραήλ. Οι σχέσεις της Ελλάδος με το Ισραήλ πέρασαν αδικαιολόγητα στο παρελθόν μέσα από δύσκολες καταστάσεις, κυρίως με ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων. Το Ισραήλ είναι το μόνο δημοκρατικό κράτος στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, με Δυτικό προσανατολισμό, ενώ περιβάλλεται από αραβικές χώρες που στο παρελθόν ήταν απόλυτα εχθρικές, ενώ σήμερα τα πράγματα έχουν σημαντικά μεταβληθεί, αφού με πολύ λίγες εξαιρέσεις, το Ισραήλ έχει αποκατεστημένες σχέσεις με τους Άραβες ή μη γείτονές του.

H κακή αξιολόγηση των σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών στην δεκαετία του ’80, όταν η τότε ελληνική κυβέρνηση έθεσε ως στόχο της εξωτερικής πολιτικής της την ευνοϊκή μεταχείριση του Παλαιστινιακού και του εν γένει αραβικού παράγοντα σε σχέση με το Ισραήλ, υπήρξε αρνητικός παράγοντας για την περαιτέρω προαγωγή των σχέσεων των δυο χωρών. Η μετέπειτα ιστορία απέδειξε την μη ορθή εκτίμηση της τόσο στενής προσέγγισης Παπανδρέου-Αραφάτ ή Καντάφι, αφού ο αραβικός κόσμος ήταν απολύτως επιφυλακτικός να στηρίξει τα εθνικά μας θέματα σε διεθνείς οργανισμούς και ιδίως το Κυπριακό, ενώ με την πάροδο του χρόνου το Ισραήλ απέκτησε διπλωματικές σχέσεις με όλα σχεδόν τα κράτη του αραβικού κόσμου. Να σημειωθεί ότι η μονομερής εξωτερική προσέγγιση της τότε ελληνικής κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη ενός κλίματος ιδιότυπου αντισημιτισμού σε κάποια στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης επισκέφθηκε το Ισραήλ και εγκαινίασε μια νέα εποχή στις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών [1]. Η ανάπτυξη των σχέσεων ήλθε, κατ’ αρχάς, με την προώθηση των οικονομικών ανταλλαγών και συνεχίστηκε με την συνεργασία και σε άλλους τομείς. Σήμερα όλο και περισσότεροι Ισραηλινοί επισκέπτονται την χώρα μας, αποτελώντας μια υπολογίσιμη τουριστική δύναμη.

Το Ισραήλ έχει την πιο δυναμική οικονομία [2] της Μέσης Ανατολής, με τεράστια τεχνολογία σε όλους τους τομείς˙ ανάπτυξη στην ιατρική, την αγροτική οικονομία, την αμυντική βιομηχανία, την απόκτηση πληροφοριών, ενώ διαθέτει σαφή υπεροπλία στον αέρα και την γη, απέναντι σε όλους τους γείτονές του και όχι μόνον. Επιπρόσθετα, η ισραηλινή κοινωνία είναι εξαιρετικά προσαρμοσμένη στις διαρκείς, σχεδόν μόνιμες, δυσκολίες της καθημερινής ζωής που είναι σε πλήρη συμβατότητα με την πολεμική ετοιμότητα που το Ισραήλ οφείλει να έχει, προκειμένου να διατηρήσει την εθνική του ανεξαρτησία και την εδαφική του ακεραιότητα. Παρά το γεγονός ότι ανήκει σε άλλη ήπειρο, το Ισραήλ έχει στενές σχέσεις με την Ευρώπη, μετέχοντας σε πολλές ευρωπαϊκές διοργανώσεις, αθλητικές, μουσικές κ.α. Βέβαια, δεν είναι μέλος της ΕΕ ούτε του ΝΑΤΟ, αφού προσπαθεί με τις δικές του δυνάμεις να οργανώσει την οικονομία του και την άμυνά του, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Η χώρα μας συμμετέχει στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο ήδη από το 1952, ενώ αποτελεί κράτος-μέλος της ΕΕ και ανήκει στον σκληρό πυρήνα της, την Ευρωζώνη. Και το ερώτημα βρίσκεται συνεχώς στους απασχολούμενους με την ενημέρωση της κοινής γνώμης: είναι αρκετές οι συμμετοχές αυτές, για να διασφαλιστεί η εδαφική μας ακεραιότητα σε περίπτωση μιας έστω και περιορισμένης εμπλοκής της χώρας μας με την Τουρκία;

Μέχρι πρότινος μπορεί οι σχέσεις μας με την Τουρκία να περνούσαν περιόδους μικρής ή μεγάλης έντασης, αλλά θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη, αφού οι δυο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ και ανήκαν στην Δυτική σφαίρα επιρροής. Την περίοδο του «ψυχρού πολέμου», η Δύση θεωρούσε την Τουρκία ως ανάχωμα έναντι της σοβιετικής επιρροής και την «φρόντιζε» ιδιαίτερα. Εννοείται ότι δεν έλειπαν οι οικονομικές ανταλλαγές μεταξύ των δυο πλευρών του Αιγαίου, κυρίως στην περιοχή της Ιωνίας που είναι καθημερινές, ιδίως κατά την θερινή περίοδο.

Μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης τα πράγματα και οι θέσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής άλλαξαν. Οι Τούρκοι πολιτικοί θεώρησαν ότι, διασφαλισμένοι πλέον από τον σοβιετικό κίνδυνο, θα μπορούσαν να αναδείξουν την χώρα τους σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Οι επιφυλάξεις τους, όμως, στους πολέμους του Κόλπου εκνεύρισαν την Δύση και ιδίως τις ΗΠΑ. Ωστόσο, πολιτικοί αναλυτές στις ΗΠΑ θεωρούσαν ακόμα ότι η Τουρκία θα μπορούσε να γίνει μια περιφερειακή οικονομική υπερδύναμη [3]. Οι κατευθυνόμενες και στρατευμένες αυτές αναλύσεις και προβλέψεις, τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν, αφού η τουρκική οικονομία παραπαίει και το νόμισμα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, με τους οικονομικούς δείκτες της χώρας στο 2020 να βρίσκονται στο χειρότερο επίπεδο.