Η εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων

Πώς η διοίκηση Τραμπ αναμόρφωσε την αμερικανική στρατηγική*
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγγυηθούν την δική τους ασφάλεια και ευημερία ως μια ελεύθερη κοινωνία μόνο εάν διασφαλίζουν ευνοϊκές ισορροπίες ισχύος εκεί όπου έχουν μεγαλύτερη σημασία και προετοιμάζουν συστηματικά την κοινωνία, την οικονομία και τους συμμάχους τους για έναν παρατεταμένο ανταγωνισμό εναντίον μεγάλων δυνάμεων.

Ο ELBRIDGE A. COLBY είναι διευθυντής στο Marathon Initiative. Υπηρέτησε ως αναπληρωτής βοηθός υπουργός Άμυνας για την Στρατηγική και την Ανάπτυξη Δυνάμεων από το 2017 έως το 2018.
Ο A.WESS MITCHELL είναι σχολάρχης στο Marathon Initiative. Διετέλεσε βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις από το 2017 έως το 2019.

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι, από τις περισσότερες πλευρές, σε αταξία. Οι τίτλοι των ειδήσεων -συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε αυτές τις σελίδες- διακηρύσσουν τον θάνατο της παγκόσμιας ηγεσίας των ΗΠΑ. Διάσημοι αρθρογράφοι στέλνουν τακτικές ανταποκρίσεις από τις πρώτες γραμμές της υποτιθέμενης εκστρατείας του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά της μεταπολεμικής φιλελεύθερης τάξης. Η ζημιά στην θέση της Ουάσιγκτον στον κόσμο, μας λένε, είναι ανεπανόρθωτη.

05012021-1.jpg

Σπουδαίοι και πάλι: ένα πολεμικό παιχνίδι του ΝΑΤΟ στην Λιθουανία, τον Ιούνιο του 2017. Ant Upton / Eyevine / Redux
-------------------------------------------------------

Αλλά αν δει κανείς πίσω από την καθημερινή φασαρία, τότε εμφανίζεται μια διαφορετική εικόνα. Στην πραγματικότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για μια νέα εποχή -μια εποχή που χαρακτηρίζεται όχι από την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των ΗΠΑ, αλλά από μια ανερχόμενη Κίνα και μια εκδικητική Ρωσία, που επιδιώκουν να υπονομεύσουν την ηγεσία των ΗΠΑ και να αναμορφώσουν την παγκόσμια πολιτική υπέρ τους.

Αυτή η μετατόπιση στην εστίαση της Ουάσιγκτον ερχόταν για κάποιο διάστημα. Στοιχεία αυτής προέκυψαν, κυρίως σε αντιδραστική μορφή, υπό τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει ένα σημαντικό βήμα παραπέρα, αναγνωρίζοντας ότι ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων δικαιολογεί την εκ θεμελίων αναδόμηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και βάσισε τα επίσημα έγγραφα της στρατηγικής της σε αυτήν την αναγνώριση. Όταν οι μελλοντικοί ιστορικοί ξανακοιτάξουν τις ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών στις αρχές του 21ου αιώνα, μακράν η πιο επακόλουθη ιστορία θα είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ουάσινγκτον επανεστίασε την προσοχή της στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Κάτω από τους σημερινούς εφήμερους τίτλους των ειδήσεων, αυτή η μετατόπιση και η αναδιάταξη της αμερικανικής στρατιωτικής, οικονομικής και διπλωματικής συμπεριφοράς που συνεπάγεται, θα ξεχωρίζει -και πιθανότατα θα καθοδηγήσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υπό τους προέδρους από οποιοδήποτε από τα δυο κόμματα για πολύ καιρό.

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ

Εδώ και χρόνια, οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι αναλυτές διαφωνούν για το τι σημαίνει για τα συμφέροντα των ΗΠΑ η άνοδος της Κίνας και η αναβίωση της Ρωσίας. Από την εισαγωγή τους στις πιο πρόσφατες Στρατηγικές Εθνικής Ασφάλειας και Εθνικής Άμυνας, οι λέξεις «ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων» κυκλοφόρησαν αρκετά ευρέως για να γίνουν μια φανταχτερή ρήση. Αλλά μέχρι τώρα, η φύση της πρόκλησης, ως εμπειρικό γεγονός, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη: οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα αντιμετωπίζουν αντιπάλους ισχυρότερους και πολύ πιο φιλόδοξους από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην πρόσφατη ιστορία. Η Κίνα -που αναζητά την ηγεμονία στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού και την παγκόσμια υπεροχή μετά από αυτό- είναι πιθανό να γίνει ο πιο ισχυρός αντίπαλος που αντιμετώπισαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες στην ιστορία τους. Η Ρωσία μπορεί να μην είναι ανταγωνιστής, αλλά έχει αποδειχθεί ικανή να προβάλει ισχύ με τρόπους που λίγοι ανέμεναν στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, σκοπεύει να αναστήσει την ανοδική της πορεία σε περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης που κάποτε ενέπιπταν στην σφαίρα επιρροής της και ελπίζει να επιταχύνει το τέλος της Δυτικής υπεροχής στον κόσμο γενικά. Το αποδιοργανωτικό δυναμικό της εν μέρει έγκειται στην ικανότητά της, μέσω ιδιοτελών κινήσεων, να προκαλεί συστημικές κρίσεις που θα ωφελήσουν την κινεζική δύναμη μακροπρόθεσμα.

Μέχρι πρόσφατα, η Ουάσιγκτον δεν είχε σκεφτεί πολύ το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις. Ήταν τέτοια η έκταση της οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών που, για μια ολόκληρη γενιά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ούτε οι διοικήσεις των Δημοκρατικών ούτε των Ρεπουμπλικανών δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τους την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν έναν άλλο ανταγωνιστή. Οι αντιπαλότητες μεγάλων δυνάμεων ήταν, εκείνες τις μεθυστικές μέρες, ένα πράγμα από το παρελθόν˙ η ίδια η γλώσσα της γεωπολιτικής ήταν ένας αναχρονισμός. Αντίθετα, οι άλλες μεγάλες δυνάμεις ήταν εταίροι εν αναμονή στον αγώνα για την αντιμετώπιση προβλημάτων των «παγκόσμιων κοινών», από την διάδοση των πυρηνικών έως την τρομοκρατία και μέχρι την κλιματική αλλαγή.

Οι ενέργειες της Κίνας και της Ρωσίας διέψευσαν σιγά-σιγά αυτήν την αισιόδοξη προοπτική. Καθώς η Κίνα κατέστη ζωτική για το παγκόσμιο εμπόριο, δεν άλλαξε τόσο πολύ τις μεροληπτικές οικονομικές πρακτικές της -αναγκαστικές μεταβιβάσεις τεχνολογίας, υποχρεωτικές κοινοπραξίες, και αναμφισβήτητη κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας- όσο τις παγίωσε. Το συμπλήρωσε αυτό με μια στρατιωτική συσσώρευση ιστορικής κλίμακας, που στοχεύει ειδικά στην κυριαρχία στην Ασία και, μακροπρόθεσμα, στην προβολή ισχύος σε όλον τον κόσμο, και με μια τεράστια προσπάθεια να επεκτείνει την επιρροή της μέσω της πρωτοβουλίας Belt and Road [Initiative, BRI] και συναφών σχεδίων. Η Ρωσία, εν τω μεταξύ, ανοικοδόμησε τον στρατό της, εισέβαλε στην Γεωργία, προσάρτησε την Κριμαία, ξεκίνησε μια κακοφορμίζουσα εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία και μια συστηματική εκστρατεία για να αναστήσει την στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική της επιρροή στην Αφρική, την Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή.