Ο Μπάιντεν δεν χρειάζεται μια νέα πολιτική για τη Μέση Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μπάιντεν δεν χρειάζεται μια νέα πολιτική για τη Μέση Ανατολή

Η διοίκηση του Trump αντιλήφθηκε ορθώς την περιοχή

Όπως και με τους προηγούμενους οκτώ προέδρους των ΗΠΑ, μεγάλο μέρος της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κυριαρχείτο από την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Παρά τις συζητήσεις για τον τερματισμό των «αέναων πολέμων» και για στροφή προς την Ασία, τα βασικά εθνικά συμφέροντα έχουν επανειλημμένα τραβήξει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή.

Από πολλές απόψεις, οι προτεραιότητες του Τραμπ στη Μέση Ανατολή διέφεραν ελάχιστα από εκείνες των δύο προκατόχων του: εξάλειψη των όπλων μαζικής καταστροφής, υποστήριξη των εταίρων των ΗΠΑ, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και διευκόλυνση των εξαγωγών υδρογονανθράκων. Με άλλους τρόπους, ωστόσο, η κυβέρνησή του –την οποία υπηρέτησα ως απεσταλμένος τόσο για την Συρία όσο και για τον συνασπισμό για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS)– επέβλεψε μια αξιοσημείωτη αλλαγή παραδείγματος στην προσέγγιση των ΗΠΑ στην περιοχή. Αμφότεροι οι πρόεδροι των ΗΠΑ George W. Bush και Barack Obama διεξήγαγαν μετασχηματιστικές εκστρατείες στη Μέση Ανατολή με βάση την εσφαλμένη πεποίθηση ότι με το να τρυπώνουν πολιτικά και στρατιωτικά σε κράτη εκεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις υποκείμενες αιτίες του ισλαμιστικού τρόμου και της διαρκούς περιφερειακής αστάθειας.

18012021-1.jpg

Στρατιωτικά οχήματα των ΗΠΑ στην Erbil, στο Ιράκ, τον Οκτώβριο του 2019. Azad Lashkari / Reuters
--------------------------------------------------------

Αν και τις πραγματικές πολιτικές απόψεις του Τραμπ ήταν συχνά δύσκολο να τις μαντέψει κάποιος, η διακυβέρνησή του πήρε διαφορετική ρότα, με ξεκάθαρα αποτελέσματα. Με το να διατηρεί τους αμερικανικούς στόχους περιορισμένους, ανταποκρινόμενος σε επικείμενες περιφερειακές απειλές αλλά κατά τα άλλα δουλεύοντας κυρίως μέσω συνεργατών επί του πεδίου, ο Τραμπ απέφυγε τις παγίδες που αντιμετώπισαν οι προκάτοχοί του, ενώ προωθούσε τα αμερικανικά συμφέροντα. Παρ’ όλες τις κομματικές έχθρες στις συζητήσεις για την εξωτερική πολιτική σήμερα, αυτό το νέο πρότυπο θα πρέπει –και πιθανότατα πρόκειται– να συνεχίσει να καθορίζει την πολιτική των ΗΠΑ. Προσφέρει την καλύτερη επιλογή για τον περιορισμό των προκλήσεων στη Μέση Ανατολή και την ιεράρχηση γεωπολιτικών προκλήσεων αλλού.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Οι περισσότερες νέες διοικήσεις εκδίδουν μια Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και στην συνέχεια την αποσύρουν γρήγορα. Ωστόσο, το έγγραφο του 2017 που συνέταξε ο Λευκός Οίκος προσέφερε ένα νέο σχέδιο για την πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και ένα [σχέδιο] που η κυβέρνηση Τραμπ γενικά το ακολούθησε. Συνολικά, η στρατηγική ζητούσε να μετατοπιστεί η εστίαση από τους λεγόμενους αέναους πολέμους στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, κυρίως με την Κίνα και την Ρωσία. Για τη Μέση Ανατολή, αυτή η πρώτη αρχή σήμαινε την αποφυγή της εμπλοκής σε τοπικά ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα θα απωθούσε τους κινδύνους από «σχεδόν ομολόγους», και τους περιφερειακούς κινδύνους. Στην πράξη, αυτό ισοδυναμούσε με τον περιορισμό του Ιράν και της Ρωσίας, ενώ [προχωρούσε για] την συντριβή σοβαρών τρομοκρατικών απειλών.

Η επόμενη αρχή -η συνεργασία με τους συμμάχους και τους εταίρους στην περιοχή παρά η, συνήθης, ανάληψη μονομερούς δράσης- ήταν πιο περίπλοκη. Ήταν ένα μέσο, όχι ένα αποτέλεσμα. Κατευθυνόμενος από αυτόν τον στόχο, ο Τραμπ σκόπευε να τερματίσει την κεντρική συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στην εκστρατεία καταπολέμησης του ISIS μετά την πτώση της Ράκκα, της πρωτεύουσας της οργάνωσης στην Συρία, το 2017 και να προχωρήσει στη μείωση των επιπέδων των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, παραδίδοντας και τις δύο αποστολές στους τοπικούς συμμάχους. Οι στρατιωτικοί σύμβουλοί του ήθελαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να παραμείνουν αφοσιωμένες [εκεί], ενώ άλλοι πολιτικοί ηγέτες προσπάθησαν να ενσωματώσουν τις δυνάμεις των ΗΠΑ στην Συρία και το Ιράκ στην ευρύτερη προσπάθεια του Τραμπ να συγκρατήσει το Ιράν. Μεγάλο μέρος της εσωτερικής διαμάχης της διοίκησης ήταν το προϊόν αυτών των ανταγωνιστικών στόχων: της απόσυρσης και του να δοθεί προτεραιότητα στην αντιτρομοκρατία ή της εστίασης τόσο στους τρομοκράτες όσο και στο Ιράν. Στο τέλος, κατέληξε σε έναν λογικό συμβιβασμό -σημαντικές αποσύρσεις στρατευμάτων, με τις υπόλοιπες δυνάμεις αφιερωμένες αποκλειστικά στην αντιτρομοκρατία και τις εστιασμένες στο Ιράν αποστολές.

Ως μέρος αυτής της δεύτερης αρχής, ο Τραμπ κατέστησε επίσης σαφές ότι θα υποστηρίξει τις ισραηλινές και τουρκικές στρατιωτικές ενέργειες εναντίον του Ιράν και της Ρωσίας στην Συρία και θα βασίζεται κυρίως στα κράτη του Κόλπου, την Ιορδανία, το Ιράκ και το Ισραήλ για να αντισταθούν στην Τεχεράνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες με την σειρά τους θα συμπληρώνουν αυτές τις προσπάθειες στρατιωτικά όταν είναι απαραίτητο, πουλώντας όπλα, στοχεύοντας τρομοκράτες ή τιμωρώντας την χρήση χημικών όπλων από τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ. Ωστόσο, η κυβέρνηση ήταν γενικά προσεκτική στην χρήση στρατιωτικής δύναμης, ειδικά όταν δεν χάνονταν αμερικανικές ζωές. Αλλά όταν αποφάσισε να δράσει, οι αμερικανικές δυνάμεις στόχευσαν αποτελεσματικά τον Άσαντ, τις τρομοκρατικές ομάδες, τους Ρώσους μισθοφόρους και τις υποστηριζόμενες από το Ιράν πολιτοφυλακές.

Σε αντάλλαγμα για αυτό το επιπλέον βάρος, η κυβέρνηση Τραμπ αγνόησε σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια συμπεριφορά σημαντικών εταίρων, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, της Τουρκίας, ακόμη και της Σαουδικής Αραβίας, παρά την δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι. Η κυβέρνηση κατέστησε επίσης σαφές ότι θα υποστήριζε ανοιχτά το Ισραήλ όσον αφορά τα παλαιστινιακά ζητήματα, ανατρέποντας τις μακροχρόνιες αμερικανικές και διεθνείς πολιτικές σχετικά με τις μεταφορές όπλων, τα υψίπεδα του Γκολάν, την Ιερουσαλήμ, και την Δυτική Σαχάρα. Αυτές οι πολιτικές παρήγαγαν τις ιστορικές «Συμφωνίες του Αβραάμ» μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών -ένα σήμα ότι η περιοχή κινείται πέρα από την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση.

Η ΙΡΑΝΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Το έργο της ανάσχεσης του Ιράν έθεσε σε δοκιμασία το νέο παράδειγμα της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Τραμπ πίστευε ότι η πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν την οποία διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση Ομπάμα, ήταν μια κακή συμφωνία˙ η διάρκειά της ήταν περιορισμένη και οι περιφερειακοί σύμμαχοι παραπονούνταν ότι απέτυχε να αντιμετωπίσει την αποσταθεροποιητική συμπεριφορά του Ιράν. Τελικά, αφότου επεδίωκαν αυστηρότερους όρους από το Ιράν επί 18 μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν την συμφωνία. Αν και η Τεχεράνη αντέδρασε αυξάνοντας γρήγορα την δραστηριότητα εμπλουτισμού της, δεν άφησε εντελώς την συμφωνία.

Παρά την ρητορική για το αντίθετο, η επακόλουθη πολιτική της κυβέρνησης δεν ήταν η αλλαγή καθεστώτος, αν και ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξέτασαν αυτή την δυνατότητα. Αντ' αυτού, η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Trump σχεδιάστηκε για να υποχρεώσει το Ιράν να διαπραγματευτεί μια ευρύτερη συμφωνία που να περιλαμβάνει τις πυρηνικές δραστηριότητές του, το πυραυλικό πρόγραμμά του, και την περιφερειακή συμπεριφορά του. Η πολιτική των ΗΠΑ είχε πραγματικό αντίκτυπο τόσο στην ιρανική οικονομία όσο και στον περιφερειακό τυχοδιωκτικό χαρακτήρα του. Αν και η Τεχεράνη συνέχισε να βγάζει λαθραία πετρέλαιο και φυσικό αέριο έξω από την χώρα σε χαμηλές τιμές, οι κυρώσεις περιόρισαν την οικονομική βοήθεια που μπορούσε να παράσχει στους συμμάχους της στο Ιράκ, τον Λίβανο και την Συρία. Ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία ήταν πρόθυμες να διασώσουν το Ιράν, και οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να κάνουν λίγα για αντίποινα, παρά την αντίθεσή τους.

Αν και οι αντίπαλοι της κυβέρνησης υποστήριξαν ότι το Ιράν δεν θα έκανε ποτέ εκτεταμένες παραχωρήσεις, οι αξιώσεις του Τραμπ διέφεραν λίγο από εκείνες της πρώιμης κυβέρνησης Ομπάμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ήταν μινιμαλιστικές αρχικές διαπραγματευτικές θέσεις. Ο Τραμπ, όπως και ο Ομπάμα, ήθελε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία, αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: η κεντρική προτεραιότητα του Τραμπ ήταν να αποτρέψει τον περιφερειακό τυχοδιωκτισμό του Ιράν και να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις πυρηνικές δυνατότητές του -ανεξάρτητα από τους διπλωματικούς περιορισμούς. Εάν μια συμφωνία ήταν δυνατή εντός αυτών των παραμέτρων, τότε ΟΚ. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Ομπάμα, η οποία έδωσε προτεραιότητα στην επίτευξη συμφωνίας, ο Τραμπ θεωρούσε το Ιράν ως ολιστική απειλή και υπέταξε σε αυτήν την πραγματικότητα όλες τις συγκεκριμένες πολιτικές, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού φακέλου. Αύξησε έτσι την πίεση, είτε για να επιβάλει ευνοϊκούς όρους είτε, αν δεν το πετύχαινε, για να αποδυναμώσει σοβαρά το Ιράν. Η ετυμηγορία δεν έχει ακόμη εκδοθεί για το εάν η πολιτική λειτούργησε. Ο χρόνος και η λήψη αποφάσεων από την ίδια την κυβέρνηση Μπάιντεν θα αποφασίσουν εάν η «μέγιστη πίεση» ανοίγει την πόρτα για μελλοντική διευθέτηση ή απλώς ωθεί το Ιράν πιο κοντά στην πυρηνική πρόοδο και πιο μακριά από οποιονδήποτε συμβιβασμό μετά από διαπραγμάτευση.

ΣΥΡΙΑ ΚΑΙ ΙΡΑΚ

Ο Τραμπ συνέδεσε την εκστρατεία κυρώσεων με μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει την περιφερειακή επέκταση του Ιράν -ειδικά στην Συρία και το Ιράκ. Στην πρώτη, η κυβέρνησή του κληρονόμησε μια μπερδεμένη πολιτική από τον Ομπάμα, την οποία ακόμη και οι σύμβουλοι του πρώην προέδρου επέκριναν αργότερα: ένα κομμάτι ανατροπή του Άσαντ μέσω ένοπλης αντιπολίτευσης, ένα κομμάτι επιδίωξη πολιτικής διευθέτησης με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, και ένα άλλο κομμάτι νίκη του ISIS.

Μέχρι τα τέλη του 2017, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αναπτύξει την δική της πολιτική για την Συρία, βασισμένη και πάλι στις αρχές της αντιμετώπισης των περιφερειακών απειλών ενώ συνεργαζόταν με συμμάχους και εταίρους: να βγάλει το Ιράν εκτός, να νικήσει μόνιμα το ISIS, και να επιλύσει την εμφύλια σύγκρουση της χώρας. Παρόλο που ο αμερικανικός στρατός αντιστάθηκε στο να εκτραπεί πέρα από την αποστολή του κατά του ISIS, τελικά διέταξε τις δυνάμεις του στα βορειοανατολικά και τον νότο για να διευρύνει περαιτέρω την πολιτική της Συρίας με το να αρνείται έδαφος και πόρους στην κυβέρνηση του Άσαντ και τους συμμάχους της.

Μέχρι το 2020, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν δημιουργήσει έναν ανθεκτικό συνασπισμό ακόμη και ενώ επιδίωκαν να μειώσουν την άμεση δέσμευσή τους. Η Τουρκία και τα στοιχεία της ένοπλης αντιπολίτευσης στην Συρία συνεργάστηκαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αρνηθούν στον Άσαντ μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη και τα υποστηριζόμενα από τις ΗΠΑ ισραηλινά χτυπήματα σε ιρανικούς στόχους στην χώρα περιόρισαν περαιτέρω τις στρατιωτικές επιλογές του καθεστώτος. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγήθηκαν ενός μεγάλου διεθνούς διπλωματικού συνασπισμού που υποστήριζε τις πολιτικές προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για επίλυση της σύγκρουσης, απομόνωσαν διπλωματικά την Δαμασκό, και συνέτριψαν την οικονομία της χώρας μέσω κυρώσεων. Ωστόσο, αρκετά παρόμοια με την ευρύτερη πολιτική έναντι του Ιράν μέσα στην οποία ταιριάζει η Συρία, το αποτέλεσμα είναι αδιέξοδο. Εν τη ελλείψει μιας λύσης [που θα προκύπτει] από διαπραγμάτευση, ο βρώμικος πόλεμος τριβής θα συνεχιστεί πιθανότατα, αλλά αυτό ήταν που λειτούργησε κατά των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Παρά ταύτα, η επόμενη διοίκηση θα πρέπει να σταθμίσει αυτά τα πλεονεκτήματα έναντι άλλων κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για τους πολίτες.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η πολιτική των ΗΠΑ έθεσε την Ουάσινγκτον σε αντίθεση με τη Μόσχα, η οποία θεωρούσε την Συρία ως τον πρωταρχικό τόπο στον οποίο θα μπορούσε να επανεμπλακεί διπλωματικά και στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τον στόχο της αντιμετώπισης απειλών από περιφερειακούς ομοτίμους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταποκρίθηκαν επανειλημμένα στην ρωσική στρατιωτική και μισθοφορική δραστηριότητα στην βορειοανατολική Συρία και βοήθησαν την Τουρκία να αντιμετωπίσει κοινές επιθέσεις Συρίας-Ρωσίας στα βορειοδυτικά της χώρας. Ωστόσο, η αντίθεση της Τουρκίας στον τοπικό Συρο-κουρδικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών στα βορειοανατολικά, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (Syrian Democratic Forces , SDF) -που συνδέονται με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν ή PKK- περιπλέκουν αυτήν την σχέση. Αυτή η ένταση οδήγησε σε ένα σύντομο στρατιωτικό και διπλωματικό συμβάν τον Οκτώβριο του 2019. Παρόλο που η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα κατάφεραν να επιλύσουν την κρίση, κατέδειξε την δυσκολία της συνεργασίας μέσω των εταίρων -είτε των SDF είτε των Τούρκων- των οποίων η ατζέντα μπορεί να πηγαίνει πέρα αυτό που μπορεί να υποστηρίξει η Ουάσινγκτον.

Στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να απομονώσουν την στρατιωτική τους προσπάθεια κατά του ISIS από τον ευρύτερο αγώνα ενάντια στο Ιράν. Ωστόσο, οι πιστές στην Τεχεράνη τοπικές πολιτοφυλακές άρχισαν να εντείνουν την εκστρατεία τους εναντίον των δυνάμεων των ΗΠΑ. Ο Τραμπ τελικά αντέδρασε, σκοτώνοντας τον αναντικατάστατο περιφερειακό ιππότη του Ιράν, τον διοικητή της Δύναμης Quds, Qasem Soleimani. Το Ιράν απάντησε ξεκινώντας μια επίθεση βαλλιστικών πυραύλων σε μια βάση των ΗΠΑ, αλλά απέτυχε να προκαλέσει σοβαρές απώλειες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφής, αν και όχι τελική, νίκη για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα στρατεύματα των ΗΠΑ παραμένουν στο Ιράκ, αλλά πολιτοφυλακές όπως η Kataib Hezbollah εξακολουθούν να αποτελούν απειλή. Το Ιράκ παραμένει το πιο ασταθές μέτωπο μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

ΕΝΑ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Κατά την διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών, η κυβέρνηση Τραμπ σημείωσε δύο μεγάλες επιτυχίες στη Μέση Ανατολή -τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» και την καταστροφή του εδαφικού χαλιφάτου του ISIS στο Ιράκ και την Συρία. Κατάφερε επίσης να αντιμετωπίσει την περαιτέρω επέκταση της Ρωσίας στην Συρία και αλλού, να ελέγξει την διαρκή και πολύπλευρη απειλή του Ιράν για την περιφερειακή σταθερότητα, και να κινητοποιήσει έναν συνασπισμό για να αντιμετωπίσει την κακή συμπεριφορά της Τεχεράνης. Αν και ο Τραμπ δεν έλυσε την ιρανική πυρηνική πρόκληση, ούτε ο Ομπάμα το κατάφερε. Τα όρια της αρχικής πυρηνικής συμφωνίας στον απεριόριστο ιρανικό εμπλουτισμό θα είχαν ξεθωριάσει ταχέως μέσα σε πέντε χρόνια.

Κατά τα πρόσφατα πρότυπα της Μέσης Ανατολής, όλα αυτά μαζί αποτελούν αξιοσέβαστο πολιτικό αποτέλεσμα. Ο Τραμπ κατάφερε να μειώσει τις άμεσες δεσμεύσεις και τα έξοδα των ΗΠΑ, ενώ συνεργάστηκε στενά με τους περιφερειακούς συμμάχους. Ωστόσο, μπορεί να είναι δύσκολο για την επόμενη κυβέρνηση να διατηρήσει αυτήν την προσέγγιση ενώ θα επικεντρώνεται εκ νέου στην πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Προς το παρόν, πολλοί περιφερειακοί σύμμαχοι θέλουν συνέχιση της πίεσης των ΗΠΑ στην οικονομία του Ιράν και στον περιφερειακό τυχοδιωκτισμό του παρά μια άμεση επιστροφή στην συμφωνία. Ο Μπάιντεν θα πρέπει να εξισορροπήσει προσεκτικά αυτές τις προτεραιότητες.

Copyright © 2021 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2021-01-15/biden-doe...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition