Πώς να πετύχει το ευρωπαϊκό Green Deal | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να πετύχει το ευρωπαϊκό Green Deal

Η ΕΕ δεν μπορεί να διαχωρίσει την κλιματική πολιτική από την εξωτερική πολιτική
Περίληψη: 

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία είναι κάτι περισσότερο από ένα μέτρο εσωτερικής πολιτικής: είναι μια αναθεώρηση της οικονομίας της ΕΕ που θα αλλάξει ριζικά τις σχέσεις μεταξύ της ένωσης και των εμπορικών εταίρων της. Τα αποτελέσματά της θα γίνουν αισθητά πολύ πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης.

Ο MARK LEONARD είναι συνιδρυτής και διευθυντής του European Council on Foreign Relations.
Ο JEAN PISANI-FERRY είναι ανώτερος συνεργάτης στο Bruegel και κατέχει την έδρα Tommaso Padoa Schioppa στο European University Institute στην Φλωρεντία.
Ο JEREMY SHAPIRO είναι ερευνητικός διευθυντής στο European Council on Foreign Relations.
Ο SIMONE TAGLIAPIETRA είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Bruegel.
Ο GUNTRAM WOLFF είναι διευθυντής στο Bruegel.

Τον Δεκέμβριο του 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (the European Green Deal), ένα φιλόδοξο πακέτο πολιτικής που αποσκοπεί να καταστήσει την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιβαλλοντικά βιώσιμη. Ο στόχος είναι να αποσυνδεθεί η οικονομική ανάπτυξη από την εξάρτηση από φυσικούς πόρους, ιδίως από τα ορυκτά καύσιμα, και να δημιουργηθεί μια οικονομία της ΕΕ με μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου έως το 2050. Αυτό αντιπροσωπεύει, μέχρι σήμερα, την πιο επιθετική και εκτεταμένη προσπάθεια που έχει αναλάβει μια σημαντική οικονομία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

10022021-1.jpg

Διαδηλωτές έξω από την έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, τον Ιανουάριο του 2014. Yves Herman / Reuters
--------------------------------------------------

Για να επιτευχθεί αυτός ο φιλόδοξος στόχος, η ΕΕ θα πρέπει να εξαπολύσει έναν κατακλυσμό νέας νομοθεσίας για το κλίμα και την ενέργεια. Μεταξύ άλλων βημάτων, η Ένωση θα πρέπει να επεκτείνει το σύστημα εμπορίας εκπομπών -ένα πρόγραμμα τύπου «θέσε ανώτατο όριο και εμπορεύσου» που επιτρέπει στις εταιρείες να ανταλλάσσουν δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου- σε νέους τομείς και να κλείσει τα κενά που επιτρέπουν σε ορισμένες εκπομπές να ξεφεύγουν από την ρύθμιση. Εν τω μεταξύ, η ένωση θα πρέπει να αυστηροποιήσει τα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης, να προωθήσει την βιώσιμη γεωργία, και να δημιουργήσει κίνητρα για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές ώστε να στραφούν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία είναι κάτι περισσότερο από ένα μέτρο εσωτερικής πολιτικής: είναι μια αναθεώρηση της οικονομίας της ΕΕ που θα αλλάξει ριζικά τις σχέσεις μεταξύ της ένωσης και των εμπορικών εταίρων της. Τα αποτελέσματά της θα γίνουν αισθητά πολύ πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης. Μια μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα που απλώς μειώνει την εξάρτηση της ΕΕ δεν θα έκανε πολλά για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, καθώς η ΕΕ αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Ακόμα χειρότερα, εάν η Πράσινη Συμφωνία μειώσει τις ευρωπαϊκές εκπομπές απλώς ενθαρρύνοντας τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ να κάψουν περισσότερα ορυκτά καύσιμα, δεν θα είχε θετικό αντίκτυπο. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο η πολιτική μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την κλιματική αλλαγή είναι εάν η ΕΕ συνεργαστεί στενά με χώρες εκτός της Ένωσης, ιδίως με τους εξαγωγείς ενέργειας στην οποία βασίζεται η ΕΕ. Με απλά λόγια, η Πράσινη Συμφωνία δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει απλώς μια περιβαλλοντική ή οικονομική μεταρρύθμιση: οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ πρέπει να την αντιμετωπίσουν ως μια πρωτοβουλία εξωτερικής πολιτικής.

ΝΙΚΗΤΕΣ ΚΑΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ

Η ΕΕ εισήγαγε ενεργειακά προϊόντα ορυκτών καυσίμων αξίας 320 δισεκατομμυρίων ευρώ [1] το 2019. Η μαζική μείωση αυτής της ροής θα αναδιάρθρωνε τις σχέσεις της ΕΕ με μεγάλους προμηθευτές, όπως η Αλγερία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, η Λιβύη, και η Ρωσία, των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές ενέργειας προς την ΕΕ. Το τέλος της εξάρτησης της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα θα τους επηρέαζε δυσμενώς και θα μπορούσε ακόμη και να αποσταθεροποιήσει τις κυβερνήσεις τους. Και επειδή η Ευρώπη αντιπροσωπεύει περίπου το 20% των παγκόσμιων εισαγωγών αργού πετρελαίου, μια απότομη πτώση της ζήτησης από την ΕΕ θα επηρέαζε επίσης την παγκόσμια αγορά πετρελαίου μειώνοντας τις τιμές, πλήττοντας ακόμη και παραγωγούς που εξάγουν σχετικά λίγη ενέργεια στην ΕΕ, όπως ο Καναδάς, η Σαουδική Αραβία, και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, οι επιδράσεις της Πράσινης Συμφωνίας θα επεκταθούν πολύ πέρα από τις αγορές ενέργειας. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ανησυχούν για την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των ξένων ομολόγων τους, καθώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουν υψηλότερες ενεργειακές τιμές και αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. Η Πράσινη Συμφωνία επιδιώκει να προστατεύσει τέτοιου είδους εταιρείες εισάγοντας έναν λεγόμενο συνοριακό μηχανισμό προσαρμογής (border adjustment mechanism) που θα επιβάλλει δασμό στα εισαγόμενα αγαθά με βάση την ποσότητα των αερίων του θερμοκηπίου που εκπέμπονται κατά την κατασκευή τους. Η ΕΕ πιθανότατα θα εισήγαγε αυτό το μέτρο σταδιακά, στοχεύοντας πρώτα σε προϊόντα υψηλής έντασης άνθρακα, όπως το τσιμέντο, το αλουμίνιο και τον χάλυβα, προτού το επεκτείνει σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα. Αναπόφευκτα, ορισμένοι εμπορικοί εταίροι της ΕΕ θα ισχυριστούν ότι αυτοί οι συνοριακοί φόροι αποτελούν παράνομο εμπορικό εμπόδιο, ακόμη και αν η πρόθεσή τους δεν είναι ο προστατευτισμός.

Ωστόσο, παρόλο που τέτοια μέτρα θα έβλαπταν ορισμένες χώρες εκτός ΕΕ, θα βοηθούσαν άλλες. Μια πιο πράσινη Ευρώπη θα πρέπει να εισάγει περισσότερα προϊόντα και πρώτες ύλες που χρησιμεύουν ως εισροές για τεχνολογίες καθαρής ενέργειας. Μια χώρα που θα ωφεληθεί είναι η Κίνα, δεδομένου ότι κυριαρχεί στην αγορά ορυκτών σπάνιων γαιών, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατασκευή, μεταξύ άλλων, των μαγνητών που χρησιμοποιούνται σε ανεμογεννήτριες και ηλεκτροκινητήρες. Επιπλέον, ακόμη και αν η ΕΕ μειώσει την χρήση ορυκτών καυσίμων, θα παραμείνει σημαντικός καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Αυτή η ενέργεια θα πρέπει τώρα να προέρχεται από πηγές με λιγότερη ένταση άνθρακα, όπως η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια και το λεγόμενο πράσινο υδρογόνο, τα οποία ενδέχεται να εισάγονται από χώρες με δυνατότητα παροχής ηλιακής και αιολικής ενέργειας, όπως η Αλγερία ή το Μαρόκο, και στην συνέχεια να μεταφέρονται στην Ευρώπη μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών. Επομένως, μια πράσινη Ευρώπη θα εξακολουθήσει να έχει ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά δεν θα επικεντρώνεται πλέον σε αγωγούς από την Ρωσία αλλά μάλλον σε προμήθειες ορυκτών από την Κίνα και στην παράδοση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από την Βόρεια Αφρική.

ΠΑΙΚΤΕΣ ΙΣΧΥΟΣ