Η COVID-19 θα γίνει ένας ευρωπαϊκός καταλύτης; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η COVID-19 θα γίνει ένας ευρωπαϊκός καταλύτης;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι γεωπολιτικές προκλήσεις μετά την πανδημία*
Περίληψη: 

Η «γεωπολιτική» ανατοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να επιτευχθεί απλώς και μόνον ως αποτέλεσμα του ρητορικού αυτοχαρακτηρισμού της Επιτροπής ως τέτοιας. Απαιτεί την ενίσχυση σε πρακτικό επίπεδο της συλλογικής ικανότητας λήψεως «σκληρών» αποφάσεων (μη αποκλειομένων και των στρατιωτικών).

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΕΜΜΑΝΟΥΗΛ είναι καθηγητής στο τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα Νομικής του London School of Economics.

Πόσο πιθανό είναι να αποτελεί η πανδημία ορόσημο για την γενικότερη εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Κατά τι μπορεί να συμβάλει στον εσωτερικό μετασχηματισμό της, αλλά και στον αναπροσανατολισμό της εξωτερικής συμπεριφοράς της;

Είναι πολλοί εκείνοι που ερμηνεύουν την πανδημία ως ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά σειρά κρίσεων (κρίση της Ευρωζώνης, προσφυγικό-μεταναστευτικό, Brexit, έκρηξη του λαϊκισμού) που ταλανίζουν την Ευρώπη για περισσότερο από μια δεκαετία, και στις οποίες η Ένωση αντιδρά κατά τρόπο παγίως ανεπαρκή, περιοριζόμενη σε ημίμετρα, λόγω δομικής πολιτικής ατροφίας και έλλειψης συνοχής. Επιμένοντας στα όσα παρατηρήθηκαν κατά τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας (τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Μαρτίου), και ιδίως στην απουσία υγειονομικής συνδρομής και καθοδήγησης σε υπερεθνικό επίπεδο, την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κίνηση μεταξύ των κρατών-μελών, και την παρεμπόδιση της εξαγωγής υγειονομικού υλικού από ορισμένες χώρες, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Ένωση αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά ανεπαρκής και ανήμπορη. Αντιπαρέρχονται δε τα σημαντικότατα έκτακτα μέτρα που κατέστη εφικτό να ληφθούν μετέπειτα ως επιφαινόμενο χωρίς βαθύτερη σημασία, καθώς εν τέλει, για να θυμηθούμε το γνωστό επίγραμμα του Αλφόνς Καρρ, «plus ça change, plus c'est la même chose» – όσο περισσότερο τα πράγματα αλλάζουν, τόσο περισσότερο μένουν ίδια.

17022021-1.jpg

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, σε δηλώσεις της στα κεντρικά γραφεία της ΕΕ στις Βρυξέλλες, στις 24 Νοεμβρίου 2020. Olivier Matthys/Pool via REUTERS
--------------------------------------------------------

Το ευρωπεσιμιστικό αυτό ερμηνευτικό σχήμα υποτιμά ριζικά τα όσα κατόρθωσε η Ένωση στην παρούσα συγκυρία. Αναμφίβολα, το ευρωπαϊκό σύστημα λήψεως αποφάσεων χαρακτηρίζεται από παγιωμένες θεσμικές διαμορφώσεις, διαδικασίες, ουσιαστικούς περιορισμούς και κανονιστικότητες, που περιορίζουν πολύ το φάσμα των πολιτικώς εφικτών επιλογών και δεσμεύουν την Ένωση σε μια εξαρτημένη πορεία (path dependence), από την οποία της είναι δυσκολότερο να ξεφύγει απ’ ό,τι ένα εθνικό κράτος με ενιαίο και συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, οι αντιδράσεις στην πανδημία υπήρξαν άμεσες και ισχυρές.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ

Εντός λίγων μόνον εβδομάδων από την εκδήλωση του COVID-19 στην Ιταλία, η Ένωση κατόρθωσε να βρει τον βηματισμό της, να επιτύχει ένα αξιόλογο επίπεδο συντονισμού των διασυνοριακών κινήσεων, να διασφαλίσει την ομαλή διοχέτευση του υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού και να συγκροτήσει διαύλους συνεργασίας για την αντιμετώπιση της κυρίως επιδημιολογικής κρίσεως. Ακόμη πιο αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός ότι ήδη από τον Μάρτιο η Ένωση μπόρεσε να προχωρήσει σε γενναίες συλλογικές κινήσεις στο οικονομικό επίπεδο.

Οι αποφάσεις για την μαζική στήριξη της οικονομίας με δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα υιοθετήθηκαν από το Συμβούλιο και την ΕΚΤ παρ’ ότι προϋπέθεταν σημαντικές παρεκκλίσεις από το πάγιο πλαίσιο κανόνων της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, της τραπεζικής εποπτείας, του ανταγωνισμού, των κρατικών ενισχύσεων. Λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα η εμμονή σε αυτούς τους κανόνες είχε σταθεί εμπόδιο στις προσπάθειες αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κρίσεως της Ευρωζώνης. Αυτή τη φορά η Ένωση αντέδρασε χωρίς ανάλογες αγκυλώσεις. Δόγματα δύο δεκαετιών αφέθηκαν στην άκρη, και έγιναν ταχύτατα κινήσεις στην κατεύθυνση της ευελιξίας ως προς την οικονομική διακυβέρνηση της Ένωσης, και της Ευρωζώνης ειδικότερα.

Πέραν της ελαστικότερης εφαρμογής των κανόνων, όμως, υπήρξε και μια ακόμη σημαντικότερη εξέλιξη. Ήδη από την πρώτη φάση της πανδημίας σχεδιάστηκαν ειδικά κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία, με στόχο να στηριχθούν οι προσπάθειες δημοσιονομικής αντίδρασης των κρατών-μελών, και μάλιστα εκείνων που βρίσκονται υπό δημοσιονομική πίεση. Κορωνίδα αυτής της εξέλιξης είναι το περίφημο Ταμείο Ανάκαμψης (Recovery Fund, ή Next Generation EU), το οποίο, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα του, αποτελεί ένα πρωτοφανές βήμα προς την ενοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής. Η αντίσταση της ομάδας των τεσσάρων χωρών που αυτοαποκαλούνται «λιτοδίαιτες» («the frugal four»), δηλαδή, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Σουηδίας και της Δανίας, δεν εμπόδισε τελικά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης–21ης Ιουλίου 2020 να εγκρίνει, μαζί με τον πολυετή προϋπολογισμό 2021–2027, κι ένα τεράστιο πακέτο στήριξης της ανάκαμψης και του εκσυγχρονισμού των εθνικών οικονομιών, συνολικού ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα κεφάλαια αυτά θα συγκεντρωθούν μέσω της εκδόσεως ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Θα αποτελούν, συνεπώς, αμοιβαιοποιημένο δημόσιο χρέος όλων των κρατών-μελών. Θα χρησιμοποιηθούν δε κατά την τριετία 2021-2023 για την παροχή δανείων με ευνοϊκούς όρους, αλλά και επιχορηγήσεων στα κράτη-μέλη. Η κατανομή των κονδυλίων δεν θα στηρίζεται στο μέγεθος ή τον πληθυσμό της κάθε χώρας, αλλά σε κριτήρια οικονομικής ανάγκης, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού ανεργίας και του βιοτικού επιπέδου. Η τάξη μεγέθους είναι αξιοσημείωτη: 750 δισεκατομμύρια ευρώ είναι ακριβώς τέσσερις φορές το ΑΕΠ της Ελλάδος του 2019. Ακόμη πιο αξιοσημείωτη, όμως, είναι η έκδοση κοινού χρέους προκειμένου τα χρήματα να διατεθούν ως επιχορηγήσεις στα κράτη-μέλη που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ασφαλώς, το πρόγραμμα έγινε δεκτό από τις χώρες του Βορρά ως μια εντελώς εξαιρετική αντίδραση στην όχι λιγότερο εξαιρετική περίσταση της πανδημίας, που δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί υπό κανονικές συνθήκες. Έστω και έτσι, όμως, το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί ένα μείζον πείραμα και μια μαθητεία της Ένωσης στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής ενοποίησης.