Ενάντια στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ενάντια στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων

Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να συγχέουν τους σκοπούς με τα μέσα
Περίληψη: 

Όλα τα μεγάλα, παγκόσμια σύγχρονα προβλήματα απαιτούν συνεργατικές λύσεις, όχι περιττές αντιπαλότητες που βαθαίνουν. Όταν υιοθετείται ως θεμελιώδες παράδειγμα των εξωτερικών σχέσεων, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων υποβιβάζει την συνεργασία σε μια δεύτερη σκέψη ή, χειρότερα, την απορρίπτει ως αφελή.

Ο DANIEL H. NEXON είναι καθηγητής στο Τμήμα Διακυβέρνησης στην Σχολή Διεθνούς Υπηρεσίας Edmund A. Walsh School στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Στις πρώτες μέρες του στην εξουσία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, εργάστηκε για να σηματοδοτήσει μια καθαρή ρήξη με τον προκάτοχό του. Επανήλθε [1] στην συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, προσέφερε [2] να επεκτείνει την συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα New START και ανέστρεψε [3] την πολιτική «Πόλη του Μεξικού» που περιορίζει την πρόσβαση στο εξωτερικό για άμβλωση. Οι διορισμένοι από εκείνον έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η κυβέρνηση θα δώσει προτεραιότητα στην διπλωματία και την πολυμέρεια έναντι του εθνικισμού «Πρώτα η Αμερική» του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

18022021-1.jpg

Το αεροπλανοφόρο USS Carl Vinson, τον Νοέμβριο του 2014. U.S. Navy / Reuters
-----------------------------------------------------------

Αλλά η τύχη ενός κεντρικού τμήματος της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ παραμένει αβέβαιη: η εστίαση στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, που «επέστρεψε», σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (National Security Strategy) της διοίκησής του [4]. Σε μια σημαντική ομιλία του στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο Μπάιντεν υπογράμμισε την πρόθεσή του να «συνεργαστεί με το Πεκίνο όταν είναι προς το συμφέρον της Αμερικής», αλλά μέρες αργότερα σημείωσε την πιθανότητα «ακραίου ανταγωνισμού» με την Κίνα. Αυτή η ρητορική μπορεί να αντικατοπτρίζει είτε πραγματισμό είτε ότι ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων προχωρά για να λάβει κυρίαρχη θέση στην κυβερνητική πολιτική του Μπάιντεν. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο Μπάιντεν στοχεύει να μειώσει την έμφαση στον ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς, οι Ρεπουμπλικάνοι είναι βέβαιο πως θα επικρίνουν [5] την διοίκηση ότι είναι αδύναμη και αναποτελεσματική απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις. Χωρίς κάποια σημαντική αλλαγή στο παγκόσμιο περιβάλλον σχετικά με τις απειλές, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων θα παραμείνει το επίκεντρο των συζητήσεων σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας των ΗΠΑ.

Αυτό είναι ατυχές. Παρ’ όλη την επιρροή της ιδέας τα τελευταία χρόνια, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι ένα συνεκτικό πλαίσιο για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Η αντιμετώπισή του ως κατευθυντήρια αρχή της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής κινδυνεύει να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ μέσων και σκοπών, σπατάλη περιορισμένων πόρων σε παραπλανητικές απειλές, και υπονόμευση της συνεργασίας σε άμεσες προκλήσεις ασφάλειας, όπως η κλιματική αλλαγή και η μη διάδοση των πυρηνικών [6]. Μακροπρόθεσμα, η εμμονή στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων είναι πιθανό να υπονομεύσει, παρά να ενισχύσει, την ισχύ και την επιρροή των ΗΠΑ.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ

Σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική Άμυνας (National Defense Strategy) της κυβέρνησης Τραμπ για το 2018 [7], «Ο διακρατικός στρατηγικός ανταγωνισμός, όχι η τρομοκρατία, είναι τώρα το κύριο μέλημα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ». Μόλις έναν χρόνο αργότερα, ο αναλυτής Uri Friedman είχε παρατηρήσει [8] στο [περιοδικό] The Atlantic ότι ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων «επικαλείται τώρα από το Άσπεν ως το Ισραήλ και μέχρι τη Νότια Κορέα, και από αξιωματούχους των ΗΠΑ που έκαναν την υπόθεση για κάθε είδους πολιτικές». Η φράση, σημείωσε, «έχει επιτύχει ακόμη και καθεστώς αφιερωμένου αρκτικόλεξου» με τη μορφή του «GPC» [Great Power Competition]. Κάποιοι στην Ουάσινγκτον το βλέπουν ως συνέχεια του αρχικού Ψυχρού Πολέμου, με την Κίνα να μπαίνει στην θέση της Σοβιετικής Ένωσης. Άλλοι αναζητούν πιο παραδοσιακές γεωπολιτικές αντιπαλότητες ως μοντέλο.

Η πρωτόγνωρη δημοτικότητα του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων αντικατοπτρίζει πραγματικά γεγονότα επί του πεδίου. Πράγματι, ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν μπορεί να επιστρέψει [9], γιατί ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Ανταγωνισμοί μεταξύ κορυφαίων κρατών υπάρχουν σε κάθε διεθνές σύστημα. Ακόμα και κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990 –στην κορύφωση της «μονοπολικής εποχής»- οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία ανταγωνίστηκαν στα Βαλκάνια˙ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία ανταγωνίστηκαν [10] σε τμήματα της Αφρικής˙ και πολλά κράτη ανταγωνίστηκαν για επιρροή στην Κεντρική Ασία.

Αλλά με το μονοπολικό καθεστώς της Ουάσινγκτον σε κάμψη, δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία το βρίσκουν ευκολότερο από όσο κάποτε να αμφισβητήσουν την ηγεσία των ΗΠΑ. Δεδομένου ότι τα κράτη τείνουν να θεωρούν τον ανοιχτό ανταγωνισμό ως μια πιο ελκυστική επιλογή όταν αναμένουν να βγουν στην κορυφή, αναπόφευκτα θα υπάρχει περισσότερος ανταγωνισμός [11] μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων καθώς η σχετική δύναμη των ΗΠΑ μειώνεται. Με την Ουάσιγκτον να μειονεκτεί, οι ξένοι ηγέτες βλέπουν την ευκαιρία να κερδίσουν οικονομικά, να προωθήσουν τα συμφέροντα ασφαλείας τους, και να αμφισβητήσουν τα υπάρχοντα πρότυπα, τους κανόνες ή την θέση τους στην διεθνή ιεραρχία [12].

Είναι, όμως, ένα πράγμα η Ουάσινγκτον να παρατηρεί τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο στον οποίο απολαμβάνει λιγότερη επιρροή από όση κάποτε. Είναι ένα εξ ολοκλήρου άλλο πράγμα να αναβαθμίσει μόνη της τον ανταγωνισμό στο καθοδηγητικό παράδειγμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ -όπως πρότεινε η κυβέρνηση Τραμπ και ίσως να καταλήξει να κάνει και ο Μπάιντεν. Το απλό γεγονός ενός πιο ανταγωνιστικού διεθνούς περιβάλλοντος δεν υποχρεώνει τα κράτη να συμμετάσχουν σε έναν αδυσώπητο αγώνα. Αντ' αυτού, οι περίοδοι έντονης διακρατικής αντιπαλότητας συμβαίνουν όταν οι μεγάλες δυνάμεις επιλέγουν -μερικές φορές ως θέμα υψηλής στρατηγικής, άλλες φορές μέσω της συσσώρευσης μεμονωμένων τακτικών αποφάσεων- να δώσουν προτεραιότητα στην σύγκρουση έναντι της συνεργασίας. Για παράδειγμα, τίποτα δεν απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντισταθούν σε κάθε περιφερειακή πρόκληση για την επιρροή, το καθεστώς ή τις προτιμήσεις της πολιτικής τους. Δεν είναι κάθε κίνηση της Μόσχας ή του Πεκίνου άμεση απειλή για τα εθνικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον.