Μια ψύχραιμη πολιτική για την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια ψύχραιμη πολιτική για την Κίνα

Η υπόθεση για την προτεραιοποίηση των ζωτικών συμφερόντων

Πριν από πενήντα χρόνια τον Ιούλιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, ανακοίνωσε αυτό που θα γινόταν το επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής του: το άνοιγμα στην Κίνα. Τον επόμενο Φεβρουάριο, σε αυτήν που ο Τύπος ονόμασε «εβδομάδα που συγκλόνισε τον κόσμο», πέταξε στο Πεκίνο για να συναντήσει τον Μάο Τσετούνγκ, αρχηγό της κομμουνιστικής Κίνας. Έτσι ξεκίνησε μισός αιώνας δέσμευσης των ΗΠΑ με το Πεκίνο. Εκείνη την εποχή, η Κίνα ήταν ο πιο σημαντικός σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης και η αιχμή του δόρατος για την προώθηση των κομμουνιστικών επαναστάσεων παγκοσμίως. Αλλά μέσα στην δεκαετία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, είχε ομαλοποιήσει την σχέση, αναγνωρίζοντας το καθεστώς στο Πεκίνο ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας και ανακαλώντας την αμερικανική αμυντική συνθήκη με την Ταϊβάν. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: η Κίνα βοήθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να κερδίσουν τον Ψυχρό Πόλεμο και η απόψυξη στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας επέτρεψε στην Ασία να αναδυθεί ως η πιο οικονομικά δυναμική περιοχή στον κόσμο.

22022021-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Richard Nixon, και ο Κινέζος πρωθυπουργός, Zhou Enlai, στην Hangzhou της Κίνας, τον Φεβρουάριο του 1972. Nixon Library / Reuters
----------------------------------------------------------

Πριν από την διοίκηση του Τραμπ, η συνεργασία με την Κίνα είχε επικροτηθεί ως μια σπάνια διμερής επιτυχία στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους να συμφωνούν ότι η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να συνεργαστεί με το Πεκίνο για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και αξιών. Σήμερα, καθώς η κυβέρνηση της Κίνας έχει καταστεί πιο καταπιεστική στο εσωτερικό και πιο επιθετική στο εξωτερικό, οι ηγέτες και των δύο κομμάτων έχουν κηρύξει την δέσμευση ως αποτυχία. Ως ανώτερος σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ, Joe Biden, ο Kurt Campbell, και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου, Jake Sullivan, έγραψαν [1] στο Foreign Affairs το 2019: «Η εποχή της δέσμευσης με την Κίνα έφτασε στο άδοξο τέλος της».

Ωστόσο, αξίζει να θυμηθούμε τι αφορούσε η δέσμευση με την Κίνα. Για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου μισού αιώνα, οι προσπάθειες για την βελτίωση των δεσμών με την χώρα δεν αφορούσαν την μεταμόρφωσή της. Ξεκινώντας με τον Νίξον, τα κίνητρα [των ΗΠΑ] ήταν σαφώς αντιφατικά: να ισορροπήσουν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, να πείσουν την Κίνα να σταματήσει να εξάγει την επανάσταση, και να βοηθήσουν να άρουν εκατομμύρια ανθρώπους από την φτώχεια. Μόνο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο μια επιθυμία για αλλαγή της Κίνας έγινε εξέχων στόχος της πολιτικής των ΗΠΑ.

Σήμερα, καθώς ο Μπάιντεν και η ομάδα του αναπτύσσουν μια νέα στρατηγική για την αντιμετώπιση της καθοριστικής διεθνούς πρόκλησης αυτής της γενιάς, πολλοί τους παροτρύνουν να εγκαταλείψουν εντελώς την δέσμευση. Αυτό θα ήταν λάθος. Αντ' αυτού, η διοίκηση πρέπει να προσέξει το κεντρικό μάθημα των πέντε δεκαετιών της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα: λειτουργεί καλύτερα όταν εστιάζει ρεαλιστικά σε γεωπολιτικούς στόχους ουσιώδεις για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων, και χειρότερα όταν επιχειρεί να ασχοληθεί με την πολιτική μηχανική για την προώθηση των αμερικανικών αξιών.

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ

Η ιστορική καταγραφή δεν αφήνει κανένα περιθώριο για συζήτηση σχετικά με το τι είχαν στο μυαλό τους ο Νίξον και οι διάδοχοί του κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου Ψυχρού Πολέμου -ο Gerald Ford, ο Jimmy Carter και ο Ronald Reagan- όταν προσπάθησαν να βελτιώσουν τους δεσμούς με την Κίνα. Για καθέναν από αυτούς τους τέσσερις προέδρους, ο στόχος ήταν πρώτα απ' όλα γεωπολιτικός. Ο Νίξον είχε μια επείγουσα απαίτηση: να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την απόσυρση των περισσότερων από 100.000 Αμερικανών στρατιωτών που είχαν κολλήσει στο Βιετνάμ. Και για τους τέσσερις προέδρους, ωστόσο, ο πρωταρχικός στόχος ήταν να γυρίσει η ισορροπία δυνάμεων ενάντια στην Σοβιετική Ένωση, διευρύνοντας τις ρωγμές μεταξύ αυτής και της Κίνας. Το άνοιγμα αντιπροσώπευε ένα βήμα στην «τριγωνική διπλωματία», σύμφωνα με τα λόγια του Henry Kissinger, συμβούλου εθνικής ασφάλειας του Νίξον. Με την διεύρυνση της ρωγμής μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου, ο καθένας θα ήταν πιο πρόθυμος να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον.

Ο Νίξον, η Φορντ, ο Κάρτερ, και ο Ρέιγκαν είχαν το βλέμμα τους σε αυτό το γεωπολιτικό βραβείο˙ κανένας από αυτούς δεν επιδίωκε να αλλάξει το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αν σε κάποιον από αυτούς τους προέδρους είχε προσφερθεί μια συμφωνία που υποσχόταν νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά μηδενική αλλαγή στο πολιτικό σύστημα της Κίνας, θα την είχαν αποδεχθεί σε μια στιγμή. Ο Ρέιγκαν το παραδέχτηκε αυτό το 1984. Μετά από ένα εξαήμερο ταξίδι στην Κίνα, προσπάθησε να καθησυχάσει όσους αμφισβητούσαν την δέσμευση με το Πεκίνο. «Είμαι αντικομμουνιστής αν μιλάς για τον κομμουνισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε [2], «… αλλά δεν έχω σκεφτεί ποτέ ότι ήταν απαραίτητο να επιβάλουμε τη μορφή της διακυβέρνησής μας σε κάποια άλλη χώρα». Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα, επέμεινε, θα μπορούσαν «να ζήσουν ειρηνικά στον κόσμο μαζί».

Αυτοί οι πρόεδροι προσπάθησαν επίσης να φέρουν την Κίνα υπό την σκέπη μιας αναδυόμενης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ παγκόσμιας τάξης. (Όπως είπε κάποτε ο πρόεδρος Lyndon Johnson [3] για έναν διαφορετικό αντίπαλο, «Καλύτερα να τον έχεις κάτω από την σκεπή σου να ουρεί έξω, παρά έξω να ουρεί μέσα»). Σε μια συνάντηση με το προσωπικό του, ο Νίξον παρουσίασε [4] την λογική του ανοίγματος στους Κινέζους. «Ο λόγος για τον οποίο πρέπει να γίνει … είναι ότι αποτελούν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού», είπε. «Δεν είναι στρατιωτική δύναμη τώρα, αλλά σε 25 χρόνια από τώρα θα είναι καθοριστικοί. Το να μην κάνουμε τώρα αυτό που μπορούμε να κάνουμε για να τερματίσουμε αυτήν την απομόνωση θα αφήσει τα πράγματα πολύ επικίνδυνα». Ή όπως ο Κίσινγκερ συνόψισε αργότερα [5], «ο Νίξον … προέτρεψε μια χαλάρωση των εντάσεων στην βάση των γεωπολιτικών ζητημάτων προκειμένου να επιστρέψει η Κίνα στο διεθνές σύστημα».

Ο Κάρτερ -μαζί με τον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Zbigniew Brzezinski- συνέχισαν την προσπάθεια ενσωμάτωσης της Κίνας σε αυτήν την τάξη. Παρά την έντονη δέσμευσή του στα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Κάρτερ εξήγησε [6] το 1978, ότι ο κόσμος «πρέπει να φιλοξενήσει την πολυμορφία -κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική». Ο Brzezinski ήταν πιο ξεκάθαρος σε μια ενημέρωση [7] τον επόμενο χρόνο σε μια ομάδα επιχειρηματικών ηγετών. «Αναγνωρίζουμε ότι [οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα] έχουν διαφορετικές ιδεολογίες και οικονομικά και πολιτικά συστήματα», είπε. Πρόσθεσε: «Δεν έχουμε ούτε την ελπίδα ούτε την επιθυμία ότι μέσω εκτεταμένων επαφών με την Κίνα μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε αυτό το έθνος κατά την αμερικανική εικόνα».

Πέρα από τους στόχους ασφαλείας, οι Nixon, Ford, Carter και Reagan ήθελαν να προωθήσουν την ανάπτυξη στην Κίνα, η οποία είχε τον μεγαλύτερο αριθμό φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων στον κόσμο. Όπως και οι προκάτοχοί τους, αυτοί οι πρόεδροι πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν την υποχρέωση να βοηθήσουν να βγάλουν άλλους από την φτώχεια. Αυτή η πεποίθηση ήταν ένας σημαντικός παράγοντας στις επιλογές της Ουάσινγκτον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης, την δημιουργία της Παγκόσμιας Τράπεζας, και την δημιουργία αυτού που εξελίχθηκε σε Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (U.S. Agency for International Development).

ΤΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ

Κριθείσα με τα δικά της πρότυπα, η συνεργασία των ΗΠΑ με την Κίνα πέτυχε. Ο κύριος στόχος της, η διεύρυνση του ρήγματος μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου, απέδωσε γρήγορα καρπούς. Τον Μάιο του 1972, ο Νίξον πήγε στη Μόσχα για μια σύνοδο κορυφής με τον Σοβιετικό ηγέτη Λεονίντ Μπρέζνιεφ, όπου οι δύο ηγέτες υπέγραψαν την Συνθήκη Αντι-Βαλλιστικών Πυραύλων (Anti-Ballistic Missile Treaty) και τη Συνθήκη Περιορισμού των Στρατηγικών Όπλων (Strategic Arms Limitation Treaty), προαναγγέλλοντας μια περίοδο περιορισμένου ανταγωνισμού γνωστή ως détente [ύφεση]. Ίσως ακόμη πιο πολύτιμος για τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο τρόπος με τον οποίο το άνοιγμα προς την Κίνα υπονόμευε την αξίωση του κομμουνισμού για ιδεολογική αλληλεγγύη˙ σε τελική ανάλυση, ο Μάο είχε δημιουργήσει μια σχέση με τον αρχι-εχθρό της χώρας του χωρίς να συμβουλευτεί τον παλαιότερο συνεργάτη του στο κομμουνιστικό μπλοκ.

Το άνοιγμα προκάλεσε επίσης μια ευρύτερη μετατόπιση της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής προς τον μεγαλύτερο γεωπολιτικό ρεαλισμό. Σε μια πρώιμη ένδειξη της φθίνουσας επαναστατικής του ζέσης, το Πεκίνο μείωσε την υποστήριξή του στους κομμουνιστές του Βόρειου Βιετνάμ και τους ώθησε προς την ειρηνευτική συμφωνία που υπέγραψαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1973. Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στο Αφγανιστάν, το 1979, η Κίνα έγινε ένας ζωτικός σύμμαχος στον συγκεκαλυμμένο πόλεμο της κυβέρνησης του Ρέιγκαν για την έξωση των σοβιετικών δυνάμεων, προμηθεύοντας χρήματα και όπλα σε αφγανικές αντιστασιακές ομάδες. Και καθώς οι εντάσεις με την Σοβιετική Ένωση διογκώθηκαν το 1980, η Κίνα φιλοξένησε ακόμη και αμερικανικά συστήματα ραντάρ και παρακολούθησης στην επικράτειά της.

Τι γίνεται με τον δεύτερο στόχο της δέσμευσης, να έρθει η Κίνα στην παγκόσμια τάξη; Αυτό ήταν επίσης επιτυχία. Σήμερα, όταν έχει γίνει μοντέρνο να δαιμονοποιείται η Κίνα, είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε από πόσο μακριά έχει έλθει η χώρα από τον επαναστατικό πυρσό που ήταν κάποτε. Στην δεκαετία του 1960 και του 1970, υποστήριζε απελευθερωτικούς πολέμους σε όλο τον κόσμο, βοηθώντας το Πακιστάν και την Βόρεια Κορέα να σχεδιάσουν πυρηνικά όπλα, αντιτασσόμενη στις ειρηνευτικές επιχειρήσεις του ΟΗΕ, και απομονώνοντας τον εαυτό της από την παγκόσμια οικονομία. Σήμερα, έχει γίνει ενεργό μέλος όλων των μεγάλων διεθνών οργανισμών. Συνεισφέρει τα περισσότερα στρατεύματα και το δεύτερο μεγαλύτερο χρηματικό ποσό στις ειρηνευτικές προσπάθειες του ΟΗΕ. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, σπάνια ασκεί το βέτο της και συνήθως ψηφίζει μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιτυχημένης ένταξης της Κίνας στο παγκόσμιο σύστημα σημειώθηκε κατά την διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν επειγόντως να συγκεντρώσουν παγκόσμια υποστήριξη για να αποτρέψουν μια άλλη Μεγάλη Ύφεση. Παρόλο που η Κίνα επηρεάστηκε λιγότερο από όσο οι μεγάλες οικονομίες και παρόλο που η κρίση είχε ξεκινήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πεκίνο ανταποκρίθηκε γρήγορα στην έκκληση της Ουάσιγκτον. Η Κίνα ήταν η πρώτη χώρα που εισήγαγε μια οικονομική τόνωση, και με 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, το πακέτο της ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο. Εν μέσω ακραίων συστροφών στην αγορά, όταν η Μόσχα προσπάθησε να πείσει το Πεκίνο να πετάξει το τεράστιο χαρτοφυλάκιο της από αμερικανικά κρατικά ομόλογα, η Κίνα απέρριψε ξερά αυτή την συμβουλή.

Όσον αφορά τον τρίτο στόχο της δέσμευσης, την άρση των Κινέζων από την φτώχεια, το αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτα λιγότερο από θαυμαστό. Μετά το άνοιγμα του Νίξον, η Κίνα γνώρισε δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα την πιο δραματική μείωση της φτώχειας από οποιοδήποτε μεγάλο έθνος στην ιστορία. Η χώρα το πέτυχε εγκαταλείποντας τα κομμουνιστικά οικονομικά και αγκαλιάζοντας τις αρχές της Δυτικής ελεύθερης αγοράς. Το 1978, εννέα στους δέκα Κινέζους ζούσαν κάτω από το όριο της Παγκόσμιας Τράπεζας για την «ακραία φτώχειας» των 2 δολαρίων την ημέρα. Σήμερα, περισσότεροι από τους εννέα στους δέκα είναι πάνω από αυτό το όριο.

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία αναφέρουν συχνά οι επικριτές της Κίνας, περιέχει δύο ομάδες δικαιωμάτων: ένα οικονομικό και κοινωνικό, το άλλο πολιτικό. Όπως και το Σύνταγμα των ΗΠΑ, η Διακήρυξη επιβεβαιώνει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και σε μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Αλλά διακηρύσσει επίσης ότι «Ο καθένας έχει το δικαίωμα σε ένα επίπεδο διαβίωσης κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του ίδιου και της οικογένειάς του». Παρόλο που το ιστορικό της Κίνας για τα πολιτικά δικαιώματα ήταν αβυσσαλέο, όσον αφορά την επέκταση των οικονομικών δικαιωμάτων των πολιτών πέτυχε πέρα από τα πιο άγρια όνειρα του οποιουδήποτε.

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΙΝΑ

Από την εποχή του ανοίγματος του Νίξον έως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα επιδίωκε αυτούς τους συγκεκριμένους, πρακτικούς στόχους -και κατάφερε να πετύχει σε μεγάλο βαθμό. Αλλά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πιασμένοι στην ευφορία της νίκης, πολλοί φαντάστηκαν ότι ο κόσμος είχε φτάσει στο «τέλος της ιστορίας». Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ προέβλεπαν μια «μονοπολική εποχή», στην οποία η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο καπιταλισμός της αγοράς θα ήταν θριαμβευτές και η ειρήνη θα βασιλεύει.

Αυτές οι ιδέες ενημέρωσαν την προσδοκία του προέδρου Τζορτζ Μπους [του πρεσβύτερου] και του προέδρου Μπιλ Κλίντον ότι η ένταξη της Κίνας στο διεθνές εμπορικό σύστημα θα έθετε τα θεμέλια μιας νέας φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Όπως εξήγησε ο Κλίντον [8] στο σκεπτικό του για την πρόσκληση της Κίνας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2000, «η Κίνα δεν συμφωνεί απλά να εισαγάγει περισσότερα από τα προϊόντα μας˙ συμφωνεί να εισαγάγει μια από τις πιο αγαπημένες αξίες της δημοκρατίας, την οικονομική ελευθερία». Ο Κλίντον ήταν σίγουρος για την σχέση μεταξύ οικονομικής και πολιτικής φιλελευθεροποίησης. «Όσο περισσότερο η Κίνα απελευθερώνει την οικονομία της, τόσο πληρέστερα θα απελευθερώσει το δυναμικό των ανθρώπων της -την πρωτοβουλία τους, την φαντασία τους, το αξιοσημείωτο επιχειρηματικό πνεύμα τους», είπε. «Και όταν τα άτομα έχουν την δύναμη … για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, θα απαιτήσουν μεγαλύτερο λόγο».

Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους [ο νεότερος] και ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έφεραν αυτήν την στρατηγική λογική στον 21ο αιώνα. Όπως και ο Κλίντον, αμφότεροι πίστευαν ότι η οικονομική δέσμευση με την Κίνα θα προωθούσε τις φιλοδοξίες του κινεζικού λαού και τελικά θα ανάγκαζε την κινεζική ηγεσία να ανοίξει το πολιτικό σύστημα. Όπως είπε ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπους [9] στο [περιοδικό] Foreign Policy, «Οι πολιτικές τους θα ευθυγραμμιστούν με την δική μας -όχι σε κάποιους μήνες, αλλά πρόκειται να συμβεί». Με αυτοπεποίθηση σε αυτήν την τροχιά της ιστορίας, ο Ομπάμα έκανε την ίδια πρόβλεψη κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού το 2009 στην Κίνα, λέγοντας [10], «Όταν αρχίζετε να βλέπετε οικονομική ελευθερία όπως αυτή, τότε η πολιτική ελευθερία ξεκινά … να ετοιμάζεται».

Όπως είναι προφανές, αυτές οι προσδοκίες ήταν ψευδαισθήσεις. Η Κίνα δεν πρόκειται ποτέ να γίνει δημοκρατία και να ακολουθήσει τα βήματα της Ιαπωνίας και της Γερμανίας, παίρνοντας την θέση της σε μια διεθνή τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Αυτό που εξασφάλισε την αποτυχία ήταν μια μορφή τύφλωσης που συνόδευε ένα όραμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες γοητεύτηκαν από μια ιδανική κατάληξη χωρίς να αποδεχτούν ότι ήταν αδύνατο να επιτευχθεί.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κοιτάζοντας αυτό το ιστορικό των διαπραγματεύσεων με την Κίνα, η διοίκηση του Μπάιντεν θα πρέπει να βρει τέσσερα μαθήματα ως διδακτικά. Πρώτον, όταν επιδιώκονταν γεωπολιτικοί στόχοι, η δέσμευση έχει πετύχει πιο συχνά από ότι απέτυχε. Η Ουάσινγκτον κατάφερε να δημιουργήσει μια βιώσιμη έξοδο από το Βιετνάμ και, το πιο σημαντικό, να γείρει την ισορροπία δυνάμεων ενάντια στην Σοβιετική Ένωση. Με το να πείσει το Πεκίνο ότι θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα από αυτά που ήθελε αν συμμετείχε στην υπό την ηγεσία των ΗΠΑ διεθνή τάξη, η Ουάσινγκτον επιβράδυνε την εξάπλωση των πυρηνικών όπλων, αντιμετώπισε την παγκόσμια τρομοκρατία, προώθησε την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη και απέφυγε μια άλλη Μεγάλη Ύφεση. Το μυστικό της επιτυχίας ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμόρφωσαν αντικειμενικές συνθήκες μέχρι του σημείου όπου οι Κινέζοι ηγέτες θα μπορούσαν να πεισθούν ότι ήταν προς το συμφέρον τους να κάνουν ό, τι ήθελε η Ουάσιγκτον. Αντιμέτωποι με μια πολύ πιο ισχυρή Κίνα, ο Μπάιντεν και η ομάδα του θα το βρουν πολύ πιο δύσκολο να ακολουθήσουν αυτό το σενάριο. Ωστόσο, θα ανακαλύψουν ότι μόνο με την δημιουργία των σωστών συμμαχιών και ευθυγραμμίσεων με άλλες χώρες μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να ελπίζουν να επηρεάσουν την συμπεριφορά της Κίνας.

Δεύτερον, όσοι υποστηρίζουν την αλλαγή καθεστώτος στην Κίνα για να προωθηθεί η δημοκρατία είναι τόσο λανθασμένοι όσο εκείνοι που προώθησαν πολέμους στη Μέση Ανατολή επιδιώκοντας τον ίδιο στόχο. Όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών, ο Mike Pompeo πρότεινε να γίνει αυτός ο στόχος το κέντρο της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα και προσπάθησε να στρατολογήσει άλλα έθνη στην αιτία. Αυτή ήταν μια σίγουρη συνταγή αποτυχίας. Οι Αμερικανοί δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητήσουν την πεποίθησή τους, που κατοχυρώνεται στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν «αναφαίρετα δικαιώματα» -και αυτό ισχύει και για τα 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους που κυβερνώνται από το Πεκίνο, συμπεριλαμβανομένων 13,5 εκατομμυρίων Ουιγούρων και 6,5 εκατομμυρίων Θιβετιανών. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των άμεσων απειλών για την επιβίωση των ΗΠΑ απαιτεί συνεργασία με την Κίνα όπως υφίσταται, χωρίς να ονειρεύονται την Κίνα που κάποιος θα μπορούσε να επιθυμεί. Πρόληψη στρατιωτικών κρίσεων, καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, συγκράτηση μελλοντικών πανδημιών, πρόληψη της διάδοσης πυρηνικών όπλων, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, διαχείριση χρηματοοικονομικών κρίσεων -κανένα από αυτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς αποδοχή της πραγματικότητας ότι το αυταρχικό καθεστώς στο Πεκίνο διαχειρίζεται την Κίνα τώρα και θα συνεχίσει να το κάνει για το προβλέψιμο μέλλον.

Το τρίτο μάθημα για τον Μπάιντεν είναι ότι οι πολιτικές της ανοικτότητας και της εναρμόνισης υπήρξαν κινητήριες δυνάμεις οικονομικής ανάπτυξης για τον κόσμο και θα παραμείνουν απαραίτητες για ένα επιτυχημένο μέλλον. Ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ήταν απασχολημένος με την στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών προς το εσωτερικό, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ προχώρησε για να γίνει ο μοχλός της παγκοσμιοποίησης. Το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου χαιρετίζει με ενθουσιασμό την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά η Ουάσιγκτον επιστρέφει καταλαμβάνοντας μικρότερο μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ και αντιμετωπίζει έναν αμφισβητία του οποίου η οικονομία είναι τώρα, σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις, τόσο μεγάλη όσο η δική της. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αγωνιστούν να δημιουργήσουν ισότιμους όρους σε πεδία στα οποία ο παγκόσμιος ανταγωνισμός μπορεί να αποφέρει οφέλη για όλους (win-win) και να εξασφαλίσει ότι θα πάρουν το μερίδιό τους από τα κέρδη. Παρ' όλα αυτά, αυτό πρέπει να γίνει -και κανείς δεν είπε ότι η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων είναι εύκολη.

Τέλος, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, η επιτυχία στην αντιμετώπιση της μεγάλης πρόκλησης μιας γενιάς δημιουργεί μια νέα, πιο τρομερή πρόκληση για όσους ακολουθούν. Η συνεργασία με την Κίνα επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να επικρατήσουν στον βασικό αγώνα του εικοστού αιώνα. Άφησε επίσης την Ουάσιγκτον σε μακροχρόνια αντιπαλότητα με αυτό που ο πολιτικός της Σιγκαπούρης Lee Kuan Yew αποκαλούσε σωστά «τον μεγαλύτερο παίκτη στην ιστορία του κόσμου». Στην γενικότερη πορεία της ιστορίας, αυτή είναι η μοίρα των Ηνωμένων Πολιτειών: να αντιμετωπίζουν διαδοχικά σοβαρότερες προκλήσεις, από τον Επαναστατικό Πόλεμο έως τον Ψυχρό Πόλεμο. Καθώς η Ουάσιγκτον αγωνίζεται στον τρέχοντα ανταγωνισμό με το Πεκίνο, αξίζει να θυμηθούμε λέξεις που είπε ο Κίσινγκερ σε μια ομιλία του το 1976 σχετικά με την αντιμετώπιση της τελευταίας μεγάλης πρόκλησης: «Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Ξέρουμε επίσης τι μπορούμε να κάνουμε. Μένει μόνο να το κάνουμε».

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/competition-with-china-wit...
[2] https://www.nytimes.com/1984/05/02/world/reagan-in-us-says-china-trip-ad...
[3] https://www.nytimes.com/1971/10/31/archives/the-vantage-point-perspectiv...
[4] https://nsarchive2.gwu.edu/NSAEBB/NSAEBB66/ch-41.pdf
[5] https://www.amazon.com/China-Henry-Kissinger/dp/0143121316
[6] https://www.usna1978.org/president-carters-speech-at-graduation/
[7] https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1977-80v01/d108
[8] https://www.nytimes.com/2000/03/09/world/clinton-s-words-on-china-trade-...
[9] https://foreignpolicy.com/2019/10/04/the-untold-story-of-how-george-w-bu...
[10] https://www.wsj.com/articles/SB125857743503654225

Copyright © 2021 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2021-02-18/unsenti...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition