Η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή απαιτεί περισσότερα από μια συμφωνία με το Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή απαιτεί περισσότερα από μια συμφωνία με το Ιράν

Πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποτελέσουν μέρος μιας περιφερειακής λύσης
Περίληψη: 

Η εποχή Μπάιντεν μπορεί να είναι μια εποχή πολυμερούς δέσμευσης και σταθεροποίησης των συγκρούσεων, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποστηρίζουν τις χώρες της Μέσης Ανατολής να κάνουν τα σταδιακά βήματα για την αντιμετώπιση περιφερειακών συγκρούσεων.

Η SANAM VAKIL είναι αναπληρώτρια διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής στο Chatham House.

Η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, κληρονομεί ένα γνωστό χαρτοφυλάκιο θεμάτων που σχετίζονται με το Ιράν: η χώρα διαθέτει ένα πυρηνικό πρόγραμμα που προχωρά, ένα οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων, και μια περιφερειακή πολιτική υποστήριξης ομάδων πληρεξουσίων (proxy groups). Η πρώτη από αυτές τις ανησυχίες θα είναι η πιο πιεστική για να αντιμετωπιστεί από τη νέα κυβέρνηση: από τον Μάιο του 2018, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποχώρησε από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και άρχισε να αυξάνει την πίεση δια κυρώσεων στην Τεχεράνη, η ιρανική κυβέρνηση έχει επιταχύνει την πυρηνική της ανάπτυξη, μειώνοντας τον χρόνο της μετάβασης -το παράθυρο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κάνει το άλμα προς την παραγωγή ενός όπλου- από ένα έτος σε κάποιους μήνες.

23022021-1.jpg

Οι σημαίες του Μπαχρέιν, του Ισραήλ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νετάνια του Ισραήλ, τον Σεπτέμβριο του 2020. Nir Elias / Reuters
---------------------------------------------------------

Ο Μπάιντεν κατέστησε σαφές ότι σκοπεύει να επιστρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πυρηνική συμφωνία και να συμμορφωθούν με τις αυστηρές προϋποθέσεις της, εφόσον το Ιράν κάνει το ίδιο. Και το Ιράν έχει δηλώσει ότι είναι επίσης έτοιμο να επιστρέψει στις δεσμεύσεις του, αρκεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις κυρώσεις. Αλλά η διαδικασία δεν θα είναι τόσο απλή όσο υπονοεί αυτή η ανταλλαγή. Για να είναι βιώσιμη η πυρηνική συμφωνία, θα πρέπει να προστατευθεί έναντι μελλοντικών πολιτικών αντιστροφών. Η εξασφάλιση μιας τέτοιας ανθεκτικότητας απαιτεί από τους υπογράφοντες να αντιμετωπίσουν τις ευπάθειες της συμφωνίας, οι οποίες περιλαμβάνουν την διάρκεια των χρονοδιαγραμμάτων της και τις διατάξεις για επαναφορά κυρώσεων, καθώς και προβλήματα εκτός του τρέχοντος πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας, όπως το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και οι αποσταθεροποιητικές περιφερειακές δραστηριότητές του. Χωρίς ένα περιφερειακό σχέδιο παιχνιδιού, η ατζέντα της διοίκησης του Μπάιντεν για το Ιράν και ευρύτερα για τη Μέση Ανατολή θα παραμείνει ευάλωτη σε αντίσταση από κομματικούς αντιπάλους στην Ουάσινγκτον και εταίρους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Οι επικριτές της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ισραήλ και στον Κόλπο, φοβούνται ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα παραιτηθεί από τη μόχλευσή της στο Ιράν, εάν επανέλθει πολύ γρήγορα στην συμφωνία και καταργήσει κυρώσεις. Αντί γι’ αυτό, οι φωνές αυτές έκαναν έκκληση στον Λευκό Οίκο να ξεκινήσει μια νέα διαπραγμάτευση, στην οποία θα πρέπει να συμφωνήσει για την άρση κυρώσεων μόνο ως αντάλλαγμα ενός συμβιβασμού για τα εκκρεμή θέματα. Ωστόσο, η Τεχεράνη αποκλείει κατηγορηματικά μια τέτοια προσέγγιση, δηλώνοντας ότι θα ξεκινήσει ευρύτερες συνομιλίες μόνο μετά την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στην αρχική πυρηνική συμφωνία.

Οι γείτονες του Ιράν βλέπουν μια τέτοια προοπτική με τρόμο. Επιζητούν μια πολιτική των ΗΠΑ που δαμάζει τις κλιμακούμενες περιφερειακές εντάσεις και εμποδίζει την Τεχεράνη από το να προκαλέσει κρίσεις στην γειτονιά. Η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ δεν πέτυχε αυτούς τους σκοπούς -πράγματι, η απάντηση της Τεχεράνης στη «μέγιστη αντίσταση» περιελάμβανε την κράτηση δεξαμενόπλοιων και την θρασεία στόχευση πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας. Αλλά αυτά τα κράτη δικαίως φοβούνται ότι η επιστροφή στην πυρηνική συμφωνία του 2015 χωρίς πρόσθετους περιορισμούς κινδυνεύει να επιτρέψει περαιτέρω τις περιφερειακές δραστηριότητες του Ιράν. Οι ίδιες χώρες έχουν μεγαλύτερες ανησυχίες για την δέσμευση των ΗΠΑ στην περιοχή, ούσες απογοητευμένες από τις εκκλήσεις για επιμερισμό των βαρών και για τερματισμό των «αέναων πολέμων» παράλληλα με τις ασυνέπειες της πολιτικής που υποδηλώνουν κινήσεις εκκρεμούς στις αμερικανικές προτεραιότητες.

Πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις περιφερειακές εντάσεις που αφορούν το Ιράν; Οι συνάδελφοι του Chatham House και εγώ προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα μέσω συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του Chatham House με 210 νυν και πρώην υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και εμπειρογνώμονες σε 15 χώρες. Σε αυτές περιλαμβάνονται χώρες που ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην πυρηνική συμφωνία του Ιράν, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, και η Κίνα, καθώς και χώρες που εμπλέκονται σε ενεργές κρίσεις στη Μέση Ανατολή, όπως το Ισραήλ, το Ιράν, η Παλαιστίνη, η Συρία, ο Λίβανος, η Υεμένη, το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ

Από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 2020, ρωτούσαμε τους συμμετέχοντες σχετικά με τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης και επίλυσης συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Τους ρωτήσαμε για τις δυσκολίες και τις γεωπολιτικές εντάσεις που υπάρχουν στην περιοχή και για το πώς πίστευαν ότι οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάσουν το περιβάλλον ασφαλείας. Εξετάσαμε τις αντιλήψεις τους για τις ρίζες των περιφερειακών εντάσεων και αναζητήσαμε συστάσεις για την αντιμετώπισή τους, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο του Ιράν στην Συρία, το Ιράκ, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, και την Υεμένη.