Το δίλημμα της «οικονομίας αντίστασης» του Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το δίλημμα της «οικονομίας αντίστασης» του Ιράν

Η ανοσία στις κυρώσεις θα απαιτήσει ανάπτυξη
Περίληψη: 

Κάποιοι στις ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τον οικονομικό πόνο των απλών ανθρώπων ως ωρολογιακή βόμβα που η ιρανική κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά να αφοπλίσει. Αλλά το γραφείο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν έχει το βλέμμα του στο μακροπρόθεσμο παιχνίδι, στο οποίο τα βραχυπρόθεσμα βάσανα μπορεί να είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί για μια μακροπρόθεσμη αυτάρκεια.

Ο DJAVAD SALEHI-ISFAHANI είναι καθηγητής Οικονομικών στο Virginia Tech και ανώτερος εξωτερικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Brookings.

Όταν η εκλογή του Τζο Μπάιντεν ως προέδρου των ΗΠΑ πιστοποιήθηκε τον Ιανουάριο, το νόμισμα του Ιράν ανατιμήθηκε έναντι του δολαρίου κατά 20%. Μια νίκη του Μπάιντεν, όπως ήλπιζαν πολλοί Ιρανοί, θα σήμαινε επιστροφή στην πυρηνική συμφωνία του 2015 και τερματισμό της εκστρατείας «μέγιστης πίεσης» η οποία είχε κάνει την παγκόσμια οικονομική κρίση που συνόδευε την πανδημία του κορωνοϊού απείρως χειρότερη για τους απλούς Ιρανούς. Ωστόσο, εντός μιας εβδομάδας από την ανάληψη της προεδρίας του Μπάιντεν, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον ήταν ακόμη «πολύ μακριά» από το να επανέλθει στην πυρηνική συμφωνία. Στην Τεχεράνη, οι αγορές συναλλάγματος αντέδρασαν γρήγορα και το δολάριο ανατιμήθηκε πάλι.

18032021-1.jpg

Ιρανικά χαρτονομίσματα στη Najaf, στο Ιράκ, τον Σεπτέμβριο του 2019. Alaa al-Marjani / Reuters
-------------------------------------------

Η κυβέρνηση Μπάιντεν αποδεικνύεται ότι δεν βιάζεται να διορθώσει τα πράγματα με το Ιράν. Ούτε οι ηγέτες του Ιράν έχουν δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για μια γρήγορη επιστροφή στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι κυρώσεις έπληξαν αναμφισβήτητα την ιρανική οικονομία, αλλά οι δύο χώρες δεν θα είχαν καταλήξει σε τέτοιο αδιέξοδο εάν δεν είχαν εντελώς διαφορετική κατανόηση για το πώς θα επηρεάσουν οι κυρώσεις τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν την πίεση το 2018 και έκτοτε παρακολουθούν για σημάδια οικονομικής κατάρρευσης του Ιράν. Ωστόσο, μερικοί από τους πιο ισχυρούς μεταξύ των ηγετών του Ιράν παρακολουθούν ένα διαφορετικό σύνολο ενδείξεων: ότι η χώρα θα βγει από την κρίση με μια οικονομία πιο ανθεκτική στις εξωτερικές πιέσεις και έτσι θα είναι μονωμένη από τις μελλοντικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Και οι δύο πλευρές παίζουν ένα παιχνίδι αναμονής. Αλλά με αυτόν τον τρόπο, διαβάζουν διαφορετικά σημάδια. Κάποιοι στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται τον πόνο των απλών ανθρώπων ως ωρολογιακή βόμβα που η ιρανική κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά να αφοπλίσει. Αλλά το γραφείο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν έχει το βλέμμα του στο μακροπρόθεσμο παιχνίδι, στο οποίο τα βραχυπρόθεσμα βάσανα μπορεί να είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί για μια μακροπρόθεσμη αυτάρκεια.

ΤΟ ΔΑΓΚΩΜΑ ΤΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ

Πολλές από τις πιο επιθετικές αμερικάνικες προβλέψεις [1] σχετικά με την ιρανική οικονομία έχουν γίνει πραγματικότητα, αλλά με τρόπο που έχει κοστίσει πολύ στο ιρανικό κοινό και απέδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες πολύ λίγα. Οι κυρώσεις επέφεραν την υποτίμηση του νομίσματος στο Ιράν, τον πληθωρισμό και την οικονομική πτώση, αλλά όχι την κατάρρευση. Και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια οδήγησε πράγματι σε διαδηλώσεις. Όμως αυτά αντιμετωπίστηκαν με θανατηφόρα καταστολή τον Νοέμβριο του 2019 [2] και δεν έκαναν τις Αρχές της Τεχεράνης πιο υποτακτικές.

Το ιρανικό βιοτικό επίπεδο [3] έπεσε, πρώτα σταδιακά και έπειτα δια μιάς. Ξεκινώντας στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η χώρα είχε απολαύσει 15 χρόνια αυξανόμενου βιοτικού επιπέδου και σημαντική μείωση της φτώχειας. Τότε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επέβαλε δευτερεύουσες κυρώσεις στο Ιράν το 2011, ξεκινώντας μια δεκαετία οικονομικής επιδείνωσης που επιταχύνθηκε κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ. Τα προηγούμενα κέρδη της χώρας έχουν εξαλειφθεί: στους 12 μήνες που έληξαν στις 20 Μαρτίου 2020, οι Ιρανοί βρέθηκαν σε θέση να αγοράζουν μόνο τόσα, κατά μέσο όρο, όσα και πριν από 15 χρόνια. Οι οικογένειες της υπαίθρου επανήλθαν στο 1998. Τα ποσοστά φτώχειας έχουν αυξηθεί. Πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ενταχθεί στις τάξεις των φτωχών από το 2012, τα τρία τέταρτα εξ αυτών από τότε που ο Trump επέβαλε κυρώσεις στο Ιράν μετά την αποχώρηση από την πυρηνική συμφωνία το 2018.

Πολλοί υποστηρικτές των αμερικανικών κυρώσεων ήλπιζαν ότι τα μέτρα θα στρέψουν την πλειοψηφία των Ιρανών εναντίον της κυβέρνησής τους. Αλλά οι κυρώσεις δεν είχαν αυτό το αποτέλεσμα. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, «οι Ιρανοί αντιτίθενται σθεναρά στην διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση Μπάιντεν πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέψουν στην πλήρη συμμόρφωση με την [πυρηνική συμφωνία]».

Το 2011, ο τότε Ιρανός πρόεδρος, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, βοήθησε να ανακουφιστεί ο πόνο των κυρώσεων με τις μεταβιβάσεις μετρητών [4] στους πολίτες της χώρας. Αντιθέτως, η κυβέρνηση του προέδρου Χασάν Ρουχανί δεν βοήθησε πολύ. Οι κυρώσεις του Τραμπ έπληξαν τη μεγαλύτερη πηγή κρατικού εισοδήματος, τα έσοδα από το πετρέλαιο, πολύ πιο σκληρά από τους προκατόχους του, και ο Ρουχανί δεν πιστεύει στα επιδόματα. Οι μεταφορές μετρητών που ξεκίνησαν το 2011 συνεχίζονται, αλλά αξίζουν μόνο 19 δολάρια ΗΠΑ ανά άτομο κάθε μήνα σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, από 90 δολάρια κατά την έναρξή τους. Άλλες κρατικές μεταβιβάσεις, για τις οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις κυρίως οι φτωχοί, είναι ακόμη μικρότερες, με μέσο όρο 6 δολάρια το μήνα για το κατώτατο 20% της εισοδηματικής κατανομής.

Η μεσαία τάξη δεν τα πήγε πολύ καλύτερα. Πριν από την εκ νέου επιβολή κυρώσεων το 2018, σχεδόν το 60% των Ιρανών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μεσαία τάξη με βάση τις καταναλωτικές δαπάνες. Το 2019-20, λιγότερο από το 50% θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως τέτοια. Περίπου 8 εκατομμύρια Ιρανοί έχουν πέσει σε ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος από το 2011, τα τρία τέταρτα από αυτούς κατά την διάρκεια της εκστρατείας μέγιστης πίεσης του Trump.